✔

Επιμέλεια: Αντώνης Δ. Σκιαθάς //

 

 

-Ας υποθέσουμε ότι έχετε απέναντί σας τον εαυτό σας όταν ήταν παιδί και πρέπει να τον συστήσετε σε άλλους. Τι θα λέγατε;  Άλλαξε κάτι από τότε;

Από μικρό παιδί φαινόμουν ήρεμη, γαλήνια και ζούσα δυο ζωές: στον κόσμο των μεγάλων σαν μοναχοπαίδι και σε εκείνον που είχα μέσα στο κεφάλι μου. Όπως και τώρα, έτσι και τότε, ο μέσα κόσμος έκανε ό,τι ήθελε αυτός κι ας έμοιαζα σαν κούκλα ατσαλάκωτη στην έξω ζωή μου. Αυτές οι δυο ζωές, τόσο αλλιώτικες, έτσι παρέμειναν, αναλλοίωτες. Ακόμα και μέσα στα δημοσιογραφικά γραφεία. Ίσως να ευθύνονται οι διαφορετικοί κώδικες διαπαιδαγώγησης της μάνας μου και της γιαγιάς: στο σπίτι μας αποστειρωμένα όλα, και στη γιαγιά ξυπόλυτη στο χωματόδρομο, άυπνη μέσ’ τα μεσημέρια στα γύφτικα τσαντίρια, ποτέ δεν μαρτύρησα, όμως, την μια στην άλλη…

 

-Πώς ακούτε την ποιητική φωνή σας διαβάζοντας τους στίχους σας;

Σαν το παιδί που υπήρξα κάποτε ή την έφηβη, γυμνή, καθαρή και κρυστάλλινη, σκέτη με το δικό της αίσθημα, δηλαδή δίχως κανένα αίσθημα, σαν την μαθήτρια που υπήρξα κάποτε και έλεγα το ποίημα σεμνά, κάπως δειλά, χωρίς ιδιαίτερη απαγγελία.

 

 

-Επίγονο ποιων ποιητών θεωρείτε τον εαυτό σας;

Θα ‘θελα του Καρυωτάκη που λατρεύω. Μάλλον όμως της Έμιλυ Ντίκινσον, της Σύλβια Πλαθ και της Κατερίνας Αγγελάκη- Ρουκ: καθαρά γυναικεία και εσωτερική.

 

-Η ποίηση αδικεί τον ποιητή καθώς δεν μπορεί να τον θρέψει. Εσείς πώς την αντιμετωπίζετε επαγγελματικά στο βίο σας ;

Σαν την απόκρυφη δύναμή μου, με συστολή και συντριβή. Σχεδόν εγγαστρίμυθα, σπανίως μιλάω γι’ αυτή. Γερνώντας την απολαμβάνω και στην ποίηση της καθημερινότητας που επιτέλους αξιώθηκα να μού είναι πια ορατή.  Η δημοσιογραφία, η κριτικογραφία και η πεζογραφία φορούν γυαλιά και κοστούμια, σε μεταμορφώνουν, σε κάνουν σχεδόν αποδεκτή. Ποίηση όμως γράφω και εκδίδω σχεδόν πριν από τη δημοσιογραφία.

 

 

-Πώς σας επισκέπτονται οι ιστορίες που γράφετε γι’ αυτές;

Όποτε θέλουν, απρόσμενα, όποτε με κρίνουν άξιά τους. Το μόνο που πρέπει να κάνω είναι να είμαι εκεί. Και να μη βιάζομαι. Τίποτε μεγάλο δεν εκβιάζω. Οι ιστορίες και το ποίημα είναι όπως ο Θεός ή ο έρωτας: σε καταδέχονται ή δεν σε καταδέχονται. Πρέπει να σου ανήκει η ιστορία και το ποίημα για να ‘ρθεί.

 

-Η αρματωσιά των ποιητικών σας διαδρομών σε τι διαφέρει από αυτές των ομότεχνών σας;

Σε μια σχέση που έχω μαζί τους σχεδόν σωματική, δηλαδή εντελώς σωματική. Είναι κομμάτι απ’ το κορμί μου κι όχι απ’ το κεφάλι μου.

 

 

-Ο χώρος της ποίησης και της λογοτεχνίας, όπως έχει δείξει η ιστορία, είναι τόπος μικρών και μεγάλων αψιμαχιών. Εσείς πώς τις βιώνετε;

Ευτυχώς είμαι από χωριό και από επιλογή, ζω εκεί. Από απόσταση οι ανασφάλειες χάνονται, μένει η συνάντηση, η συντριβή, η επαφή. Ζεις καλύτερα με τους άλλους, μακριά τους. Κρατάς τα τιμαλφή. Τους βλέπεις όμορφους.

 

-Η ποίηση έχει διάρκεια και διαδρομή. Εσείς πώς έχετε σχεδιάσει την πορεία σας προς την ολοκλήρωση του έμμετρου αγώνα που επιτελείτε;

Όσο μεγαλώνω γίνομαι όλο και πιο περίεργη για τη σκηνοθεσία της ζωής. Αφήνομαι, εγκαταλείπομαι, διαπιστώνω ό,τι, όταν είμαι ακίνητη, όλα είναι εκεί. Πάνε οι εποχές που έγραφα τα «προσεχώς» στο χαρτί. Τώρα τα υποδέχομαι γαλήνια.

 

 

-Στον επέκεινα χρόνο πού νομίζετε ότι θα βρίσκατε το πορτρέτο που η ίδια φιλοτεχνείτε;

Σχεδόν δεν κοιτάζομαι στον καθρέφτη, τίποτα δεν χάνεται, ακόμα και όταν ο εαυτός μας επιθυμεί να σβηστεί. Ίσως να ισχύει αυτό που έλεγε ο Μπόρχες, θα δούμε το πραγματικό πρόσωπό μας, την τελευταία στιγμή.

 

-Πώς ορίζετε το ποίημα που “αντέχει τον χρόνο”;

Αποκαλύπτεται σε κάθε συντριβή. Το φέρει η νύχτα, τα δάκρια, η αλήθεια, η βροχή. Μοιάζει δικό μας αλλά ήταν από πάντα εκεί.

 

 

Βιογραφικό:
Η Ελένη Γκίκα γεννήθηκε το 1959 στο Κορωπί. Δημοσιογράφος και βιβλιοκριτικός, έχει ασχοληθεί με το μυθιστόρημα, το διήγημα, την ποίηση, το παραμύθι, έχει συμμετάσχει σε συλλογικές εκδόσεις και έχει επιμεληθεί βιβλία και σειρές. Κυκλοφορούν 38 βιβλία της: δεκαπέντε μυθιστορήματα, δώδεκα ποιητικές συλλογές, τέσσερις συλλογές με διηγήματα, ένας τόμος με συνεντεύξεις και έξι παραμύθια.
Ποίηση:
«Σηματοδότες», 1984, Ζερβός (με το όνομα Ελένη Σωτήρχου)
«Δρασκελιές», 1988, Θεωρία
«Είκοσι δυο χρωματικές μεταμφιέσεις και έντεκα αιρετικά ποιήματα», 1992, Δωδώνη
«Μέλι, μελό, μέλισσα, μάλιστα», 1996, Φιλιππότη
«Έως, εαρινός, έρημος, έρχομαι», 1997, Φιλιππότη
«Σώμα, σταυρός, σάρκα, σταυρώθηκα», 1998, Φιλιππότη
«Θόλωσα, θύελλα, θάμβος, θυμήθηκα», 2000, Άγκυρα
«Άβυσσος, άλγος, άλμα, αρχίζω…» 2002, Άγκυρα
«Εν αταξίαις εύτακτοι όντες», 2006, Άγκυρα
«Το γράμμα που λείπει», 2009, Άγκυρα
«Η αρχιτεκτονική της ύπαρξης», 2014, Καλέντης
«Εν ύπνω», 2016, ΑΩ
Γράφει για βιβλία στον Φιλελεύθερο. Ανήκει στην εκδοτική ομάδα του διαδικτυακού περιοδικού Fractal.
«Εν ύπνω» και «Υπέρ κεκοιμημένων, πενθούντων, οδοιπορούντων» είναι τα δυο βιβλία της που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΑΩ.

 

Μεσημέρια Σαββάτου με την Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ στον Πολυχώρο της Άγκυρας

Για μια δεκαετία κάθε πρωινό Σαββάτου κατέβαινα στο γραφειάκι μου στον Πολυχώρο της Άγκυρας’ για κάποιους «κελλάκι» και για άλλους «μπουντουάρ». Εκεί είχαμε κάνει μια μικρή ιδιότυπη παρέα. Υποτίθεται δούλευα, είχα την επιμέλεια της ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής. Εκεί ερχόταν κάθε Σάββατο ανελλιπώς και η Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ. Θυμάμαι τα γέλια και τα τραγούδια μας, τις αθυρόστομες μαντινάδες και τις σοκολάτες. Όλα ήταν Ποίηση, δεν τολμούσε να μιλήσει για ποιήματα κανείς. Όπως όλα τα υπέροχα, έμεινε στο χρόνο κάπου εκεί: έγινε ανάμνηση. Και η Κατερίνα, πες οικογένεια.

Το έχω ξαναζήσει στο βιβλιοπωλείο κάποτε με την Μάρω Βαμβουνάκη στο Κορωπί. Τα ερωτικά δράματά μας, είναι φιλία που διαρκεί. Το ότι θα βγει βιβλίο, το μαθαίναμε παρά τα καθημερινά μας γέλια και κλάματα, στα προσεχώς.

Τον Αντώνη Σουρούνη, μόνο στερήθηκα, από τις βασικές σταθερές μου στη ζωή. Ερχόταν στον Πολυχώρο και για το χατίρι του, κατέβαινα στο παιδικό βιβλιοπωλείο που ήταν στο υπόγειο. Όταν έγραφε δεν ήθελε να βλέπει κανέναν. Κι ούτε και να τον βλέπουν επιθυμούσε. Η φιλία μας ήταν τόσο σημαντική, γινόμουν για εκείνον, λοιπόν, ο κανένας.

 

 

Πέντε ποιήματα:

 

Εραστής σκύλος

 

Ήταν γραπωμένος στη φούστα της

διέκρινε στα μαύρα μάτια του όλη την αγωνία

Μάτια πιστά, εξαρτημένα

μ’ όλη την πίκρα της ανάγκης του

αυτή το φως

αυτή, νερό,

αυτή, η αρχέγονη πείνα του

μια λαιμαργία υπαρξιακή

γι’ αυτό το πεταμένο κόκαλό της

Για ένα της κόκαλο

δαντέλα έγινε στη φούστα της

κι αυτή να επιμένει

«στενός κορσές» πως είναι.

Στενεύει η αγάπη, άραγε;

Τη σκέψη της να φύγει

την κατάλαβε στον κυματισμό

το μύρισε στην μπροστινή της πιέτα

σα να φύσηξε ούριος άνεμος

τώρα θα τον αφήσει με τη φούστα

σαν πανί να βολοδέρνει

Κι αυτή γυμνή

ούτε το ύφασμα

ούτε και το παράσιτο

αυτά τα πιστά μαύρα

αναγκεμένα μάτια

σαν του δαρμένου σκύλου

 

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2006

δεύτερη μέρα στις Εκατό Χουρμαδιές

 

 

Η ζωντανή φωνή ενός νεκρού άντρα

 

Πέθανε! Πάρ’ το απόφαση!

Της το επαναλάμβανε αυτό κάθε μέρα.

Κι ως ένα σημείο το καταλάβαινε

Πέθανε, έλεγε.

Κάθε που του τηλεφωνούσε

και δεν της απαντούσε

Απ’ το νεκρό τηλέφωνο το καταλάβαινε

Κι απ’ τα ερμητικά σφραγισμένα παντζούρια

Καθόλου φως πια

κι ούτε τα χέρια του

το είχε πάρει, έλεγε, απόφαση

Αλλά κάθε νύχτα ξανάκουγε

τη ζωντανή φωνή του στην κασέτα

Τη ζωντανή φωνή ενός νεκρού άντρα

 

Παρασκευή 21 Ιουλίου 2006

ALS, τρίτη ημέρα στις Εκατό Χουρμαδιές

 

 

Μεταμφιέσεις

 

Θα ντυθεί Κυριακή

η- Κυριακή- του- μπαμπά- της

Θα ντυθεί άστεγη

κάπου θα υπάρχει μια στέγη γι’ αυτή

Θα ντυθεί βροχή

κάπου θα πρέπει να πάει το κλάμα

Θα ντυθεί ψυχή

να πάρει ένα- ένα τα πρόσωπά τους

Θα ντυθεί νύφη

για να ξεφοβηθεί

Θα ντυθεί θάνατος

ν’ αναληφθεί

Θα ντυθεί κούκλα

να ξαναγίνει παιδί

Θα ντυθεί μέρα

να δύσει και να ξεκουραστεί

Θα ντυθεί ύπνος

να βυθιστεί

Θα ντυθεί μνήμη

να ξεχαστεί

Θα ντυθεί τίποτα

να πάει στο πουθενά να τον βρει

Θα ντυθεί χθες

για να μείνει εκεί

 

Κυριακή 26 Φεβρ. 2012

 

 

Άσπρα, λινά σεντόνια

 

όπως ο γάμος μας.

Λευκός κι αμόλυντος

με μυρωδιά

άφτερ σέιβ

και χλωρίνης.

Μυρτώ

με άρωμα λεμονιού

που λούζουν τους

ετοιμοθάνατους.

Εδώ να μείνεις,

“ενθάδε κείται η γυναίκα μου”,

το γράφει στο κουδούνι

η απουσία.

Ούτε όνομα

ούτε αύριο

“εδώ θα γίνει ο τάφος μας”,

είδες ποτέ πουλί

να δραπετεύει απ’ το κλουβί του;

Άσπρα κελιά!

Δες, αγάπη μου,

για σένα τα ετοίμασα,

έτσι σε θέλω,

σαν την Οφηλία,

λευκή κι αμόλυντη,

τρελή

στους πέντε δρόμους.

 

Κυριακή 16 Αυγούστου 2009

 

 

Σώμα- Δωμάτιο

 

Είπες: φυλακισμένος

Κι είπα: μόνη μου

Είπες: ασφυκτιώ

Κι είπα: κουράστηκα

Αλλ’ όμως συμφωνήσαμε

στο βασικό,

Τίποτε απ’ ό,τι γίνεται

δεν μας αρέσει.

Φωτιά

και Πάθος

Κάηκα

απ’ την επιθυμία,

Θεός

για κείνο που είναι

και δεν φαίνεται

Ποτέ δεν θα φανεί

όσο θα μας βαραίνει

αυτό το σώμα

τα ίδια θα λέμε

αποζητώντας ακριβώς τα ίδια

ξαφνιασμένοι

Μόνοι μας πάντα

Ακόμα και στον Έρωτα

όταν υποτίθεται πως γινόμαστε δυο.

Αλλ’ έτσι φθάνει ο καθένας*

Μόνος.

Καληνύχτα,

Καλημέρα,

Φτάνει να σε αναγνωρίζω

κάθε φορά.

 

Σα. 29 – Κυ. 30 Μαίου Ρόδος, Παλιό Λιμάνι

 

 

Στρείδι για φτύσιμο

Φεύγοντας καταλαβαίνεις τι χάνεις:
την επαφή σου με την ιστορία
την άκρη στο ποίημα
το δεξί σου αφτί
τ’ αριστερό σου μάτι
το σαγηνευτικό σου βλέμμα
το ενδεχόμενο.
Θα κλείσεις φεύγοντας
σα στρείδι
κι ούτε μαργαριτάρι
ούτε προοπτική
μονάχα δυο γουλίτσες
βρώμικης θάλασσας,
Για φτύσιμο, δηλαδή.

Τρίτη 25 Ιουλίου, 7η μέρα, φεύγοντας

 

 

 

Δημοσιεύθηκε στο “Γραφείον Ποιήσεως” στην εφημερίδα “Πελοπόννησος”. Στο φύλλο της Κυριακής 05.01.20 Επιμέλεια σελίδας Αντώνης Δ. Σκιαθάς.