Γράφει η Εφη Αγραφιώτη

Ας κωδικοποιήσουμε με απλό τρόπο τα μονοπάτια των γυναικών που ονειρεύτηκαν, που δεν μπόρεσαν, που υπερέβησαν εαυτόν και κατάφεραν να συνθέσουν…

Οι συνθέσεις των γυναικών μέχρι το 1920 ακολουθούν μια τυποποιημένη ρομαντική μανιέρα και εκφράζουν «το μέτρο» με το οποίο δεν θα προκαλούσαν (πιθανώς) το παραμικρό αρνητικό ή σκωπτικό σχόλιο. Ο κανόνας της αποδοχής των κανόνων του μουσικού καθωσπρεπισμού ήταν εξ άλλου αυστηρός, απαράβατος μέχρι και για κάμποσες δεκαετίες μετά το 1920.

Για κάποιες από τις συνθέτριες η «μουσική σαλονιού» ή «τα τραγούδια της παρέας» αφήνουν περιθώριο να παρουσιάσουν τη δική τους έμπνευση, λίγο πιο..ελεύθερα . Οι συνθέτριες κάθονται στο πιάνο, παίζουν τη μουσική τους, συχνά τραγουδούν οι ίδιες τα τραγούδια τους. Ενίοτε βγάζουν από τα συρτάρια τους κομμάτια που αυτές συνέθεσαν αλλά δεν παίχτηκαν ποτέ, μη υπαρχούσης της ευκαιρίας στην οποία ήλπιζαν ή ελπίζουν. Η επικοινωνία μετά μουσικής των σαλονιών ή των παρεϊστικων συναθροίσεων, εξυπηρετούσε γενικότερα τον στενό και ευρύτερο φιλικό τους κύκλο, προσέθετε «μέλη» στον περίγυρο, οδηγούσε στην εκτίμηση της μουσικού κόρης ως ελπιδοφόρας Νύφης και ανέβαζε το κοινωνικό πρεστίζ του πατρός ή συζύγου, όταν υπήρχε. Υπάρχουν πάντα και οι πιο… τολμηρές πάντως: αναζητούν στις νότες τους μουσική πρωτοτυπία, αισθητική ελευθερία, μια πιο δημιουργική επικοινωνία, με κανόνες που βάζει ο δημιουργός και όχι η κοινωνία των ακροατών. Οι γυναίκες αυτές επιδιώκουν να υλοποιήσουν το όνειρο τους, ελπίζουν να εκτιμηθούν ως ισότιμες των ανδρών. Οι περισσότερες, μέχρι και το 1970, υποχώρησαν και απογοητεύτηκαν, για να υπηρετήσουν -τις περισσότερες φορές- τις οικογενειακές ισορροπίες τις απαιτούμενες από την κοινωνία αλλά και να συνδράμουν στις ανάγκες των σπιτιών τους, εργαζόμενες κυρίως ως δασκάλες μουσικών οργάνων, (πιάνου στο μεγαλύτερο ποσοστό) και δασκάλες μουσικής στα σχολεία.
Δεν απέφυγαν τους χαρακτηρισμούς της γραφικής, της περίεργης καθώς και το σαρκασμό και την υποτίμηση για ο,τι είχε να κάνει με την προσήλωση τους στη σύνθεση μουσικής, πλην των συνθέσεων παιδικών τραγουδιών. Αυτό ήταν… το αποδεκτό, το λογικό και το ηθικό για κάθε γυναίκα μουσικοδιδασκάλισσα. Να συνθέτει παιδικά τραγούδια με ηθικοπλαστικό περιεχόμενο. Η «ειδίκευση» ήταν ταυτόσημη της καλής δασκάλας με τα χρηστά ήθη. Αυτό δεν σημαίνει ότι η… καζούρα εξέλειπε, αντιθέτως μάλιστα.

Αξίζει – για το χρώμα εποχής – να διαβάσουμε την κυρία Ντορεμί, όπου η Λιλίκα Νάκου περιγράφει βιωματικές λεπτομέρειες από τη θέση και την αντιμετώπιση της γυναίκας – δασκάλας γενικώς, στην εποχή της και στα λόγια της ζωγραφίζεται η φτηνή, εξευτελιστική στάση της επαρχίας απέναντι στις δασκάλες μουσικής, που, εδώ που τα λέμε, «μουσικούδες» τις αποκαλούσαν οι γονείς και στην Αθήνα….

Το σαρκασμό και τα υποτιμητικά σχόλια πάντως αντιμετώπιζαν (εξ ίσου ή περισσότερο) οι γυναίκες μουσικοί. Αυτομάτως έπαιρναν τον χαρακτηρισμό της… ελεύθερης και υπόπτου ήθους γυναίκας. Η μουσική είναι ερασιτεχνικής εμβέλειας δραστηριότητα, εξασκεί τις ευαισθησίες, προσδίδει αξία στη σύζυγο και τη μάνα. Ως εκεί!
Οι αστικές οικογένειες που είχαν δυνατότητα να στηρίξουν ανώτερες σπουδές των κοριτσιών τους έδωσαν σε μερικές περιπτώσεις τη δυνατότητα σε αυτά να αξιοποιήσουν την προικισμένη φύση τους, εκεί που (και αν) αποδεικνυόταν ότι υπήρχε.

Από την μαθήτρια του Μάντζαρου Σωσάννη Νεράντζη των αρχών του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές του εικοστού οι αργοί ρυθμοί ενσωμάτωσης των συνθετριών στον ανδρικό κόσμο των συνθετών ήταν ακριβές παράγωγο των δεδομένων της κοινωνίας. Παντού έπαιζε βασικό και ουσιαστικό ρόλο η μουσική παράδοση του τόπου καταγωγής, οι δάσκαλοι και οι γονείς.

Από το 1800 η Ιόνιος Πολιτεία ανέπτυξε σπουδαίο μουσικό πολιτισμό και μουσική ζωή, ανακηρύσσοντας την εκμάθηση μουσικής ως βασικού στελέχους του κορμού παιδείας. Στα Επτάνησα η μουσική ήταν -και σε μεγάλο ποσοστό είναι- καθημερινή ανάγκη. Η Επτανήσιοι μας έδωσαν σπουδαίους συνθέτες, αλλά και συνθέτριες, θυγατέρες και μαθήτριες των ανδρών συνθετών. Ο μουσικός τους πολιτισμός στάθηκε εν τέλει ένα από τα βασικά πνευματικά στηρίγματα του νεώτερου ελληνικού κράτους και μάλλον μέχρι σήμερα δε άλλαξε αυτό ευτυχώς…

Η ελληνική πολιτεία δεν αναγνώρισε μέχρι σήμερα την ανάγκη του μουσικού πολιτισμού ως αξίας, ούτε και αξιοποίησε τον τεράστιο μουσικό πλούτο των επτανησίων. Ευτυχώς υπήρξε η ιστορική σχέση αιώνων των Επτανήσων με την Ιταλία και η μουσική παράδοση ρίζωσε βαθιά.

Τα Επτάνησα βρίσκονταν υπό ενετική (1386-1797), γαλλική (1797-1814) και βρετανική (1814-1864) κυριαρχία, πριν από την ένωσή τους με την Ελλάδα. Μετά λοιπόν από τετρακόσια χρόνια ενετικής κατοχής, ήταν φυσικό, όχι μόνο να γνωρίσουν και να αγαπήσουν βιωματικά τη Μουσική. Επτανησιακής καταγωγής συνθέτριες είναι μεταξύ πολλών άλλων, οι: Σωσάννη Νεράντζη-Κλάδου, εξαιρετική μουσικός και πιανίστα που σταδιοδρόμησε ως σολίστ αλλά υπήρξε και ενδιαφέρουσα συνθέτρια, Ελένη Λαμπίρη, Μαρία Σιδεράτου, Francesca Coraggio (Φραγκίσκη Κουράγκου ή Κουράγιου), εγγονή σικελού έμπορου, Αμαλία Γενατά, μαθήτρια του Νικόλαου Μάντζαρου, Σοφία Δελλαπόρτα, Αικατερίνη Δορία Προσαλέντη, Ελένη Λάμαρη, Ευφροσύνη Καποδίστρια, Μαρία Επισκοπούλου, Parthenope Barker, μαθήτρια του Ξυνδα, κόρη βρετανού τραπεζίτη που υπηρέτησε στην Κέρκυρα ως πρόξενος, οι αδελφές Anna και Maria Gironci – Dixon αλλά και πάρα πολλές ακόμη. Kι αν έρθουμε λίγο πιο κοντά στα δικά μας χρόνια, θα διαπιστώσουμε ότι εκ της καταγωγής του πατέρα της είναι επτανήσια και η Λένα Πλάτωνος!  Ο Γεώργιος Πλάτων γεννήθηκε στο Ληξούρι το 1910 και πέρασε στην Κέρκυρα τα παιδικά του χρόνια. Ο πατέρας του ήταν ερασιτέχνης βιολιστής και διέθετε μια αξιόλογη μουσική βιβλιοθήκη, όπως μαθαίνουμε διαβάζοντας τον δεύτερο τόμο της «Λόγιας Κεφαλληνιακής Μούσας».

 

Μια που αναφερθήκαμε στα Επτάνησα και της γυναίκες συνθέτριες με καταγωγή από αυτά, θα ειχειρήσω να ζωγραφίσω μιαν εικόνα, κλείνοντας, που θα προκαλέσει σκέψεις στον αναγνώστη: η Ελένη Λαμπίρη, άρχισε να μαθήματα μουσικής με δασκάλα τη θεία της Βιργινία Ανδρέα Λασκαράτου και συνέχισε με το μαθητή του πατέρα της, (σπουδαίου δασκάλου και μαέστρου και συνθέτη), τον Μιχαήλ Βελούδιο. Ήταν η πρώτη Ελληνίδα που φοίτησε στην τάξη σύνθεσης του τότε Ωδείου Αθηνών και έλαβε δίπλωμα ανωτέρων θεωρητικών κατακτώντας το χάλκινο μετάλλιο Ανδρέα και Ιφιγένειας Συγγρού για την αντίστιξη και τη φούγκα. Το1908 εισήχθη στο Βασιλικό Ωδείο της Λειψίας και μελέτησε με τον Μάξ Ρέγκερ, γνωστό παγκοσμίως συνθέτη και σπουδαίο καθηγητή στη σύνθεση. Μελέτησε επίσης ενοργάνωση, διεύθυνση ορχήστρας και πιάνο. Στη Λειψία παρέμεινε τέσσερα χρόνια, ήρθε στην Αθήνα ελπίζοντας ότι θα μπορέσει να εκτιμηθεί και να βρει δουλειά, έφυγε όμως και πάλι, αυτή τη φορά για το Μιλάνο, το 1916. Εκεί εργάστηκε ως αρχιμουσικός για μια επταετία. Η συνέχεια την ήθελα δασκάλα πιάνου και θεωρητικών στην Πάτρα, με τα όνειρα σβηστά… Πέρασε κάποιο διάστημα στο Δημοτικό Νοσοκομείο Αθηνών, ανήμπορη και φτωχή, εκεί πέθανε παίρνοντας μαζί της την πίκρα του αγνοημένου, αναξιοποίητου καλλιτέχνη.