Όπως και σήμερα, το 1974 η Ελλάδα βρέθηκε μπροστά στην τουρκική πρόκληση. Όπως και σήμερα, ο Έλληνας Πρωθυπουργός απευθύνθηκε κυρίως στη Γαλλία. Όπως και σήμερα, εξασφάλισε στήριξη.

Μετά από την τακτική αντιμετώπιση, η Ελλάδα του Κωνσταντίνου Καραμανλή συνέλαβε και ανέπτυξε την μακροπρόθεσμη στρατηγική η οποία της επέτρεψε να ελέγξει την τουρκική απειλή. Η ένταξη της Ελλάδας και, κατόπιν, της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανέτρεψε τον αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων· η Τουρκία υποχρεώθηκε σε περισσότερο διαλλακτική στάση. Η “διπλωματία των σεισμών” οφείλεται και στο ότι η Ελλάδα είχε επιτύχει τον στρατηγικό της στόχο.

Σήμερα, η ελληνική πολιτική ηγεσία έχει ήδη κινητοποιηθεί απέναντι στον πρόσφατο τουρκικό αιφνιδιασμό. Πρέπει, όμως, να επεξεργαστεί και μια μακροπρόθεσμη στρατηγική. Οι τουρκικές προκλήσεις δεν είναι μεμονωμένες κινήσεις. Εντάσσονται σε ένα σχεδιασμό, οι ρίζες του οποίου ανάγονται σε μεγάλο χρονικό βάθος- τον αναπτύσσει ο Αχμέτ Νταούτογλου στο Στρατηγικό Βάθος. Η διεθνής θέση της Τουρκίας. Επομένως, όσα εκτυλίσσονται σήμερα στο Ανατολικό Αιγαίο έχουν προαναγγελθεί εδώ και δύο δεκαετίες. Η ελληνική στρατηγική σκέψη έχει, αντιθέτως, συσσωρεύσει καθυστερήσεις, καθώς οι προγενέστερες διευθετήσεις οδήγησαν την Ελλάδα σε εφησυχασμό. Η προσοχή στράφηκε στα ευρωπαϊκά θέματα, με τη θεωρία ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί εγγυώνταν την ασφάλεια της χώρας. Σήμερα, απαιτούνται σημαντικές αναθεωρήσεις.

Για να διαμορφωθεί ένα νέο διπλωματικό και στρατηγικό δόγμα προϋποτίθεται ότι θα αναλυθούν οι νέες γεωπολιτικές συνθήκες και θα καταγραφούν οι δυνάμεις και οι αδυναμίες της ελληνικής διεθνούς θέσης. Πριν από όλα, βέβαια, χρειάζεται να εξηγηθεί η τουρκική συμπεριφορά.

Η αμερικανική στρατηγική απέναντι στην Σοβιετική Ένωση μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου αφορμάται από το περίφημο “μακρό τηλεγράφημα” του George Kennan, Αμερικανού διπλωμάτη στη Μόσχα, το οποίο δημοσιεύτηκε το 1947 στο περιοδικό Foreign Affairs, με τίτλο “Οι πηγές της σοβιετικής συμπεριφοράς”. Η πολιτική τού Containment  και το Σχέδιο Μάρσαλ έχουν αφετηρία την ανάλυση αυτή.

Η σύμπτωση μιας φιλόδοξης ηγεμονικής ιδεολογίας και σοβαρών εσωτερικών προβλημάτων και, κυρίως, οι διασυνδέσεις ανάμεσα στις δύο αυτές παραμέτρους εξηγούσαν, κατά τον Kennan, την επιθετική στάση της Σοβιετικής Ένωσης στην Ανατολική Ευρώπη. Προκειμένου να συγκρατήσει την εσωτερική αμφισβήτηση, η σοβιετική ηγεσία έπρεπε να πείσει ότι επεδίωκε έναν υψηλό στόχο. Η πραγματική ή υποθετική υπονόμευση του στόχου αυτού από τους αντιτιθεμένους δικαιολογούσε τις ταλαιπωρίες του πληθυσμού και τον αυταρχισμό του καθεστώτος.

Ο καθορισμός της ελληνικής στρατηγικής απαιτεί πρωτίστως να γίνουν κατανοητά τα ελατήρια της τουρκικής συμπεριφοράς. Δεν επαρκούν οι ερμηνείες οι οποίες εστιάζουν στην προσωπικότητα του Τούρκου Προέδρου. Η ηγεμονική νεο-οθωμανική ιδεολογία της Τουρκίας, όπως άλλοτε η διεθνιστική-κομμουνιστική της Σοβιετικής Ένωσης, διαπλέκεται με τις εσωτερικές αντιφάσεις μιας κοινωνίας η οποία αμφισβήτησε τις κεμαλικές σταθεροποιητικές αναφορές και θεσμούς, χωρίς, όμως, να τις αντικαταστήσει αποτελεσματικά. Η επιδείνωση της τουρκικής οικονομίας εξηγεί και το “γιατί τώρα” η Τουρκία επέλεξε την εχθρική στάση απέναντι στην Ελλάδα και την πολιτική της ηγεσία. Εξωτερική και εσωτερική πολιτική διασυνδέονται, σε βαθμό ώστε να μην διαφαίνεται σαφής διαχωριστική γραμμή.

Το δεύτερο κρίσιμο ζήτημα για τον καθορισμό της ελληνικής στρατηγικής αφορά τις προοπτικές της Τουρκίας. Πρόκειται να εξελιχθεί σε ηγεμονική δύναμη στη γεωπολιτική μας περιφέρεια; ή, αντιθέτως, απειλείται από το κύμα αποσταθεροποίησης, το οποίο θίγει διαδοχικά τα εδάφη της τέως Οθωμανικής Αυτοκρατορίας; Θα εξελιχθεί σε νεο-αυτοκρατορική κατεύθυνση, όπως η Ρωσία του Πούτιν; ή θα μπει σε περιδινήσεις, όπως η Γιουγκοσλαβία του Τίτο και, περισσότερο πρόσφατα, το Ιράκ, η Συρία και η Λιβύη; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα καθορίσει αν η Ελλάδα πρέπει να προχωρήσει σε ελιγμούς και διαπραγματεύσεις ή, αντιθέτως, να υιοθετήσει στάση αναμονής. Και για τις δύο αυτές υποθέσεις υπάρχουν επιχειρήματα.

Η ανάλυση αυτή ενδιαφέρει όλη την Ευρώπη. Η Ελλάδα όμως, ως περισσότερο εκτεθειμένη, οφείλει να διαδραματίσει ρόλο πρωτοπορίας. Πρέπει να εξηγηθεί στους εταίρους μας η διπλή φύση της απειλής: είτε ισχυρή και επιθετική είτε αδύναμη και σε αποσύνθεση, η Τουρκία μπορεί να αναδειχθεί σε παράγοντα μείζονος στρατηγικού κλονισμού. Καθώς η Ευρώπη τείνει να υποτιμά τα γεωπολιτικά προβλήματα στην γεωγραφική της περιφέρεια, το ευρωπαϊκό κέντρο ενδέχεται να αιφνιδιαστεί- άλλη μια φορά.

Δυστυχώς, η φωνή της Ελλάδας δυσκολεύεται να διεισδύσει στα ευρωπαϊκά fora όπου, μετά από μια δεκαετία ελληνογενούς υπεραπασχόλησης, κυριαρχεί κόπωση. Τη στιγμή όπου υπάρχει η μεγίστη ανάγκη, η σύνολη ευρωπαϊκή προσοχή, ενδεχομένως τη εξαιρέσει της Γαλλίας, παρουσιάζεται αποσπασματικά και ελλειμματικά. Η Ελλάδα, και στον γεωπολιτικό τομέα, πληρώνει τις ατασθαλίες του 2015- και όχι μόνον από την άποψη του στρατιωτικού εξοπλισμού.

*Ο κ. Γιώργος Πρεβελάκης είναι καθηγητής Γεωπολιτικής στη Σορβόννη (Paris I).

 Το κείμενο του δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της Κυριακής 9 Φεβρουαρίου 2020