Michel Petrucciani /Τα σπουδαία αρώματα είναι πάντα σε μικρό μπουκαλάκι…

 Γράφει η Εφη Αγραφιώτη 

Το 1981 βρέθηκα στο Παρίσι και μετά από παρότρυνση μιας συναδέλφου, φανατικής θαυμάστριας της τζαζ μουσικής, πήγα στο Φεστιβάλ τζαζ του Παρισιού, στο Théâtre de la Ville, να ακούσω αυτόν τον τεράστιο μουσικό που ήταν τότε πιτσιρικάς, 19 ετών και που με απλή ματιά ήταν πολύ μικρότερος από ένα πιάνο, ήταν όσο η γάμπα ενός υψηλού ανθρώπου. Δεν ήξερα τίποτε για το δράμα των αφόρητων πόνων με τους οποίους συμβίωνε, πίστευα ότι απλώς υποφέρει από νανισμό.

Η λέξη σοκ δεν περιγράφει το μπόι του όμως, περιγράφει την ενέργεια και τον εκπληκτικό μουσικό παλμό του!!! Για μήνες πετούσα από ευτυχία, στην ανάμνηση αυτής της ανεπανάληπτης συναυλίας. Έκτοτε παρέμεινα φανατική θαυμάστρια αυτής της τεράστιας προσωπικότητας. Λίγο μετά την εμπειρία του Τζαζ φεστιβάλ διάβασα ότι έφυγε για την Αμερική με δυνατά συμβόλαια.

O Petrucciani ήταν ήδη τότε ένας μουσικός για τον οποίο ό,τι να έλεγες ήταν λίγο… Η σκέψη ότι επιθυμούσε τόσο πολύ να παίζει μουσική προσφέροντας την στο κοινό του υπομένοντας τους μόνιμους τρομερούς πόνους στα χέρια και στα πόδια του όσο έπαιζε, ακόμα σήμερα μου φέρνει δάκρυα στα μάτια.

Γεννήθηκε το 1962 στο Οράνζ της Γαλλίας σε οικογένεια ιταλικής καταγωγής ποτισμένη δύο γενιές από τη μουσική. Όπως τα αδέλφια του έτσι κι αυτός μελέτησε στο ωδείο για οκτώ χρόνια με αυστηρή επίβλεψη των γονιών του. Στη τζαζ μυήθηκε από τον μουσικό πατέρα του που αρχικά ήταν ο μέντοράς του. Από τα δεκατρία του είχε πλέον σχεδιάσει την πορεία. Το μεγάλο του ίνδαλμα ήταν ο Ντιουκ Ελλιγκτον. Αργότερα μάλιστα τιτλοφόρησε μια συλλογή κομματιών του Hommage a Duke (ή Promenade With Duke, αν προτιμάτε την αγγλική τιτλοφόρηση), συγκεντρώνοντας εκεί συναισθήματα και θαυμασμό προς αυτόν. Ο ομώνυμος δίσκος κυκλοφορεί ακόμα, ως cd πλέον.

 

Το βαρύ πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε (οι γιατροί χαρακτήριζαν ως θαύμα την επιβίωσή του κάτω από την απειλή τόσο σοβαρού πολύμορφου οστικού νανισμού) χάρη στη σωστή ψυχολογική αγωγή της οικογένειας και την παράλληλη πνευματική του ωριμότητα δεν του στέρησε εντέλει τίποτα. Έμαθε να χαμογελάει, να δημιουργεί, να προσφέρει πληθωρικά, να σέβεται, να παίρνει ευθύνες και να βάζει δύσκολους στόχους, όπως είχε πει σε τηλεοπτική του συνέντευξη. Δεν πρόδωσε ποτέ το περίγραμμα αυτό ζωής. Είπαν δικαιολογημένα γι αυτόν: Δεν ήταν σαν εμάς, αλλά ήταν όπως εμείς θα έπρεπε να ήμασταν!

 

Στις 6 Ιανουαρίου 1999 πέθανε στα τριάντα επτά του από μη αναστρέψιμη επιπλοκή μιας βαριάς πνευμονοπάθειας. Ετάφη στο Ισραηλίτικο νοσοκομείο της Νέας Υόρκης και μεταφέρθηκε στο κοιμητήριο Père Lachaise στο Παρίσι, λίγο μετά. Κόσμος συρρέει ακόμα σήμερα να τον χαιρετήσει στο τωρινό του «σπίτι».
Ο τελευταίος του δίσκος είχε ηχογραφηθεί στην όπερα της Φρανκφούρτης το 1997 και περιελάμβανε σόλο συνθέσεις του.
Λίγο πριν αρρωστήσει είχε δηλώσει: “Η ψυχή πρέπει να είναι πεντακάθαρη, πρέπει να είσαι σίγουρος ότι αυτό που κάνεις είναι αυτό που πραγματικά θέλει η ψυχή σου γιατί η Μουσική είναι σαν τον θεό, άρα, δεν μπορείς να της ξεφύγεις.. ξέρω ότι μόλις με αντικρίζουν οι ακροατές νιώθουν κάτι σαν λύπηση και ικανοποιούν ένα κομμάτι περιέργειας, το θέμα είναι εγώ να τους απογειώσω μέσα από την ανωτερότητα της μουσικής, να τους πάρω πέρα από τη μικρή ανθρώπινη κατάσταση σε ανώτερα στρώματα, όπως αξίζει στη δύναμη της τέχνης”.

Ιούλιος 2003, η μικρή πλατεία Πετρουτσιάνι, στο 18 ο διαμέρισμα του Παρισιού είναι γεγονός. Ο γιος του μεγάλου μουσικού, ο Αλέξανδρος, που πάσχει κι αυτός από την ίδια οστική ασθένεια, είπε: ο πατέρας μου ήταν ένας μουσικός που είχε μια θέση σε όλη τη γη, να τώρα που θα έχει μόνιμη θέση στο Παρίσι!

Είμαι άραγε απλώς τυχερή που τον έχω ακούσει «ζωντανά» στη σκηνή;
Μάλλον λίγο είναι αυτό που σκέπτομαι σήμερα μπροστά στη συγκίνηση που μου προκάλεσε η αξέχαστη αυτή εμπειρία…