Από τον ποιητή, θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Το βιβλίο που θα έπρεπε να μπει στην ύλη των αναγνωστικών και της σύγχρονης νεοελληνικής λογοτεχνίας στη Δημοτική, Μέση, Ανώτερη κι Ανωτάτη Εκπαίδευσή μας. Ένα αφήγημα κατάλληλο δια βίου μάθησιν. Αποφεύγω να το πω «μυθιστόρημα», γιατί ξεφεύγει από την γραμμική ή ελικοειδή γραμμή που θα αναμέναμε στα αμήχανα χρόνια της ανοικοδόμησης μετά την καταστροφική μανία του μετανεωτερικού Σίβα, που ισοπέδωσε τα πάντα κι όλες οι βεβαιότητές μας κατακρημνίστηκαν, οι αξίες μας καταποντίστηκαν, οι ιδέες μας συναπαρτίζουν τώρα μια θολή αμαλγαματοποιημένη κουλτούρα που δεν μοιάζει με Πολιτισμό [τουλάχιστον όχι με Πι κεφαλαίο].

Ο βορειοηπειρώτης και διεθνής παν-έλληνας [από τον Πάνα] Νίκος Κατσαλίδας γίνεται με το ώριμο αυτό πόνημά του διδάσκαλος ήθους, γλώσσας και ρυθμολογίας. Είναι τόσο βιωμένος ο λόγος του που απομένει απλώς η αποθησαύριση και κατάταξή στα ειδολογικά ερμάρια της σύγχρονης λογιοσύνης μας (που δεν είναι όμως – φευ – κι αγιοσύνη, στοιχείο που υπερχειλίζει στη συγκεκριμένη θεματολογία και φαινομενολογία).

Ποιητικό πόνημα, λόγος χορευτικός, διανόημα υψιπετές, χαρμόσυνη ανάληψη ευθυνών, υπεύθυνη επανάληψη κι ανά-χάραξις τού παραδοσιακώς βιωμένου, με τέτοιον τρόπο που ωχριά και ο εικαστικός και ο μουσικός παλμός πολλών εκστασιασμένων λογογράφων και εικονογράφων. Γιατί ο Νίκος Κατσαλίδας διακρίνεται από την χαρακτηριστική εκείνη ιδιότητα όλων των σημαντικών, των μεγάλων και σημαδιακών λογοτεχνών: απεικονίζει τη φύση και τα εσωτερικά τοπία των ανθρώπων με τέτοια καυστική μελάνη που δεν ξεχνάς ποτέ τα εικαστικά ποιήματά του. Και δεν δυσκολεύομαι διόλου να αντιδιαστείλω ετούτη την ποιητικότητα γραφή από τον άμουσο πεζό ή ψευδοποιητικό λόγο των συγχρόνων του (των συγχρόνων μας) που θαρρούν πως συν-γραφή είναι απλώς το copy-paste ιδεών και ιδεολογημάτων χωρίς καμία πρωτοτυπία. Άμουσοι, ανεγκέφαλοι κι ανελεύθεροι, οι περισσότεροι, απαρνιούνται την δημοτική μας παράδοση θαρρώντας πως ψήλωσαν απότομα μετά την παπαγαλία ξένων πονημάτων σε γλώσσες με άλλη δομή και ρυθμολογία. Έτσι καταντούν οι περισσότεροι να μιμούνται «μιμήσεις ζωής» που δεν έχουν ζωή καμία, αφού ο λόγος δεν είναι βιωμένος, μήτε καν νεκραναστημένος.

 

Ο Νίκος Κατσαλίδας, αντιθέτως, εδώ τολμάει το αδιαχώρητο: συμπυκνώνει σε έναν τόμο όλη την ποίηση, τους οραματισμούς, την γραφιστική περιπέτεια της ζωής του. Μύθοι και πνευματικά τολμήματα, αναμνήσεις και παροράματα, σχέδια και προπλάσματα, μακέτες και επιτευχθείσες εικονο-λογο-πλασίες [αναγκαστικά νεολογίζω κι εγώ]… όλα αυτά συνδυάζονται με έναν αποκλειστικά πρωτότυπο και πρωτοποριακό τρόπο σε μια νυχτωδία πολύκοσμης μοναξιάς, όπου τα πολιτικά ιδεώδη δεν επαρκούν για να ζωντανέψουν την ουτοπία και να της επιτρέψουν να περπατήσει στη γη, σε αυτήν εδώ τη γη, έστω και με υποστυλώματα.
Τα λόγια σώνονται, οι λέξεις δεν επαρκούν όταν πρέπει και θέλεις να μιλήσεις για ένα έργο Τέχνης που μόνον οι φιλόλογοι του μέλλοντος, σε συνδυασμό με τις σοφές μηχανές, θα μπορέσουν να αξιολογήσουν κι αξιοποιήσουν επαρκώς, γιατί είναι τόσο πλούσιο σε όλα τα κειμενικά κι εξωκειμενικά του υποστρώματα που δεν αρκεί μία απλή, γραμμική ή «λοξή» ανάγνωση, αλλά χρειάζεται η καθημερινή αποσπασματική επανάληψη, σαν δέηση, μάντρα ή στοχασμός ελευθέρου τινός νοός.

Ο Νίκος Κατσαλίδας διαλογίζεται φωναχτά ακολουθώντας φωναχτά τα σολωμικά «κινήματα της ψυχής» ενός «νυχτοπαρωρίτη» ήρωα, ενός δραματικού προσώπου που ξέφυγε λες από την Ελληνική Μυθολογία κι έγινε παγκόσμιο, με όλη την φιλάνθρωπον έννοιαν τού Δυτικού Διαφωτισμού.

Έγνοια του ποιητή-πεζογράφου είναι να μιλήσει για εκείνα που καίνε την ψυχή του και παγώνουν τον πνευματικό-κοινωνικό του ορίζοντα και τον εμποδίζουν να επιδράσει σημαντικά στην Ύλη, σε τέτοιο βαθμό που να την μετατρέψει πάλι σε Ενέργεια, βγαλμένη από τα συμπαντικά ρεύματα του Ηρακλείτου.

Αυτός ο πόθος ο διακαής κι αποκρυσταλλωμένος είναι που κραυγάζει μέσα απ’ όλο αυτό το εκτενές κείμενο και κραυγάζει στο όνομα μιας άλλης Ελευθερίας που δεν θυμούμαστε πια μήτε το όνομά της μήτε καν τη θωριά της την λυτρωτική.

Το αίτημα αυτού του εγνωσμένου λογοτεχνικού εγχειρήματος είναι ο οραματισμός, η απαίτηση κι η διεκδίκηση της Απελευθέρωσης του κοιμισμένου ανθρώπινου γένους που υπνοβατεί σε μια απέραντη παγωμένη ερημιά, σαν χιονισμένη έρημος, εκεί που δεν μπορείς να ζεσταθείς μήτε και να ξεπαγιάσεις, μόνον περιφέρεις τη γύμνια της αγνοίας σου ως θλιβερό τρόπαιο, σαν πινακίδα σε παλαιά φθαρμένη ξενοδοχεία «μην ενοχλείτε». Κανείς δεν φαίνεται να ενοχλείται όμως από τους σύγχρονους «σαλούς» που μόνον εκείνοι γνωρίζουν πως ο Μεσαίωνας δεν πέρασε και τα σύγχρονα βασανιστήρια είναι πολύ πιο εκλεπτυσμένα από τα παρελθοντικά, τα εξιστορημένα…

Η ιστορική μνήμη δεν είναι ακριβώς το αίτημα εδώ, μήτε κι η μυθοποίηση του ρομαντικού ήρωα που ζει στις παρυφές της Ανθρωπότητας κάπου μεταξύ γελοιότητος και μεγαλείου. Το έργο αυτό είναι τραγικωμικό και δια των αντιθέσεων, με έντεχνη γνώση της αρμονικής αντιστίξεως επιτυγχάνει ο συγγραφέας του να διασωθεί από τις βιαστικές λεπίδες στον αναμεικτήρα της παγκοσμιοποιημένης μας, ιστορικής πλέον ιδεατής «πραγματικότητας» που τείνει να καταλάβει όλα τα κενά του αχρησιμοποίητου μυαλού μας.

 

Εμπνευσμένος ο λογοτέχνης Νίκος Κατσαλίδας, ονειροβατώντας κι εγώ ακολουθώ με την ελπίδα ή την ψευδαίσθηση πως αλλάζουμε κάτι στο χωροδικτύωμα του νοητικού σύμπαντος όπου βρεθήκαμε εγκλωβισμένοι σαν σε ιστό αράχνης κακιάς.
Το παραμυθικό στοιχείο είναι τόσο έντονο σε αυτήν την αιρετική αλλά όχι κι αποξενωτική αφήγηση που ο Νίκος Κατσαλίδας μπορεί άνετα να διεκδικήσει τη σκυτάλη από τους μεγάλους παραμυθάδες της Ανατολής. Εξάλλου Βόρειος Ήπειρος κι Ελλάδα εξακολουθούν να βρίσκονται στο μεταίχμιο δύο κόσμων κι αν δεν πέφτουν στο χάσμα ανάμεσό τους είναι γιατί τους σώζει το αλεξίπτωτο της υψιπετούς ποιήσεως. Αυτή που θάλλει σε αφθονία μέσα σε αυτό το βιβλίο κι απειλεί να καταπλήξει όλους τους κοιμισμένους και να γεμίσει τη σκοτεινιά με Φως ανέσπερον. Μισότυφλοι είμαστε όλοι μας στα κουρέλια της σάρκας που ήτανε κάποτε κι αυτή πνεύματα κι όχι ναός απλός του πνεύματος, συλημένος.
Η μεταφυσική που ενυπάρχει και κυοφορείται σε αυτό το λογοτέχνημα είναι απολύτως γειωμένη και προσγειωμένη, ακριβώς όπως και στις παραλογές, στα αθάνατα δημοτικά μας τραγούδια, εκεί που η γλώσσα μας λάμπει λαγαρή σε όλο το μουσικό της ανάπτυγμα.
Αυτό το κείμενο θα μπορούσε να μεταφερθεί στο θέατρο δίχως καμιά προσαρμογή. Η σκηνή το αναμένει…

Μετά Λόγου Γνώσεως,
Δρ. Κωνσταντίνος Β. Μπούρας