Γράφει η Ελένη Γκίκα

«Ο μεγάλος υπηρέτης», Δημήτρης Σωτάκης , εκδ. Κέδρος

«Δεν μπορώ να θυμηθώ πώς συνέβη, όμως κάποια στιγμή της ζωής μου βρέθηκα μέσα σε έναν λαβύρινθο. Κανείς δεν με ανάγκασε να μπω, κανείς δεν με συμβούλευσε να το κάνω, ούτε με βοήθησαν να τον αποφύγω. Όταν πρωτοβρέθηκα μέσα του, δεν έκανα τίποτα άλλο απ’ το να τον παρατηρώ. Βάδιζα και κοιτούσα έκθαμβος, τα δαιδαλώδη τοιχώματά του, που υψώνονταν σε ένα ανάστημα που με εμπόδιζε να δω παραπέρα• […] Τις πρώτες ώρες ο ενθουσιασμός μου ήταν μεγάλος. Περνούσα από το ένα τμήμα του στο άλλο και ανυπομονούσα να εξερευνήσω την επόμενη μικρή οδό που οδηγούσε σε ένα μονοπάτι χωρίς διέξοδο, κάθε βήμα μου ήταν μια αποκάλυψη. Όταν όμως κύλησε λίγο ο χρόνος εκείνος ο λαβύρινθος δεν ήταν απλώς ένα αξιοθέατο, ένας μυστηριώδης τόπος τον οποίο είχα την ευκαιρία να ανακαλύψω• ήμουν εγκλωβισμένος εκεί και στ’ αλήθεια δεν είχα τη δυνατότητα να βρω την έξοδο».

Ο Δημήτρης Σωτάκης, ο πιο πολυμεταφρασμένος από τους νέους, έλληνες συγγραφείς [τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πάνω από 10 γλώσσες, από τα γαλλικά και ιταλικά, ως τα σερβικά και τα κινεζικά], αποδεικνύεται μια ακόμα φορά ότι είναι σήμερα ο απόλυτος εκφραστής του παράλογου. Και μάλιστα, με καθημερινά, απολύτως αναγνωρίσιμα υλικά.

Στον «Μεγάλο υπηρέτη» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον Κέδρο, παρ’ ότι στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Λαβύρινθος» ο συγγραφέας, όσον αφορά του ήρωα τον ψυχισμό γίνεται αποκαλυπτικός, όλα αρχίζουν με την πιο συνηθισμένη και καλότροπη μέθοδο: ο αφηγητής, δηλαδή, που είναι και το αφεντικό, μετά την κηδεία του θείου του, προκειμένου να αφοσιωθεί στις επικερδείς επιχειρήσεις του, προσλαμβάνει τον Μάριο, τον υπηρέτη του νεκρού, με τον οποίο μοιάζουνε κιόλας. Ωστόσο, τον ενοχλεί και μόνο η παρουσία του τον πρώτο καιρό. Συν τω χρόνω, όμως, αρχίζει να του εκχωρεί –όχι απλώς αρμοδιότητες- αλλά ολόκληρα κομμάτια ζωής. Ο Μάριος συναντά την κοπέλα με την οποία ο ίδιος ηλεκτρονικά επικοινωνεί. Κι αρχίζει να ζει μια ερωτική σχέση, κυριολεκτικά, αντ’ αυτού την οποία όμως ο αφηγητής βιώνει ως απολύτως προσωπική.

Και η μεταβίβαση συνεχίζεται αργότερα και με την επαγγελματική του ζωή. Σε σημείο που να ανταλλάσουν υποχρεώσεις και συνήθειες: το αφεντικό φτιάχνει κήπους, μαγειρεύει και καθαρίζει και ο υπηρέτης ερωτεύεται και κλείνει επιτυχημένες δουλειές, πάντοτε «αντ’ αυτού». Ωστόσο ο αφηγητής την μεταβίβαση αυτή την βιώνει ως την ύψιστη ευτυχία και επιτυχία:

«Ήμουν ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος, οι επαγγελματικές μου δραστηριότητες βρίσκονταν σε έξαρση και η σχέση μου ήταν σταθερή, δεν ξέρω τι άλλο μπορούσε κανείς να ζητήσει από τη μοίρα ή δεν ξέρω και εγώ από πού, από έναν Θεό που καραδοκεί και ρυθμίζει τις ζωές των ανθρώπων».

 

sotakis

Δημήτρης Σωτάκης

 

Στην πορεία αυτό το εγκεφαλικό και όχι μόνο «παιχνίδι» θα γίνει ακόμα πιο σκληρό: προκειμένου «να ζήσει» τον έρωτά του και «να συζήσει» με την αγαπημένη του, ο αφηγητής θα εξοριστεί στο μικρό γραφείο των ραντεβού, εκχωρώντας το σπίτι στο ζευγάρι που βιώνει «αντ’ αυτού» την ερωτική του ζωή:

«Δεν έβλεπα παρά μόνο τον στόχο να προστατεύσω τον εαυτό μου και όσα είχα κατακτήσει, δεν υπήρχε τίποτε άλλο στον ανοικτό ορίζοντα». «Ένας άνθρωπος που έχει πετύχει τους βασικούς στόχους του πληρώνει σαφώς κι ένα τίμημα γι’ αυτό, δεν έπρεπε να γκρινιάζω, λοιπόν, τα είχα όλα πλέον, δεν θα με έβλαπτε και μια μικρή αλλαγή».

Θα επιμένει μέχρι το τέλος, ακόμα κι όταν υποχρεωθεί να φύγει κι απ’ το μικρό γραφείο διότι η μεγάλη αγαπημένη επιθυμεί να το οικειοποιηθεί.

Θα επιμείνει στην μεγάλη του επιτυχία αυτή, ακόμα και εξορισμένος, βρώμικος και πεινασμένος στο πάρκο, με τον εαυτό του αγνώριστο πια στον καθρέφτη, θα δηλώνει ωστόσο «άντεχα να υπομένω τις δυσκολίες γιατί τις θεωρούσα μέρος ενός σημαντικού σχεδίου και αυτό άξιζε κάθε θυσία από τη μεριά μου».

Και μάλιστα «Ήθελα να απολύσω τον Μάριο. Είχα την εντύπωση ότι ο κύκλος αυτός είχε κλείσει. Δεν τον χρειαζόμουν πια, η ζωή μου είχε αποκτήσει μια κανονικότητα, μια αρμονική συνοχή, ως εκ τούτου ο Μάριος περίσσευε». Δήλωνε χωρίς ωστόσο να αναγνωρίζει ότι ο υπηρέτης, ο Μάριος, μετά απ’ όλες αυτές τις μεταβιβάσεις είναι αυτός, έγινε αυτός:

«Σταδιακά ήρθε η παρακμή, ύπουλα, μέρα με τη μέρα ξεκίνησε η διάβρωση, έτσι νομίζω γίνεται πάντα, δεν έρχεται ως ένα μεγάλο απογοητευτικό κύμα, αλλά ως μια φθορά ανεπαίσθητη και αόρατη. Ήταν λίγο πριν πεθάνει ο θείος, λίγο πριν προσλάβω τον Μάριο να δουλέψει για μένα, ένα σημείο κομβικό για την μετέπειτα ζωή μου».

Ο Σωτάκης είναι συγγραφέας διαβρωτικός: ξεκινάς κατανοώντας τα πάντα, από κάποιο σημείο αρχίζεις να χαμογελάς μέχρι και να γελάς και σιγά σιγά η ανάγνωση γίνεται κατά κάποιον τρόπο εμπειρία σωματική: η ιστορία παράλογη και ασθματική κι ο μεγάλος υπηρέτης σχεδόν χωρίς ανάσα εσύ.

Εξάλλου, κατά κάποιον τρόπο έχεις γίνει ο μεγάλος υπηρέτης, ως εργασιομανής ή κάποιες εποχές ως ο απόλυτος καταναλωτής.

Το μυθιστόρημα αναπτύσσεται σε δέκα κεφάλαια κι ένα εμβόλιμο που φέρει τον τίτλο «λαβύρινθος», και είναι το μόνο κείμενο που ρίχνει φως στην απολύτως αφελή σχεδόν αφήγηση του εγκλωβισμένου, τελικά, σκηνοθέτη- αφηγητή.

 

o megalos ypiretis cover

 

Μια ιστορία για την μάχη με τον εαυτό μας και τις ψευδαισθήσεις μας που εμποδίζουν να ζήσουμε και να βιώσουμε την όντως ζωή. Με εφιαλτικές προεκτάσεις. Υπάρχουν και διαδρομές που δεν έχουν επιστροφή: «καφκικός» ο συγγραφέας όπως έχει ήδη αναγνωριστεί, στήνει ένα αλληθοφανέστατο σύμπαν και σε εγκλωβίζει για πάντα εκεί.

Ο Δημήτρης Σωτάκης που γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973, έχει εκδώσει ήδη 12 βιβλία. Το βιβλίο του «Η πράσινη πόρτα» (2002) ήταν υποψήφιο για το βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω», το μυθιστόρημά του «Ο άνθρωπος καλαμπόκι» ήταν υποψήφιο για το βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ για το 2007, καθώς και για το βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω», ενώ «Το θαύμα της αναπνοής» (2009), τιμήθηκε με το βραβείο The Athens Prize for Literature του περιοδικού «(δε)κατά» και ήταν υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας, καθώς και για το βραβείο Jean Monnet στη Γαλλία. Διαθέτει δικό του συγγραφικό εκτόπισμα, λογοτεχνικό σύμπαν και απολύτως προσωπικό στυλ.

Fractalart.gr