Στα 100χρονα του Εικοσιένα, σε κλίμα παλλαϊκού παραδαρμού, η αμφισβήτηση της προγονόπληκτης και φουστανελοφόρας «ελληνικότητας» είχε μείνει μετέωρη. Τα 200 χρόνια από το Εικοσιένα, σίγουρα, κάτι θα αφήσουν. Αλλά ‒για μία ακόμα φορά‒ θα αφήσουν τη συνήθη φούσκα: γεμάτα ταμεία της σαγηνευτικής κενοδοξίας, ξέπλυμα ιδιωτικών πόρων και, ίσως, γεμάτα πολιτικά και μηντιακά ταμεία.

Το δίχως άλλο, η γιορτή θα γρασάρει τον μηχανισμό που κατασκευάζει και ακολουθεί τη διασημότητα και την κουλτούρα της: το υπνωτικό του μεγαλείου∙ τη χλιδή σε simulacrum (oμοίωμα) και το know-how της κινητοποίησης έμψυχων και υλικών πόρων ως κύριο επιτήδευμα της αριστοκρατίας του χρήματος. Απόντος του αναστοχασμού∙ απόντων των κοινωνικών δεσμών∙ απόντων, ως συνήθως, των αμέσως ενδιαφερόμενων.

Κωστής Παλαμάς

Το Εικοσιένα. Εχουμε ώς την ώρα την ιστορία του;  Φοβάμαι πως όχι. Τη μυθολογία του; Φοβάμαι πως ναι.

Τι είναι η «κουλτούρα της διασημότητας»; Είναι προϊόν του κλάδου των σελέμπριτις (celebrities industry). Η διασημότητα είναι πρόσωπο που είναι γνωστό, επειδή είναι γνωστό. Αδιάφορο αν η μετα-γαλαζοαίματη διασημότητα έβλαψε ή ωφέλησε ή αν, πράγματι, εμπίπτει στα ενδιαφέροντα της ζημιολογίας (zemiology) ‒ενός δυναμικού πεδίου της νέας εγκληματολογίας‒ που μελετά τη βλάβη που προκάλεσε το ζημιογόνο αποτύπωμά της στο σύνολο.

Η κουλτούρα της διασημότητας έχει ένα επιπρόσθετο προσόν: καραμελώνει τα πάντα∙ τα κάνει εύπεπτα, μακρυά από το φορτίο τους∙ τα οδηγεί στα όρια της πλαστότητας. Μάλιστα, όταν το θέμα της είναι μια επανάσταση ‒η Ελληνική Επανάσταση‒, η διασημότητα είναι η καταλληλότερη για να το αποστεώσει∙ να το αδειάσει από τις αντινομίες και τα επώδυνα διδάγματά του∙ να εξουδετερώσει τις όποιες επικινδυνότητες της αλήθειας και του μηνύματός του.

Η κουλτούρα της διασημότητας θεωρητικά διαχωρίζει τον δημόσιο χώρο από το ατομικό πούρο, την Hermès από δέρμα μωρού κροκόδειλου κ.ά. Στην ουσία, ενισχύει την αδιαμεσολάβητη επίδειξη της υπεροχής της και χρησιμοποιεί τους θεσμικά ισχυρούς «ενδιάμεσους» (τα περίφημα «corps intermédiaires» του Μοντεσκιέ, λ.χ. σχολεία, θεσμούς εθελοντισμού, ιδρύματα, φορείς, τράπεζες κ.ά.) για να νομιμοποιήσει τα πάντα.

Με εκδηλώσεις-χορηγίες, στήνει ένα χωριό Ποτέμκιν, ξεπατικώνει έναν χαρούμενο λαό με γαλανόλευκα σημαιάκια. Βάζει και περιφερόμενους, ανυπότακτους super-έλληνες ‒άλλους με περικεφαλαία του Λεωνίδα και άλλους με περικεφαλαία του Κολοκοτρώνη και γιαταγάνια‒ και ιδού το εθνοκεντρικό μεγαλείο.

Τέλος, η διασημότητα επικυρώνει το ξέσαλο συμπέρασμα του Σκαρίμπα που, στα χουντικά 150χρονα της Ελληνικής Επανάστασης, το 1971, είχε κυκλοφορήσει το δικό του τετράτομο «Το ’21 και η αλήθεια του», λέγοντας: «Η δικιά τους “σιδερωμένη” Ιστορία δεν μας λέει την αλήθεια. Οπότε έν’ από τα δύο: Ή δεν την ξέρει και –ώστε‒ είναι αδιάβαστη, ή την ξέρει και τα “μασάει”, οπότε πάλι δεν μας είναι αξιόπιστη».

Ένας λαός γιορτάζει κάθε μέρα την ελευθερία του, την ανεξαρτησία του, την υπερηφάνεια του, την ταυτότητά του. Ο κάθε ένας μας οφείλει να γιορτάζει το «είμαι Έλληνας», για να προχωρήσει, να ευημερήσει, για να συμβάλει ‒έστω‒ στην αύξηση του ΑΕΠ. Κάθε πολίτης έχει ενσωματωμένη την αίσθηση του ανήκειν σε μια κοινωνική και πολιτική (οργανωμένη) κοινότητα.

Αλλά αυτή η γιορτή ήταν άγνωστη την τελευταία δεκαετία. Ηταν λαβωμένη. Όπως άγνωστοι θα παραμείνουν οι σπασμοί, οι ωδίνες και οι περιπέτειες της μετατροπής του Μιλέτ σε σύγχρονο κράτος. Όλα υπάρχουν ταξινομημένα στα αζήτητα – στο είδος των συλλογών και αποθετηρίων γνώσεων, όπως είναι τα μουσεία, οι βιβλιοθήκες με τα ευρωπαϊκά ρεύματα του 18ου και 19ου αιώνα, με τους τόμους απομνημονευμάτων των στρατηγών, των φιλελλήνων, των τυχοδιωκτών, των περιηγητών κ.ά.

Ο Νικηφόρος Διαμαντούρος στη μελέτη του «Οι απαρχές της συγκρότησης του σύγχρονου κράτους στην Ελλάδα 1821-1828» (ΜΙΕΤ, 2002) άφησε μια αρκετά «σημερινή» εικόνα για τη περίοδο συγκρότησης του κράτους και την έντονα προσωποκεντρική φύση της ελληνικής πολιτικής της προεπαναστατικής και επαναστατικής περιόδου. «Το πελατειακό σύστημα, η συγγένεια, οι οικογενειακές φατρίες και συμμαχίες ήταν η “πρώτη ύλη” από την οποία ήταν φτιαγμένη η πραγματικότητα της ελληνικής πολιτικής και κοινωνίας κατά τον αγώνα της ανεξαρτησίας.

Ήταν ένα σύστημα που το χαρακτήριζε και το διαπότιζε μια ακραία ρευστότητα, πολυδιάσπαση, πανταχού παρούσα ένταση και ανασφάλεια. Οι προσωπικοί δεσμοί είχαν αποφασιστική σημασία μέσα σ’ αυτό γιατί σήμαιναν πρόσβαση στην εξουσία. Η εξουσία, πάλι, δεν ήταν συγκεντρωμένη σε θεσμούς ούτε τη χρησιμοποιούσαν για την αντιμετώπιση προβλημάτων γενικής φύσης…»

Το Εικοσιένα της διασημότητας θα είναι το κολλάρισμα που έκραζε ο Σκαρίμπας: «Και τραβάν ίσα για Δημοκρατία… και σαμπάνια, για ισότητα και Ρολς Ρόις… ψωφάνε για «ζήτω το Έθνος» και αστακούς…» Το αιώνιο κουκούλωμα της αυτογνωσίας μας, με «πατριωτισμό νέου είδους» (βλ. «Γιάννα», εκδ. Λιβάνη).

πηγη