Ο Κωστής Παλαμάς, έφυγε από τη ζωή  σαν σήμερα  27 Φεβρουαρίου 1943.

Γράφει η δημοσιογράφος -ερευνήτρια Χριστίνα Φίλιππα 

Ως  ελάχιστο αφιέρωμα στη  μνήμη του «πνευματικού  πατέρα όλων», όπως τον είχε αποκαλέσει ένας άλλος μέγας ποιητής, ο Κώστας Βάρναλης, θα παραθέσω λίγες πληροφορίες από την εποχή της νιότης του και της επαγγελματικής και συγγραφικής του σταδιοδρομίας με στοιχεία που άντλησα κατά καιρούς, κυρίως από δημοσιεύματα εφημερίδων της εποχής του.

Ο Κωστής Παλαμάς γεννήθηκε στην Πάτρα το 1859. Ορφάνεψε πολύ μικρός, χάνοντας σε διάστημα σαράντα ημερών και τους δύο γονείς του. Την επιμέλειά του ίδιου καθώς και του κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερο αδελφό του Χρήστου, ανέλαβε ο θείος τους Δημήτριος Παλαμάς που ζούσε στο Μεσολόγγι..

Ελάχιστοι γνωρίζουν, ότι ο εθνικός ποιητής Κωστής Παλαμάς εργάσθηκε ως κοινοβουλευτικός συντάκτης το 1883 σε ηλικία 24 χρονών. Τα κείμενά του, τα οποία υπέγραφε με το ψευδώνυμο «Κουτρούλης», απέδιδαν με ζωντανό και γλαφυρότατο τρόπο την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που επικρατούσε στη βουλή και δημοσιεύονταν στο περιοδικό «Μη χάνεσαι» και τη στήλη «Βουλή» του πατριάρχη της ελληνικής δημοσιογραφίας Βλάση Γαβριηλίδη ο οποίος αργότερα θα γίνει και κουμπάρος του. (Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης, «Κωστής Παλαμάς – Νεαρός κοινοβουλευτικός συντάκτης, www.sitalkisking.blogspot.com)

Ο Παλαμάς, υπήρξε πρωτοπόρος στο κοινοβουλευτικό ρεπορτάζ της εποχής του και η δημοσιογραφία τον βοήθησε έστω και με δυσκολία να βιοπορίζεται. Συγχρόνως αφιερώθηκε στη μεγάλη αγάπη του, την ποίηση.

Το 1887 ο «συμπαθής κ. Κωστής Παλαμάς…»  θα γράψει  το ποίημα «Ύμνος εις την Αθηνάν».

Το ποίημα γράφτηκε το 1887 αφού είχε προηγηθεί η έκδοση της πρώτης του αυτοτελούς ποιητικής συλλογής «Τα τραγούδια της Πατρίδας μου» το 1886, που έκανε εξαιρετική εντύπωση.  Ο Παλαμάς θα αφιερώσει τον «Ύμνον εις την Αθηνάν» στην γυναίκα του Μαρία, το γένος Βάλβη, με την οποία είχαν παντρευτεί στις 27 Δεκεμβρίου 1887 με κουμπάρο τον Βλάση Γαβριηλίδη. Το έργο βραβεύτηκε στον «Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό» το 1889 και τον ίδιο χρόνο ακολούθησε η εκτύπωση του. Με αφορμή την έκδοση του ποιήματος «Ύμνος εις την Αθηνάν» η πατρινή εφημερίδα «Επί τα πρόσω» στις 18 Μαΐου 1889 θα συστήσει τον ποιητή στο πατρινό κοινό ως: «τον συμπαθή αδελφό του αξιόλογου Γραμματέα της Νομαρχίας Χρήστου Παλαμά»:

Εκείνη την εποχή ο μεγάλος του αδελφός Χρήστος, που έχει σπουδάσει νομικά, έχει ήδη ξεκινήσει λαμπρή καριέρα στην Νομαρχία Αχαϊας και Ηλιδος και λίγο αργότερα θα διατελέσει νομάρχης του νομού για μεγάλο διάστημα.

Και στην εφημερίδα «Εφημερίς» του Κορομηλά, με την οποία συνεργάζεται ο ποιητής, υπάρχει διαφήμιση της έκδοσης όπου ενημερωνόμαστε ότι τιμάται 1 δρχ μαζί με τα ταχυδρομικά έξοδα.

1896 – Αναβίωση Ολυμπιακών Αγώνων – Ολυμπιακός Ύμνος

Στις 17 Μαρτίου 1896 η εφημερίδα «Ακρόπολις» με καμάρι πρώτη αυτή θα παρουσιάσει  στο πρωτοσέλιδο της τους στίχους του «Ολυμπιακού Ύμνου» που έγραψε ο Κωστής Παλαμάς  και μελοποίησε ο Σπυρίδων Σαμάρας.

Την επομένη όμως θα επανέλθει στο θέμα και θα ζητήσει συγγνώμη από το αναγνωστικό κοινό για το τυπογραφικό λάθος της χθεσινής δημοσίευσης . Ποιο ήταν αυτό;

Ο  β΄ στίχος γράφει :

Αρχαίο Πνεύμ’ αθάνατον, αγνέ πατέρα
του ωραίου, του μεγάλου και του αληθινού.

Αντί  «και τ΄αληθινού» που κρατάει το μέτρο και το ρυθμό.

Επίσης στην πρώτη αυτή δημοσίευση του Ολυμπιακού Ύμνου βλέπουμε ότι ο πρώτος στίχος της τρίτης στροφής είναι:

«Κάμποι, βουνά και θάλασσες φέγγουν μαζί σου»

Και όχι

«Κάμποι, βουνά και πέλαγα φέγγουν μαζί σου»

(όπως αργότερα αντικαταστάθηκε σε κάποιες περιπτώσεις).

Παλαμάς – Ξενόπουλος (1903): Η δυσμενής υποδοχή της «Τρισεύγενης» από τον δεύτερο θα είναι το πρώτο σύννεφο της φιλίας τους.  

Οι δύο λόγιοι υπήρξαν φίλοι και τους συνέδεε αμοιβαία εκτίμηση αλλά δεν έλειψαν κατά καιρούς και οι μεταξύ τους αντιπαραθέσεις και διαστάσεις απόψεων σε φιλολογικά θέματα.  Μία τέτοια αντιπαλότητα μεταξύ τους προξένησε και η κριτική του Ξενόπουλου το 1903 για το νέο έργο «Τρισεύγενη» του Παλαμά. Αν και θεωρείται σπουδαίο  έργο της νεοελληνικής δραματουργίας με βαθύ συμβολισμό, η «Τρισεύγενη» δεν έτυχε θετικής υποδοχής από τη διανόηση της εποχής, όπως μας ενημερώνει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος σε άρθρο με  τίτλο «Τα φιλολογικά του 1903» στην στήλη «Πρόσωπα και Πράγματα» της εφημερίδα «Αθήναι» του Γ. Πώπ  την 1η  Ιανουαρίου 1904. Στην ανασκόπηση της «φιλολογικής παραγωγής» (όπως την ονομάζει) του 1903, αναφερόμενος στην «Τρισεύγενη» του Παλαμά θα γράψει:

« Από  τα θεατρικά έργα, το πλέον πολύκροτον ύπήρξεν ένα δράμα, το οποίον εξεδόθη μόνον εις βιβλίον: η «Τρισεύγενη» του κ. Παλαμά. Ως έργον του Παλαμά έτυχεν πολλής προσοχής, και φυσικά δεν μπορούσε να μην έχη τη σφραγίδα του. Αλλ΄ ως βιβλίον απέτυχε. Τουλάχιστον οι περισσότεροι κριτικοί έγραψαν περί του διηγήματος δυσμενέστατα. Και αυτός ακόμη ο Παύλος Νιρβάνας, ο τόσον επιφανής προς τα ποιητικά τολμήματα, και ατυχή ακόμα, δεν έδειξε την παραμικράν ευσπλαχνίαν προς την «Τρισεύγενην» σκληρυνθείς και αρκεσθείς, αντί κριτικής ιδικής του, να επαναλάβη επί το ιατρικώτερον ανεπτυγμένα και τεντωμένα, όσα εγράψαμεν περί του δράματος ο κ. Ν. Επ.[1] και ο υποφαινόμενος. Επί τέλους το έργον αυτό εκουρελιάσθη όσον ολίγα… Ε πουρ σι μουόβε!»[2].

Ο Ξενόπουλος χρόνια αργότερα, το 1920, στην «Καθημερινή» θα δηλώσει ότι το πρώτο σύννεφο στη φιλία τους υπήρξε η κριτική που άσκησε το 1903 στο έργο του Παλαμά, «Τρισεύγενη». Η ψυχρότητα μεταξύ τους θα διαρκέσει λίγο. Σε δύσκολες στιγμές θα σταθεί ο ένας στο πλευρό του άλλου και θα υπερασπιστεί τις επιλογές του. Ο Παλαμάς θα υποστηρίξει την εκλογή του Ξενόπουλου το 1931 στην Ακαδημία Αθηνών  συντάσσοντας μία θερμή έκθεση για το σκοπό αυτό και ο Ξενόπουλος θα τον υπερασπιστεί  όταν κινδύνευε να χάσει τη θέση του στο πανεπιστήμιο ως «μαλλιαρός», όπως και ενήργησε με άλλους για να πετύχουν την βράβευση του Παλαμά με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Θα κλείσω με τα λόγια του Ξενόπουλου για τον Παλαμά.

«Ο Παλαμάς είναι από τους σπάνιους εκείνους ανθρώπους τους οποίους αγαπάς και θαυμάζεις όσον πλησιέστερα γνωρίζεις. Διαψεύδει την παροιμίαν περί των μεγάλων ανδρών που ομοιάζουν τα ψηλά βουνά ωραία μόνον όταν τα βλέπης εξ αποστάσεως…»[3]

 

[1] Αναφέρεται στον Νίκο Επισκόπουλο (ψευδώνυμο Segur), πεζογράφο, φίλο και συνεργάτη του Ξενόπουλου.

[2] «Eppur si muove» (μεταφρ: «κι όμως κινείται» )

[3] Τριχιά-Ζούρα Μαρία «Αυτοβιογραφία του Γρ. Ξενόπουλου, διδακτορική διατριβή.