Γράφει η Εφη Αγραφιώτη 

Η Ελλάδα διαχρονικά γεννάει σπουδαίους καλλιτέχνες, αυτό δεν αμφισβητείται. Στις γυναικείες προσωπικότητες στην λυρική τέχνη δεν λησμονούμε την Αλεξάνδρα Τριάντη (1901- 1977), σοπράνο από την Αθήνα που έλαμψε σε ευρωπαϊκές αίθουσες συναυλιών από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 και την μετζο-σοπράνο Ιρμα Κολασάντη-Κολάση.(1918-2012). Πώς έρχονται τα πράγματα!! Ο Wozzeck που ανεβαίνει αυτές τις ημέρες στη Λυρική κι ένα της τραγούδι της Κολάση που θα παρουσιάσουμε στις 12 Φεβρουαρίου με την soprano Μυρσίνη Μαργαρίτη, μας δίνει την ευτυχία να την θυμηθούμε, να την εκτιμήσουμε για όσα μοναδικά και διόλου απλά πρόσφερε στη παγκόσμια μουσική.

Την αποκαλούσαν Ελληνίδα Βικτόρια ντε λος Άνχελες. Την αναφέρουν ακόμα σήμερα ως την ιδανική ερμηνεύτρια της Γαλλικής μουσικής, ιδιαίτερα των έργων του Ντεμπυσσύ, του Ραβέλ, του Ωρίκ και του Πουλένκ. Υπήρξε πολύ αγαπητή και σεβαστή, με τους γάλλους να υπερηφανεύονται για την γαλλική της ταυτότητα, αλλά η Ιρμα Κολάση είχε τριπλή καταγωγή: ελληνική, αρμενική και γαλλική. Η εντυπωσιακή της σταδιοδρομία χτίστηκε πάνω σε ρεσιτάλ, συναυλίες και δίσκους παγκόσμιας αποδοχής του κοινού και των κριτικών της μουσικής.

Ακούστε την να τραγουδάει παραδοσιακά τραγούδια: I. Canto delle risaiole (Ιταλία) II. “Tărănçuta” (Ρουμανία) III. Πόσο πάει το φιλί (Ελλάς) IV. Lauliku Lapsepõli (Εσθονία) V. Kανάρια (Ελλάδα)

Η οικογένεια Κολάση ήταν πλούσια σε σπουδαίους μουσικούς οικογένεια με περισσότερους του ενός διαπρέποντες παγκοσμίως. O πατέρας της Ίρμας υπήρξε μαθητής του Ζορζ Ενέσκου. Τα ξαδέλφια της, ο Βύρων και ο Αχιλλέας διέπρεψαν στις δικές τους επιλογές, βιολονίστας ο ένας, πιανίστας ο άλλος, παιδιά με ιδιαίτερες μουσικές ικανότητες από πολύ μικρά που σε κάποιες εποχές συνεργάστηκαν σε συναυλίες, κερδίζοντας παγκόσμια αποδοχή.

Η Ιρμα Κολάση αν και γεννήθηκε στην Αθήνα, έζησε τα πρώτα της χρόνια στο Παρίσι. Επέστρεψε με την μητέρα της στα οκτώ της χρόνια, όταν χώρισαν οι γονείς της. Εδώ άρχισε μαθήματα πιάνου με την γιαγιά της, αλλά στη συνέχεια μελέτησε με τον Θησέα Πίνδιο. Χάρη στην ικανότητά της στο πιάνο, συνόδευε από νεαρή ηλικία τους μαθητές της Μάγκυ Καρατζά και εξασφάλιζε τα προς το ζην. Κάποια μέρα που η Καρατζά την άκουσε να τραγουδάει, της πρότεινε εντυπωσιασμένη να ξεκινήσει μαθήματα φωνητικής. Με παράλληλη ένθερμη σύσταση του Δημήτρη Μητρόπουλου, η Κολάση ξεκίνησε μαθήματα με την Μάγκυ Καρατζά. Απεφοίτησε το 1938 και ακολούθως μελέτησε στη Ρώμη τραγούδι και πιάνο, με τον πιανίστα και συνθέτη Αλφρέντο Καζέλλα, επιμένοντας πάντως ότι πρώτη επιλογή της παραμένει το πιάνο και η σύνθεση. Επιβίωνε στην Ιταλία εργαζόμενη στο ιταλικό ραδιόφωνο, σε προγράμματα που απευθύνονταν στο ελληνόφωνο κοινό. Επέστρεψε μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ελλάδα, όπου προσπάθησε να επιζήσει συμμετέχοντας σε παραστάσεις στη Λυρική Σκηνή, σε δεύτερους ρόλους. Την περίοδο 1940-43, ερμήνευσε στην ΕΛΣ ρόλους σε 8 παραγωγές και αναβιώσεις παραγωγών λυρικών έργων: Σουτζούκι  στη Μαντάμα Μπαττερφλάι, Μπέρτα στον Κουρέα της Σεβίλλης, Χωριάτισσα και Γύφτισσα στον Πρωτομάστορα του Καλομοίρη, Περονέλλα στον Βοκκάκιο,  Θεραπαινίδα στην Ηλέκτρα (Ηρώδειο, 1942), Μιραμπέλλα στον Βαρόνο ατσίγγανο και Αγκρίκολα στο έργο Μία νύχτα στη Βενετία.
Εκείνη την εποχή και μέχρι το 1950 φαίνεται να ασχολήθηκε με τη σύνθεση, όπως μου είχε πει ο Αχιλλέας Κολάσης, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να γνωρίζω κάτι περισσότερο σχετικά με αυτό το θέμα. Την «Θλίψη», τραγούδι του 1942, που θα παρουσιάσουμε στις 12 Φεβρουαρίου, την αναζητούσα μετά από μια συζήτηση με την μαθήτριά της στο Παρίσι, την γνωστή μας Νένα Βενετσάνου. Στη συνέχεια με καθοδήγησε ο επίσης μαθητής της Κολάση στο Παρίσι Μίνως Ορφανός. Ευχαριστώ από καρδιάς!

Εντέλει, η Θλίψη έγινε χαρά, αφού περίμενε υπομονετικά στη Μουσική Βιβλιοθήκη Λίλιαν Βουδούρη. Εκεί έχει κατατεθεί το αρχείο Ίρμας Κολάση. Μέχρι σήμερα δεν ευρέθησαν άλλα έργα στο αρχείο, που να διαπιστώνεται ότι είναι δικές της συνθέσεις. Είναι μόνιμο το… αδιέξοδο αυτό των αρχείων, όταν δεν προλαβαίνει ο πρωταγωνιστής τους να αξιοποιήσει το υλικό όπως πρέπει.

Η Ίρμα Κολάση ανήκει στην καλλιτεχνική «οικογένεια» που ενέπνευσε και στήριξε ιδανικά την μουσική πρωτοπορία του 20του αιώνα. Αναφέρεται ακόμα σήμερα ως η κορυφαία ερμηνεύτρια της Γαλλικής Μελωδίας αλλά και των δυσκολότερων και καλύτερων έργων της πρωτοπορίας της εποχής της.

Στα γκρίζα και δύσκολα χρόνια που ζούσε στην Αθήνα, η απόλυτη τύχη στήριξε τα επόμενα βήματά της. Μετά τις σπουδές της, έκανε αίτηση στο κρατικό ραδιόφωνο για να εργαστεί ως σολίστ στη Ραδιοφωνία. Την απέρριψαν ως «ακατάλληλη φωνή για ηχογράφηση». Λόγω των πτυχίων της όμως την κράτησαν ως υπάλληλο στη δισκοθήκη. Εκεί έπαθε κατάθλιψη. Το 1947, η σύζυγος του Γάλλου Πρέσβη την βοήθησε να φύγει στο Παρίσι όταν την άκουσε να τραγουδά Γαλλικά τραγούδια στην Αθήνα. Στο Παρίσι έγινε ανάρπαστη για το σπάνιο μέταλλο της φωνής της και για την σοβαρή μουσική της κατάρτιση. Υπάρχει επιστολή του Γιάννη Ξενάκη που της εκφράζει το δέος του για την τελειότητα της φωνής της, την οποία συγκρίνει με τον Παρθενώνα.

Μετά από μια εικοσιπενταετία έντονης καλλιτεχνικής δράσης, κατά την οποία τραγούδησε όλα τα είδη τραγουδιού, το 1970 σταμάτησε με προσωπική απόφαση της την λαμπρή καριέρα της. Ήταν περίπου 50 ετών, όταν ένοιωσε να μην την ικανοποιεί η φωνή της στο Ληντ το οποίο θεωρούσε κορυφαίο είδος της φωνητικής τέχνης. Έκρινε λοιπόν ότι αυτά που είχε να πει, τα είπε.. Η επόμενη βαθιά της επιθυμία ήταν να γίνει Μαέστρος. Δεν επετεύχθη ο στόχος.

Η υποψηφιότητα για διορισμό ως καθηγήτρια του Conservatoire National Supérieur de Paris δυστυχώς απορρίφθηκε εξ’ αιτίας του ότι καθυστέρησε να υπογραφεί από τον Υπουργό Εξωτερικών η προαπαιτούμενη Γαλλική Υπηκοότητα. Μετά από αυτή την ήττα, άρχισε να διδάσκει κυρίως επαγγελματίες τραγουδιστές, Γάλλους και ξένους, μυώντας τους στο ρεπερτόριο του 20ο αιώνα, στους απαιτητικούς ρόλους της σύγχρονης Όπερας και τη Γαλλική Μελωδία. Ενίοτε μάλιστα πρότεινε στους μαθητές της αλλαγή του φωνητικού προφίλ τους.

Χάρη στο Αρχείο της που έχει κατατεθεί στη Μουσική Βιβλιοθήκη Λίλιαν Βουδούρη του Συλλόγου των Φίλων της Μουσικής, μπορώ να σας παρουσιάσω, διανθίζοντας το κείμενο αυτό, δυο πολύ όμορφες φωτογραφίες της Ιρμας Κολάση, προφανώς άγνωστες. Στην πρώτη, του 1953, θα διαβάσετε και ένα σχόλιο γεμάτο σεβασμό και αγάπη, για την Μάγκυ Καρατζά, (Maggie Karadja).

Η Νένα Βενετσάνου θυμάται: «Ιδιοφυής, φλογερή προσωπικότητα, με μεγάλη σκηνική εμπειρία και δεξιοτέχνιδα στο πιάνο, είχε χάρισμα και στη διδασκαλία. Μετέδιδε πνοή, έμπνευση και δίδασκε με ευσυνειδησία και εντιμότητα. Αν και μοναχοπαίδι, ήταν ανεξάρτητη γυναίκα, στηριζόταν μόνο στις δυνάμεις της. Παντρεύτηκε άπαξ με Ολλανδό μαέστρο που γνώρισε στο Κέϊπ-Τάουν, τον οποίον χώρισε κακήν κακώς διότι οι απόψεις του θα συντελούσαν στο να της κάνουν κακό.
Ντυνόταν με ακριβά ρούχα και δεν την είχα δει ποτέ ατημέλητη. Συχνά μετά το μάθημα με προσκαλούσε για φαγητό. Μετά κάπνιζε όσο κουβεντιάζαμε. Είχε τα ωραιότερα χέρια που έχω δει! της είχαν φτιάξει ομοίωμά τους σε μπρούτζο, που το είχε πάνω στο πιάνο της. Της άρεσαν τα κοσμήματα και είχε τον δικό της χρυσοχόο στην Αθήνα. Κρατούσε όμως… μυστικό το άρωμά της! Παραθέριζε στο Πόρτο-Ράφτη. Αγαπούσε τα σκυλιά και τις γάτες. Είχε πολλούς μαθητές, κατά καιρούς και Έλληνες, εκτός της Λίλας Αδαμάκη, που την προόριζε για διάδοχό της στο ωδείο. Στο τέλος της ζωής της δεν δεχόταν πια επισκέψεις γιατί είχε πρόβλημα ακοής και της ήταν δύσκολη η επικοινωνία. Στο Παρίσι, σχεδόν μόλις εγκαταστάθηκε, διαδόθηκε ότι διέθετε άριστη πρίμα βίστα και ήταν εντυπωσιακές οι γνώσεις της στη σύγχρονη μουσική. Οι νέοι συνθέτες την πολιορκούσαν, ο Μπουλέζ από τους πρώτους. Όταν ο μαθητής της Γ. Λαμπρόπουλος του ανακοίνωσε τον θάνατό της, άρχισε να κλαίει σπαραχτικά. Η Κολάση είχε τραγουδήσει τα τραγούδια του και αυτός την είχε ερωτευτεί τότε. Δυστυχώς ήταν νέος γι’ αυτήν και δεν τόλμησε να της το εκφράσει ποτέ».

 

Φωτογραφία από ηχογράφηση, το 1951. Στο πιάνο η μόνιμη συνεργάτριά της για δεκαετίες, Jacqueline Bonneau. Είναι η δεύτερη που μου παρεχώρησε η Μουσική Βιβλιοθήκη Λίλιαν Βουδούρη του Συλλόγου των Φίλων της Μουσικής.

 

«Συχνά αναφέρεται ότι η Κολάση δεν είχε τραγουδήσει Όπερα», μου λέει η Νένα Βενετσάνου. «Είναι λάθος. Είχε τραγουδήσει όλες τις φόρμες τραγουδιού και ήταν ειδικευμένη σε δύσκολα έργα της σύγχρονης μουσικής με μεγάλες ορχήστρες, κάτι που οι άλλες τραγουδίστριες δεν τολμούσαν τότε ν’ αγγίξουν. Ήταν ασυναγώνιστη στο Ληντ, γνώριζε το Ευρωπαϊκό σύγχρονο ρεπερτόριο και ουσιαστικά αυτή συνετέλεσε στη διάδοσή του ως ερμηνεύτρια και ως δασκάλα, μετά από 20-25 χρόνια καριέρας, κατά την οποία διαμόρφωσε έναν προσωπικό τρόπο προσέγγισής του. Ξέρω πως έχει σημειώσεις στις παρτιτούρες της, αλλά δεν δημοσίευσε κάτι, ούτε γνωρίζω εάν υπάρχουν ηχογραφήσεις των σεμιναρίων που έκανε».

Το 1944 η Κολάση, άσημη τότε, συνεργάστηκε με την Μαρία Κάλλας στο ανέβασμα του Φιντέλιο. Mέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80 συνεργάστηκε σε συναυλίες και στην δισκογραφία με διάσημους μαέστρους και πιανίστες σε ένα ευρύτατο ρεπερτόριο έργων, διακρίθηκε μεταξύ άλλων στις ερμηνείες της στο μονόδραμα Erwartung (Προσμονή) του Schoenberg, στην παγκόσμια πρεμιέρα της όπερας «Έκπτωτος Άγγελος» του Prokofiev, στο ορατόριο Oedipus Rex του Stravinsky στην Αγγλία και στην όπερα «Wozzeck» του Berg, που ηχογράφηθηκε για πρώτη φορά το 1950 και μεταδόθηκε από το γαλλικό ραδιόφωνο. Στις συναυλίες της είχε συχνά την τύχη να συνεργάζεται με προσωπικότητες σαν την Νάντια Μπουλανζέ και τον Φρανσίς Πουλένκ.

 

Η France Musique, για τα ενενηκοστά γενέθλια της μεγάλης αυτής προσωπικότητας της μουσικής, μετέδωσε πέντε εξαιρετικές συνεντεύξεις της, όπου αφηγήθηκε γεγονότα της ζωής της και μοιράστηκε τις σκέψεις της με το κοινό της.

Αφιερώνουμε το σημερινό κείμενο στην Ιρμα Κολάση με αφορμή την συναυλία της 12ης Φεβρουαρίου στην οποία η Μυρσίνη Μαργαρίτη και εγώ θα παρουσιάσουμε ένα της τραγούδι. Δυο λεπτά τραγούδι μας έδωσε αυτή την ευκαιρία!
Ένα μήνα μετά τη συναυλία μας στο Ωδείο Αθηνών, συμπληρώνονται οκτώ χρόνια από τον θάνατό της. Ας είναι λοιπόν το τραγούδι της κάτι συμβολικό, που υποκλινόμαστε με αυτό σε μια τεράστια προσωπικότητα, που δυστυχώς δεν δεν τιμήσαμε και δεν εκτιμήσαμε, όσο έπρεπε.