Ένα «πρέπει» είναι που τα χαλούσε πάντα όλα. Το επιβεβλημένο. Που βάζει στα χέρια των εφήβων τη σημαία της επανάστασης. Είναι το πρέπει, που κρύβεται πίσω από την κατάληξη –εος –εα –εον των ελληνικών επιθέτων (βλέπε «διδακτέα ύλη»), και κατά κανόνα προκαλεί την απάντηση των μαθητών «κανένας δεν θα μου πει τι πρέπει να μάθω! Θα μάθω αυτό που γουστάρω! Και δεν γουστάρω τα Αρχαία!».Αλλά, αν μπορούσαμε, τότε, ως μαθητές, αυτό το «πρέπει» της διδακτέας ύλης να το μεταφράσουμε «ως έδει», ως απαραίτητο, ως βάση για τα επόμενα, η ζωή πολλών εξ ημών ίσως ήταν διαφορετική. Γιατί τα πάντα ξεκινούν από τη γλώσσα. «Αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις» (Η εξέταση των ονομάτων-λέξεων σε βάθος είναι η αρχή της σοφίας) έλεγε ο Αντισθένης και «Πρώτον γαρ περί ονομάτων ορθότητος δει μαθείν» (πρώτα απ΄ όλα πρέπει να μάθει κανείς τα σχετικά με την ορθότητα των ονομάτων – λέξεων), ο Πρόδικος. Γιατί η γλώσσα μας δεν σφάλει, δεν καταπιέζει, δεν περιορίζει. Αυτή η γλώσσα, την οποία είχαμε την τύχη να ακούμε από τη μήτρα της μάνας μας, έχει τέτοιο εύρος ελαστικότητας, που μπορεί να είναι μαλακή σαν βούτυρο και σκληρή σαν ατσάλι. Στην πραγματικότητα μέσα της περικλείεται τόση γνώση, που αγγίζει τα όρια της σοφίας. Η ελληνική γλώσσα είναι η μόνη που κατευθύνει τον νου ορθογραφικά και ετυμολογικά. Αναζητώντας την ετυμολογία των λέξεων, ερμηνεύει κανείς την ορθογραφία τους και τανάπαλιν.

Νομίζω πως η πρώτη ετυμολόγηση που οδήγησε στον δικό μου, τον προσωπικό μου έρωτα με τη γλώσσα ήταν αυτή της λέξης «ύπουλος». Σκεφτείτε την ουλή, που μένει στο δέρμα μας ύστερα από έναν τραυματισμό. Όχι σπάνια, κάτω από αυτή την ουλή, το τραύμα μπορεί να κακοφορμίσει. Έτσι λειτουργεί και ο ύπουλος άνθρωπος. Σαν τραύμα που κακοφορμίζει κάτω από την ουλή, υπό την ουλή!

Και αυτός ο ένας κόκκος της άμμου, ζήτησε έναν δεύτερο κι αυτός έναν τρίτο… Κι έτσι ψάχνοντας, αποθησαυρίζεις…

Μα, τι στην ευχή είναι αυτό το «αστέρι» και γιατί το λέμε έτσι; Γιατί η λέξη προέρχεται από το ρήμα ίσταμαι, που σημαίνει «στέκομαι», «στήνομαι», αλλά έχει κι αυτό το «α», που ανατρέπει την ουσία. Που «στερεί», που εκφράζει έλλειψη, απουσία. Άρα το «αστέρι» είναι κάτι που δεν στέκεται. Είναι κάτι που αιωνίως κινείται!

Κι αυτή η λέξη «άνθρωπος» πόθεν μας προέκυψε; Και τι σημαίνει στην πραγματικότητα; Η πιο διαδεδομένη ερμηνεία είναι «ο άνω θρώσκων τα ώπα» (αυτός που έχει στραμμένα τα μάτια, το βλέμμα, την προσοχή προς τα πάνω, αυτός που τείνει με ολόκληρο το «είναι» του προς τα πάνω). Αλλά ο Σωκράτης σε μία υπέροχη ετυμολόγηση της ίδιας λέξης στον περίφημο «Κρατύλο» του Πλάτωνα, εξηγεί: Τι χαρακτηρίζει τον άνθρωπο σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα έμβια όντα; Η κρίση. Άρα άνθρωπος σημαίνει «ο αναθρών α όπωπε» (αυτός που παρατηρεί και αναθεωρεί και κρίνει όσα βλέπει)!

Η «αλήθεια»; Τι είναι η «αλήθεια»; Και να, πάλι το στερητικό «α», που αποτρέπει από τη «λήθη». Γιατί οτιδήποτε αληθινό δεν ξεχνιέται. Αλλά ο Σωκράτης δίνει και άλλη ερμηνεία στη λέξη. Η «αλήθεια» είναι η «άλη» (από το ρήμα «αλάομαι-ωμαι, που σημαίνει «περιφέρομαι» – εξ ου και «αλήτης». Άρα, «άλη» είναι η περιφερόμενη) και «θεία», η θεϊκή. Δηλαδή, «αλήθεια» είναι η θεϊκή περιφορά, διότι το ψεύδος είναι αυτό που φρενάρει την κίνηση, την εξέλιξή)!

Είναι αλήθεια ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει την τάση να μπερδεύει  την ορθογραφία των ομόηχων λέξεων, για τις οποίες στην Ελληνική ουκ έστιν αριθμός. Ωστόσο, η αναζήτηση της ετυμολογίας της κάθε μιας, καθιστά τη γραφή απλή υπόθεση. Για παράδειγμα,

  • «λήμμα» με περισπωμένη προέρχεται από το ρήμα «λαμβάνω» και σημαίνει κέρδος, όφελος. Κάθε τι που παίρνουμε ως δεδομένο. Επίσης, φράση που περιλαμβάνεται σε λεξικό με εννοιολογικές ή ετυμολογικές πληροφορίες (λημματογράφηση, λημματολόγιο). Έτσι αναφέρεται ενίοτε και η προφητεία. Τέλος, στα μαθηματικά «λήμμα» (περισπώμενο) είναι το τετελεσμένο μιας πράξης που εκλαμβάνεται ως απόδειξη και στο εξής χρησιμοποιείται ως θέσφατο.
  • «λείμμα» (υπόλειμμα, εκ του ρήματος «υπολείπω»),
  • «λίμμα» (σπάνια εκδοχή της λέξης υπόλειμμα – προέρχεται από τον β΄ αόριστο του λείπω (έλιπον),
  • «λύμα» (προέρχεται από το ρήμα «λύω» – σημαίνει το απόπλυμα, το νερό που προήλθε από την πλύση. Αλλά ενδέχεται να προέρχεται και από το ρήμα «λυμαίνω» και τότε σημαίνει ρύπος, ακαθαρσία – εξ ου και τα λύματα),
  • «λήμα» (προέρχεται από το ρήμα «λάω» , που μπορεί να σημαίνει βλέπω ή αρπάζω και ερμηνεύεται ως θρασύτητα ή αυθάδεια, αλλά και θέληση και παράστημα ψυχής. Ενίοτε δε και ως διάθεση και κατάσταση ψυχής),
  • «λίμα» (προέρχεται από το λιμός και το ρήμα «λιμοκτονέω-ω, με σημαίνει σκοτώνω ή πεθαίνω από πείνα. Μεταφορικά μπορεί να σημαίνει λαιμαργία και απληστία). «Λίμα» είναι και η ράσπα των νυχιών.

 

Ένα σύνηθες «μπέρδεμα» στη γραφή προκαλεί η λέξη «διάλειμμα». Ωστόσο, αν κάποιος τη δει για πρώτη φορά και ερμηνεύσει τη γραφή της ετυμολογικά, είναι αδύνατο να τη γράψει στο εξής λανθασμένα. Το «διάλειμμα» προέρχεται από το ρήμα «διαλείπω», δηλαδή,  αφήνω στον μέσον κάποιο διάστημα, αφήνω να παρέλθει χρόνος. Υπάρχει και το ομόηχό του «διάλυμα», που προέρχεται από το ρήμα «διαλύω» και στον σχηματισμό του ακολουθεί γνωστούς κανόνες γραμματικής.

Το «δίλημμα» είναι λέξη που συχνά «σκοτώνουμε» στη γραφή της. Αλλά η ετυμολόγησή της μας αποτρέπει και πάλι από τα… φονικά. Είναι προϊόν του ρήματος «λαμβάνω» (λήμμα) και του αριθμητικού «δις» και ασφαλώς σημαίνει τον ευρισκόμενο ανάμεσα σε δύο σκέψεις, σε δύο αποφάσεις.

Ως μαθήτρια, συνήθιζα να αποστηθίζω σαν ποιηματάκι λέξεις από τον Όμηρο, όχι μόνο επειδή μου τραβούσαν το ενδιαφέρον ακουστικά, αλλά κυρίως επειδή έβαζα στοίχημα με τον εαυτό μου έως πότε θα τις θυμάμαι… Ένα τέτοιο στοίχημα ήταν πάντα για μένα το…

«ίπες (με ψιλή και περισπωμένη) και θρίπες και κίες και ίκες (με ψιλή και οξεία)»! Μοιάζει με γλωσσοδέτη αλλά δεν είναι και έχει και ενδιαφέρον. Αυτές οι τέσσερις λεξούλες, που συναντάμε στα ομηρικά έπη, αποδίδουν ΚΑΙ οι τέσσερις, αντίστοιχα παρασιτικά έντομα ή σκουλήκια! Οι «ίπες» (ο «ιψ») προσβάλλουν τα κέρατα των ζώων, οι «θρίπες» (ο «θριψ») το ξύλο (σαράκι), οι «κίες» (ο «κις»)  τα σπαρτά, οι «ίκες» (ο «ιξ»)  τα ματάκια των αμπελιών!

Κάθε φορά που κάποιος φίλος μου λέει «παντρεύομαι» σπεύδω να τον πειράξω: παίρνεις καλό παλικάρι; Και δεν υπάρχει ίχνος χυδαιότητας στην ερώτηση. Απλώς, αυτή τη λέξη –βάση της ετυμολογίας της- νομιμοποιούνται να τη χρησιμοποιούν μόνον οι γυναίκες. Επειδή εκείνες μπαίνουν «υπό τη σκέπη του ανδρός». Οι άνδρες «νυμφεύονται», αποκτούν δηλαδή τη νύφη τους.

Με ενθουσιασμό ανακάλυψα κάποτε και την ακρίβεια της λέξης «λωποδύτης».  Και δείτε τι ωραία διαδοχή σκέψης μας δίνει την ερμηνεία… Πρόκειται για προϊόν των λέξεων «λώπος» και «δύτης». Τη δεύτερη τη γνωρίζουμε. Είναι αυτός που βυθίζεται. Η πρώτη όμως προέρχεται από το ρήμα «λέπω», δηλαδή, «ξεφλουδίζω» (εξ ου και τα λέπια των ψαριών) και αναφέρεται στα ρούχα, στα ιμάτια, που ενδύονται οι άνθρωποι (ένας άνθρωπος άνευ λώπου είναι γυμνός, όπως ένα ψάρι χωρίς λέπια!). Ως εκ τούτου λωποδύτης είναι αυτός που «βουτάει μέσα στα ρούχα των ανθρώπων και κλέβει»!

Αυτά τα ολίγα, τα ενδεικτικά της πολυτιμότητας της γλώσσας μας δεν είναι παρά μικρά τόξα στην κατάφορτη φαρέτρα της. Γιατί ο πρώτος που ερμήνευσε την ελληνική γλώσσα ως όπλο ήταν ο Σόλων πριν 26 αιώνες! «Γλώσσα μεν ανόστεος, οστέα δε θλάττει»

Μη λησμονούμε ότι κάθε φορά που επιχειρείται μια «απλούστευσή» της δεν σημαίνει τίποτε λιγότερο από παροπλισμό της.