ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ

————————

Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

 

«Δίπλα μας στέκει μια ομάδα Ελλήνων, αυτοί οι φοβεροί και αξιοθαύμαστοι Εβραίοι τής Θεσσαλονίκης, πεισματικοί, σοφοί, αμείλικτοι και αλληλέγγυοι, αποφασισμένοι να ζήσουν, ανελέητοι αντίπαλοι στον αγώνα τής επιβίωσης. Έκλεισαν τρία χρόνια στο Άουσβιτς, αυτοί ξέρουν καλύτερα απ’ τον καθένα τι είναι το στρατόπεδο. Στέκονται σε κύκλο με τους ώμους κολλητά ο ένας στον άλλον και τραγουδούν μια μακρόσυρτη μελωδία: Του χρόνου στο σπίτι… στο σπίτι από την Καμινάδα!»

Επέλεξα αυτό το απόσπασμα από «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» του Πρίμο Λέβι, του συγγραφέα – σύμβολο των στρατοπέδων τών Ναζί, γιατί δεν είχα δικές μου λέξεις για ν’ αρχίσω ένα σημείωμα, που να μιλά για το ασύλληπτο, μέρα που είναι.

Το Άουσβιτς, το Μπίρκεναου, το Μπούχενβαλντ και άλλα ακόμα στρατόπεδα που αποτελούν τη μέγιστη ντροπή για τον άνθρωπο του εικοστού αιώνα. Χώροι που σημάδεψαν την ιστορία τού πολιτισμού και τραυμάτισαν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, αφού, μισό αιώνα μετά, η ιστορία δεν δικαίωσε, όπως θα έπρεπε, τα θύματα της βίας, μη καταλογίζοντας ανάλογες ευθύνες σε όσους, όσοι άμεσα ή έμμεσα διαδραμάτισαν κύριο ή δευτερεύοντα ρόλο στο δολοφονικό σχέδιο του προγράμματος της φυλετικής καθαρότητας.

 

Jpeg

Το στρατόπεδο στο Άουσβιτς εγκαινιάστηκε στις 14 Ιουνίου του 1940, με την άφιξη περισσοτέρων από εφτακόσιους Πολωνούς, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν στο να χτίσουν μεταξύ των άλλων και το κρεματόριο. Στις 15 Αυγούστου αποτεφρώθηκαν τα πρώτα πτώματα.

Το μεγάλο Άουσβιτς ΙΙ ή αλλιώς Μπίρκεναου στήθηκε το 1941.

Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1941 δοκιμάστηκε στο Άουσβιτς το δηλητηριώδες αέριο Zyklon-B.

Η πρώτη μεγάλη παρτίδα Εβραίων έφτασε στο Άουσβιτς στις 15 Φεβρουαρίου 1942.

Το 1999, στο τέλος τού αιώνα, ο Χέιρτ Μακ, γράφοντας το μνημειώδες ταξιδιωτικό του «Στην Ευρώπη: Ταξίδια στον 20ο αιώνα», σημειώνει:

«Τώρα το στρατόπεδο Μπίρκεναου αποσαθρώνεται σιγά σιγά. Έπειτα από μισό αιώνα το σκουριασμένο αγκαθωτό σύρμα θρυμματίζεται στα χέρια σου, τα βουνά από παπούτσια έχουν γίνει γκρίζα και μαύρα, τα περισσότερα ξύλινα κτίσματα έχουν σαπίσει. Μόνο οι καμινάδες στέκονται ακόμη όρθιες, σε μακριές σειρές, τα τελευταία απομεινάρια των εκατοντάδων παραγκών που κάποτε αποτελούσαν το στρατόπεδο αντρών και το οικογενειακό στρατόπεδο…»

Ο Χόρχε Σεμπρούν, ένας από τους σημαντικότερους ευρωπαίους συγγραφείς, επιζεί, μετά από δυο χρόνια εγκλεισμού στο στρατόπεδο του Μπούχενβαλντ. Στις 11 Απριλίου του 1945 είναι από τους λίγους που έχουν απομείνει στο στρατόπεδο και απελευθερώνονται από τα συμμαχικά στρατεύματα του Πάττον. Δεκαπέντε χρόνια, μετά, στο συγκλονιστικό μυθιστόρημά του «Γραφή ή ζωή», περιγράφει τις πρώτες στιγμές τής απελευθέρωσής του και την επιστροφή του στη ζωή και στην ελευθερία.

«Βρίσκονται απέναντί μου (σ. σ.: Οι στρατιώτες των συμμαχικών δυνάμεων που έφτασαν πρώτοι στο στρατόπεδο), με γουρλωμένα μάτια και βλέπω ξαφνικά τον εαυτό μου στο τρομαγμένο τους βλέμμα.

»Δυο χρόνια τώρα ζούσα χωρίς πρόσωπο. Δεν είχε καθρέφτες στο Μπούχενβαλντ. Μια φορά τη βδομάδα στα ντους έβλεπα το κορμί μου, που ολοένα αδυνάτιζε. Δεν υπήρχε πρόσωπο στο πάνω μέρος αυτού του γελοίου κορμιού. Με το χέρι ψαχούλευα μερικές φορές μια καμάρα τών φρυδιών, τα μήλα τών παριών που προεξείχαν, το κοίλωμα σ’ ένα μάγουλο…

»Με κοιτάζουν με μάτια τρελού, γεμάτα φρίκη…

»Το βλέμμα τους, όλο φρίκη, αποκαλύπτει τη φρίκη τού δικού μου βλέμματος. Αν τα μάτια τους είναι καθρέφτες, τότε πια θα πρέπει το βλέμμα μου να είναι τρελό, ρημαγμένο.

»Προχώρησαν προς το μέρος μου.

»Δυο, γύρω στα τριάντα, ξανθοί, μάλλον ροδαλοί. Ο τρίτος πιο νέος, καστανός. Θα πρέπει να είναι συνομήλικός μου, ίσως λίγο μεγαλύτερος.

»Με κοιτάζει, αποσβολωμένος από τρόμο.

»-Τι τρέχει; Ρωτάω ενοχλημένος. Μήπως η σιωπή τού δάσους σάς σαστίζει τόσο;

»Γυρίζει το κεφάλι προς τα δένδρα, ολόγυρα. Το ίδιο και οι άλλοι. Στήνουν αυτί. Όχι, δεν είναι η σιωπή. Προφανώς αυτό που τους τρομάζει είμαι εγώ και τίποτε άλλο.

»-Δεν έχει πια πουλιά, λέω, συνεχίζοντας τη σκέψη μου. Λένε ότι τα έδιωξε ο καπνός του κρεματορίου. Ποτέ πουλιά σ’ αυτό το δάσος…

»Αφουγκράζονται, προσεκτικά, προσπαθώντας να καταλάβουν.

»-Η μυρωδιά της καιόμενης σάρκας, αυτό! Το κρεματόριο σταμάτησε χθες, τους λέω. Ποτέ πια καπνός στο τοπίο. Τα πουλιά ίσως ξανάρθουν!

»Κάνουν έναν μορφασμό, αόριστα αηδιασμένοι.

»Μα δεν μπορούν αληθινά να καταλάβουν. Καπνός: ξέρουν τι είναι, πιστεύουν πως ξέρουν. Σ’ όλες τις αναμνήσεις τού ανθρώπου υπάρχουν καμινάδες που καπνίζουν…

»Αυτόν εδώ τον καπνό, όμως, δεν τον ξέρουν. Και ποτέ αληθινά δε θα τον μάθουν. Ούτε αυτοί εδώ, ούτε όλοι οι άλλοι. Δε θα μάθουν ποτέ, δεν μπορούν να φανταστούν, όσο αγαθές κι αν είναι οι προθέσεις τους.

»Καπνός πάντα παρών, σε τολύπες ή σε έλικες, πάνω από την κοντόχοντρη καμινάδα του κρεματορίου…»

«Φεύγω απ’ την καμινάδα, γίνομαι καπνός», ήταν οι συνηθισμένες εκφράσεις στην καθομιλουμένη όλων των στρατοπέδων…

Οι συγκλονιστικότερες μαρτυρίες για τα όσα δοκίμασαν την αξιοπρέπεια του Ανθρώπου, βρίσκονται ανάμεσα στις σελίδες τών βιβλίων τού Ιταλού Πρίμο Λέβι. Ιδιαίτερα το βιβλίο του «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» θεωρείται κορυφαίο μεταξύ όσων έχουν γραφεί ως μαρτυρίες τού Ολοκαυτώματος. Για πολλούς μελετητές είναι και η αιτία που το Ολοκαύτωμα έμεινε ως όρος στην ιστορία. Είναι δε χαρακτηριστικό αυτό που καταγράφει η Λίζυ Τσιριμώκου για τον Πρίμο Λέβι και την κατάθεση της μνήμης του:

«Όταν ο Κάφκα στην ‘‘Αποικία των τιμωρημένων’’ περιέγραφε με ανατριχιαστική φαντασία την περίπλοκη σωματογραφική μηχανή που κεντούσε στο δέρμα τού μελλοθανάτου την καταδικαστική απόφαση, δεν μπορούσε ίσως να διανοηθεί ότι μία εικοσιπενταετία μόλις αργότερα, η πραγματικότητα θα υπερέβαινε τα όρια του εφιαλτικού αλληγορήματός του και ότι χιλιάδες ομόθρησκοί του θα έφεραν, σαν ‘‘σφραγισμένα’’ ζώα, πάνω στο κορμί τους το στίγμα τού θανάτου: το τατουάζ του Haftling, του τροφίμου των ναζιστικών κολαστηρίων. Στο χέρι τού Πρίμο Λέβι (1919-1987) χαράχθηκε ο αριθμός 174517 του Άουσβιτς και αυτό το νούμερο ήταν η νέα του ταυτότητα στον έναν περίπου χρόνο (Φεβρουάριος 1944 – Ιανουάριος 1945) της αποκτηνωτικής ζωής του στο «Λάγκερ». Υπήρξε και αυτός μια απρόσωπη μονάδα τής ξέθωρης και εξαθλιωμένης μάζας που απέβλεπε στη φυτόζωη επιβίωση, σπρώχνοντας τη μια μέρα με την άλλη, προσπαθώντας να γλιτώσει το χειρότερο: την ‘‘τελική λύση’’ του θαλάμου τών αερίων και του κρεματορίου».

 

Σήμερα στο Άουσβιτς θα ειπωθούν πολλά. Δεν υπάρχει περίπτωση, όμως, ν’ ακουστεί από κανέναν, ότι η σύγχρονη Ευρώπη βιώνει μια παραλλαγή τού Χίτλερ. Ακούει στο όνομα Μέρκελ. Οι Γερμανοί δεν ντρέπονται για την πολιτική της. Η ίδια δεν ντρέπεται για τίποτα. Η στάση της απέναντι στην Τουρκία μαρτυρά πολλά.

Οι νικητές του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου λυπήθηκαν τη Γερμανία. Θέλησαν να την αναστήσουν στα πόδια της. Σήμερα η Γερμανία τής Μέρκελ δείχνει την αγνωμοσύνη της και το λάθος τών νικητών.

Λάρισα, 27/1/2020