Η φωτογραφία είναι πλέον εμβληματική. Αποτυπώνει το περίφημο σπίτι με τις κόρες (Καρυάτιδες τις λένε κι αυτές) στην οδό Ασωμάτων 45 στου Ψυρρή και αποδίδεται στον φωτογραφικό φακό του Bresson. Εικάζεται, δε, ότι το συγκεκριμένο «κλικ» στη μηχανή του Γάλλου φωτορεπόρτερ, που πιστώνεται σειρά πολύτιμων φωτογραφιών της μεταπολεμικής Ελλάδας, ακούστηκε ένα μουντό χειμωνιάτικο απόγευμα του 1953.

Είναι από αυτές τις εικόνες, που με απορροφούν. Όχι μόνο για την αντίθεση των δύο μαυροφορεμένων γυναικών προς το λευκό των αγαλμάτων, που στηρίζουν τη στέγη του μπαλκονιού, ούτε και για το κουρείο του Παναγιώτη Κρητικάκου, που μετατράπηκε σε ντελάλη ενός γοητευτικού πλην απολύτως ανυπόστατου θρύλου. Τα αγάλματα με τα δεμένα στη μέση χέρια δεν απεικονίζουν τις νεκρές νεαρές κόρες του ιδιοκτήτη του σπιτιού –όπως διέδιδε ο Κρητικάκος- διότι απλούστατα… οι κόρες δεν έφυγαν πρόωρα. Έζησαν και βασίλεψαν ίσαμε τα βαθιά τους γεράματα (φαίνεται πως ο κουρεύς εξασκημένος στο να τριμάρει μούσια, αποφάσισε να καλοσυντηρήσει ένα από αυτά δίκην διαφήμισης της επιχείρησής του…). Τέλος πάντων.


Η εικόνα με ρουφάει σαν παρατηρήτρια στοιχείων – δειγμάτων μιας παρελθούσας αισθητικής, που συνίσταται κυρίως στην αρχιτεκτονική διακόσμηση της εποχής. Θαυμάζω τα ακροκέραμα στις σκεπές, ως χαρακτηριστικά της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής των οποίων τη χρησιμότητα πρόσφατα ανακάλυψα (λειτουργούσαν, λέει, ως τάπα ανάμεσα στα κενά των κεραμιδιών, έτσι ώστε να μη στήνουν τη φωλιά τους τα πουλιά και να μη τρυπώνουν φίδια για να τα φάνε). Έναν γρύπα (απ΄ όσο μπορώ να διακρίνω) απεικονίζει το γωνιακό ακροκέραμο του εκ δεξιών παρακείμενου σπιτιού, τα κλασικά άνθη δεσπόζουν στα ακροκέραμα του εξ ευώνυμων… Παρατηρώ και τα κολονάκια των μπαλκονιών της εποχής. Μπαλούστρα τα λέγανε θαρρώ και η παρουσία τους ήταν κυρίως διακοσμητική. Την προσοχή μου τραβούν ιδιαίτερα και αυτά τα αριστουργηματικά περίτεχνα σιδερένια στηρίγματα των υποστέγων, που ευτυχώς σώζονται ακόμη σε αρκετά σημεία του ιστορικού κέντρου της Αθήνας.


Αλλά η εικόνα με ρουφάει και σαν λαθροθεάτρια (πόσο δεν μου αρέσει στο θηλυκό του…) από το ανοικτό πορτομάγουλο του σπιτιού, στο νούμερο 43, απ΄ όπου διακρίνονται οι στρωμένες πέτρες της αυλής, ένα υπόλοιπο μηχανής –ενδεχομένως κάποιας σαραβαλιασμένης μοτοσικλέτας από εκείνες τις «μπεμπέκες» των τριών τροχών- η τσίγκινη στέγη μπροστά στην πόρτα κάποιου ισογείου και το κεφαλόσκαλο μιας σκάλας με ξύλινη κουπαστή που οδηγεί σε επάνω όροφο. Είναι η δραματική είσοδος ενός φτωχόσπιτου, όπως όλα εκείνης της εποχής στου Ψυρρή. Με πόρτα βαριά, με ξύλινο ταλαιπωρημένο ανώφλι και εξωτερική γλωσσίτσα, που πατούσες για να ξεμανταλώσει από μέσα η κλειδαριά και να ελευθερωθεί.


Το σπίτι με τις κόρες και το πλαϊνό, στο 47 του δρόμου, σώζονται ανακαινισμένα. Ετούτο εδώ δεν υπάρχει. Έδωσε τη θέση του σε ένα ακαλαίσθητο διώροφο, από ΄κεινα που δεν θα έχουν τίποτε να «πουν» στον παρατηρητή του μέλλοντος….

 Το κείμενο αναρτήθηκε στο  facebook