Ο Γιάννης Δάλλας (1924)-(2020) ήταν Έλληνας ποιητής, νεοελληνιστής συγγραφέας, δοκιμιογράφος, πανεπιστημιακός δάσκαλος και μεταφραστής έργων της αρχαίας γραμματείαςΓεννήθηκε το 1924 στη Φιλιππιάδα της Πρέβεζας. Σπούδασε κλασική φιλολογία στην Αθήνα. Υπηρέτησε στη μέση και στην ανώτατη εκπαίδευση. Καθηγητής της Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και του τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Ανέκαθεν υπήρξε ένας αξιόλογος αριστερός διανoούμενος, με ορισμένες παρεμβάσεις στα κοινά θέματα

Συνέντευξή του στην Καθημερινή και στην Ολγα Σελλά

Ηθελα να είμαι ο ποιητής, ο ελεύθερος στοχαστής»

Της Ολγας Σελλα

«Τον περασμένο Γενάρη έκλεισα τα 89», μου είπε ο ποιητής, κριτικός και δοκιμιογράφος Γιάννης Δάλλας, μόλις έφτασα στο σπίτι του. Αλλά σε τίποτα δεν τον εμποδίζουν τα χρόνια του να είναι πάντα δραστήριος, ενεργός, παρών. Με περίμενε σ’ ένα ζεστό διαμέρισμα στο Παγκράτι, με θέα μέχρι την Ακρόπολη, με πολλά φυτά στο ευρύχωρο μπαλκόνι, με παλιά αντικείμενα και άπειρα βιβλία. «Εχω πολύ περισσότερα, αλλά έχουν πάρει και τα παιδιά μου αρκετά», μου λέει σχεδόν απολογούμενος. Ακούραστη οικοδέσποινα, η σύντροφος της ζωής του, Ευαγγελή Ντάτση, λαογράφος, ιστορικός, ανθρωπολόγος, που έχει σώσει από τη λήθη πολλά κομμάτια του λαϊκού πολιτισμού σ’ αυτό τον τόπο.

Αφορμή για να συναντήσω τον Γιάννη Δάλλα ήταν μια μεγάλη αυτοβιογραφική συνέντευξη που έδωσε στον Γιώργο Δουατζή, έγινε βιβλίο και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καπόν. Τίτλος του «Να βγω από μένα…». Και η αλήθεια είναι ότι ενώ γνωρίζω τη δράση του στα ελληνικά γράμματα τόσα χρόνια, πρώτη φορά μάθαινα, μέσα από αυτό το βιβλίο, τόσα πράγματα για τη διαδρομή του, για τη ζωή του, για τις σκέψεις του. Γιατί ο Γιάννης Δάλλας προτιμά να εκφράζεται μέσω της ποίησης, μέσω της κριτικής, μέσω της παρουσίας του σε επιστημονικά συνέδρια, ημερίδες, εκδηλώσεις. Δίδαξε για πολλά χρόνια ως φιλόλογος στη Σχολή Μωραΐτη και αργότερα έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Η συζήτηση μαζί του έχει το θεραπευτικό κλίμα που δημιουργεί η συνομιλία μ’ έναν καλό δάσκαλο.

– Τελικά τι αισθάνεσθε περισσότερο; Ποιητής, δάσκαλος, δοκιμιογράφος… Ποια είναι η πιο αγαπημένη σας ιδιότητα;

– Ποιητής πρώτα, μετά δοκιμιογράφος, μετά μεταφραστής των αρχαίων λυρικών. Αυτά τα τρία πράγματα μου πάνε, γιατί όλα επικεντρώνονται στην ποίηση τελικά. Ακόμα και μέσα στην κριτική ιδιότητα, υπάρχει η ποιητική.

– Η κριτική ιδιότητα πιστεύετε ότι είναι αναγκαία σ’ έναν ποιητή;

– Νομίζω πως είναι αναγκαία, πρέπει να στηρίζει το ποιητικό βλέμμα. Νομίζω ότι δύο πράγματα πρέπει να έχει η ποίηση: να στηρίζεται σ’ ένα θέμα, μια εμπειρία, ακόμη κι αν είναι εμπειρία ιδεών. Αυτό παίζει σημαντικό ρόλο, και είδα πως εξαρχής αυτό με συνόδευσε. Δηλαδή δεν έγραψα μια ποίηση αισθηματολογική. Από την αρχή, από τότε που έγραφα στα λογοτεχνικά περιοδικά της δεκαετίας του ’40. Ολοι εκεί πρωτοπαρουσιαστήκαμε. Ο Γονατάς, ο Κακναβάτος, ο Αναγνωστάκης… Θέλω να πω ότι η γλώσσα μου είναι διαχρονική, θέλω να περπατάει, να παίρνει κι από το πεζοδρόμιο, να είμαστε ωτακουστές, αλλά συγχρόνως να γεμίζουμε κι από τη διαχρονία της γλώσσας.

Στο Πανεπιστήμιο

Τον ρωτάω πώς προλάβαινε πάντα τις τόσο πολλές δραστηριότητές του: γραφή, διδασκαλία, μετάφραση, οικογένεια. Παραδέχεται ότι είναι πολύ οργανωμένος και η αλήθεια είναι ότι η τάξη στο γραφείο του είναι ζηλευτή.

Ηρθε από την Ηπειρο στην Αθήνα για σπουδές και γρήγορα τον ξεχώρισαν οι καθηγητές του στο Πανεπιστήμιο. «Ο Ζώρας, ο καθηγητής μου, μού πρότεινε να πάω να δουλέψω κοντά του στο Πανεπιστήμιο. Ημασταν ήδη στο 1955. Είχαμε συναντηθεί ένα απόγευμα στου Φλόκα. “Σας θέλω κοντά μου”, μου είπε. Ομως η κατάσταση τότε ήταν διαφορετική στα πανεπιστήμια, αν δεν ήσουν γαμπρός του καθηγητή, πέθαινες βοηθός, κουβαλώντας τις σημειώσεις. Ο Ζώρας μου έδωσε τον λόγο της τιμής του (και τον τήρησε αργότερα με άλλον συνάδελφο): “Κύριε Δάλλα, ελάτε στο Πανεπιστήμιο και σας υπόσχομαι ότι θα διχάσω την έδρα”. Αλλά εγώ δεν ήθελα τότε διδασκαλίες. Παρότι πολλοί από τους φίλους μου με πίεζαν να κάνω διδακτορικό και να διδάξω… Δεν το έκανα τότε. Πολύ αργότερα, το δεύτερο καβαφικό μου βιβλίο, μια πρωτότυπη εργασία, έγινε τελικά η διατριβή μου. Εκλέχθηκα καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων το 1986. Είχε αλλάξει η κατάσταση πια. Μπορούσες τότε να δημιουργήσεις, να πεις τα δικά σου. Εγινα πολύ αργά καθηγητής. Ημουνα ο ελεύθερος στοχαστής, ο ποιητής. Αυτό ήθελα να είμαι».

– Μεταπολεμικά, έπαιζαν μεγάλο ρόλο οι λογοτεχνικές παρέες. Επέδρασαν στη δουλειά σας, στην ποίησή σας, στη σκέψη σας;

– Ναι, βεβαίως επέδρασαν. Η πρώτη μου παρέα ήταν στη Στοά Μαυρίδη, μια υπέροχη στοά. Ο Μαυρίδης εξέδιδε τη «Φιλολογική Πρωτοχρονιά». Εκεί ερχόταν ο Σκαρίμπας, ο Τζούλιο Καΐμη, αποκλίνοντες λογοτέχνες. Πιο δίπλα ήταν το «Ρωσικόν», όπου μαζεύονταν άλλοι. Μετά στα καθιερωμένα, στου Λουμίδη, στου Απότσου, στο Brazilian. Ηταν ζωντανά κύτταρα όλα αυτά. Κρίναμε τα πράγματα, συζητούσαμε, φωνάζαμε, αυτό μου άρεσε.

«Οι υπερρεαλιστές σπάγανε πράγματα»

Ποιες ήταν οι επιρροές του για τη διαδρομή και τη διαμόρφωσή του ως κριτικού; «Στην κριτική ανοίχτηκε ο ορίζοντάς μου, σπουδάζοντας -σπουδάζοντας κυριολεκτικά- και γράφοντας αρκετά βιβλία για τους τρεις μεγάλους της παράδοσής μας: τον Σολωμό, τον Κάλβο και τον Καβάφη. Υστερα ο μοντερνισμός, αλλά πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι υπερρεαλιστές. Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος, κ.ά. Ηταν καθοριστικοί, γιατί σπάγανε πράγματα. Πιστεύω ότι ο Εμπειρίκος είναι μια ολική ύλη, παράγει ποίηση σαν ρεύμα. Ο Εγγονόπουλος παράγει ποιήματα, οργανωμένα, καδραρισμένα, όπως ο Σαχτούρης. Τα βλέπεις ολόκληρα».

– Τώρα παρακολουθείτε κριτικά τους νεότερους ποιητές;

– Ναι, μ’ ενδιαφέρουν πολύ. Οσο μπορώ τους παρακολουθώ. Τις γενιές τις ξέρω όλες. Από τη γενιά τη δική μου, κοντά στο ’60, Μέσκος, Χριστιανόπουλος, Ασλάνογλου, κ.ά. Μετά ήταν η γενιά του ’70, της αμφισβήτησης, που ξεκίνησε με τον Λευτέρη Πούλιο και τον Στεργιάδη. Από το ’80 και μετά αρχίζουν να λειτουργούν άλλα πράγματα. Τώρα η νεότατη γενιά έχει μια στροφή στις σπουδές. Σπούδασαν όλοι, τελείωσαν κάτι, κάποιοι έκαναν και μια διατριβή… Θα ξεχώριζα τον Ρακόπουλο, τη Νίκη Χαλκιαδάκη, τον Ελευθεράκη, τον Χάρη Ψαρρά…

– Πού στρέφεται αυτή η γενιά;

– Εάν μιλάμε για τη νεότατη γενιά, μετά τον Ρακόπουλο, αυτό που αποδίδουν με την ποίηση είναι κάτι που συμβαίνει τώρα, αυτή τη στιγμή. Σαν γεγονός και σαν ποιητική γραφή. Και μάλιστα διαφέρει από την αίσθηση των υπερρεαλιστών, που μιλούσαν για ποιητικό γεγονός. Ολα αυτά τα παρακολουθώ. Είμαι ανοιχτός με τον τρόπο μου.

Είναι συγκλονιστικό ν’ ακούει κανείς από έναν άνθρωπο στα 90 του να λέει ότι είναι ανοιχτός στα νέα ρεύματα.

Η πεζογραφία

Αν με την ποίηση αλλά και τον κριτικό λόγο είναι πολύ ανοιχτός, με την ελληνική πεζογραφία είναι πιο συγκρατημένος, σχεδόν απαισιόδοξος. Οταν τον ρωτάω για τα σημαντικά κείμενα, ξεκινάει από τη «Γυναίκα της Ζάκυθος», συνεχίζει με τον Ροΐδη και τον Θεοτόκη και σταματάει στο «Κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου. Τον ρωτάω τη γνώμη του για τα πιο σύγχρονα δείγματα πεζογραφίας. «Υπάρχει ένα κύμα πεζογραφίας και κάπου εκεί τα έχω μπλέξει κι εγώ. Περνούμε ανάμεσα σε δύο συμπληγάδες. Το ένα σκέλος, με τον Ιωάννου, τον Καζαντζή, τους Θεσσαλονικείς γενικά κ.ά., στηρίχτηκε στην εντοπιότητα. Είναι ένα σκέλος που συνεχίζεται από πολλούς, αλλά φοβάμαι μήπως γίνει ηθογραφία. Το άλλο σκέλος είναι αυτό που μας έρχεται απέξω και διακρίνω μίμηση και πειραματισμούς». Ο Γιάννης Δάλλας διαπιστώνει ότι η πεζογραφία σήμερα έχει πολλά στοιχεία ρεπορτάζ. «Κάπου χάνεται, σκορπίζεται το έργο ή το πίνουν οι ίδιοι μόνο για χάρη τους» προσθέτει με το υπόγειο και ευγενικό του χιούμορ, που δηλώνει πολλά χωρίς να θίγει ευθέως


Εδώ παραθέτουμε μια εργασία της Χρύσας Σπυροπούλου για τον ποιητή ( Το παράλογο στην ποίηση του Γιάννη Δάλλα) 

http://olympias.lib.uoi.gr/jspui/bitstream/123456789/5778/1/%CE%94.%20%CE%94.%20%CE%A3%CE%A0%CE%A5%CE%A1%CE%9F%CE%A0%CE%9F%CE%A5%CE%9B%CE%9F%CE%A5%20%CE%A7%CE%A1%CE%A5%CE%A3%CE%91.pdf