Γράφει η Ελένη Γκίκα //

 

William Marx «Το μίσος για την λογοτεχνία», Μετάφραση: Αντώνης Αθανασόπουλος, εκδ. Πόλις

Μπορεί οι ίδιοι οι λογοτέχνες να θεωρούν ότι η λογοτεχνία διασώζει την Ιστορία και την εκάστοτε εποχή, ενδεχομένως η ίδια η φύση της λογοτεχνίας να αποτελεί απόπειρα οντολογικής εξήγησης για την ανθρώπινη περιπέτεια και ύπαρξη ευθύς εξαρχής, εντούτοις υπάρχουν πολέμιοί της εδώ και 2.500 χρόνια.

Της επιτέθηκαν, τη λοιδόρησαν, την καταδίκασαν, εξόρισαν τους ποιητές και έκαψαν τα βιβλία τους, επιστήμονες, ιερείς, παιδαγωγοί, βασιλείς κι αυτοκράτορες, φιλόσοφοι, κοινωνιολόγοι και θεολόγοι. Ένας μακρύς κατάλογος από τον Πλάτωνα ως τον Νικολά Σαρκοζί, συνυπάρχει σε ένα ιδιαίτερο και απολαυστικό βιβλίο που σκιαγραφεί όλη τη δύσκολη πορεία της λογοτεχνίας.

«Θα έρθει ίσως καιρός (βλέπουμε να χαράζει αυτή μέρα) που ο μεγάλος καλλιτέχνης, ο ενάρετος άνθρωπος θα είναι ξεπερασμένα πράγματα, σχεδόν άχρηστα’ ο επιστήμονας, αντιθέτως, θα αποκτά συνεχώς όλο και μεγαλύτερη αξία. Η ομορφιά θα εξαφανιστεί σχεδόν με την έλευση της επιστήμης’ μα η ανάπτυξη της επιστήμης και της δύναμης του ανθρώπου είναι κι αυτά ωραία πράγματα» (Ernest Renan, «Το μέλλον της επιστήμης», 1890)

Και ο συγγραφέας αυτού του σπουδαίου δοκιμίου «Το μίσος για την λογοτεχνία», Γουίλιαμ Μαρξ που γεννήθηκε στο Villeneuve-les-Avignon της Γαλλίας το 1966, υπήρξε απόφοιτος της Ecole normale superieure, agrege της κλασικής φιλολογίας, διδάκτωρ της συγκριτικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Λυών και στο Πανεπιστήμιο Paris-VIII (Βενσέν-Σαιν Ντενί), το 2006 εξελέγη καθηγητής γαλλικής και συγκριτικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ορλεάνης, το 2009 καθηγητής συγκριτικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Paris X (Ναντέρ) και το 2019 καθηγητής στο College de France, στην έδρα της συγκριτικής φιλολογίας, επίτιμο μέλος του Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου της Γαλλίας και μέλος του επιστημονικού συμβουλίου του Wissenschaftskolleg του Βερολίνου, που έχει τιμηθεί με το βραβείο Montyon της Γαλλικής Ακαδημίας και έχει διδάξει ως επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και στο Πανεπιστήμιο Brown στις ΗΠΑ, συγκεντρώνει όλους τους πολέμιους και της πολεμικές της λογοτεχνίας: με αποσπάσματα από βιβλία, σπαρταριστούς διαλόγους και περιστατικά, ιστορικές αλήθειες και διαχρονικές ανυπόστατες κατηγορίες.

Για να μη πελαγοδρομεί, αντί να απαριθμεί επί ματαίω έναν άσκοπο κατάλογο των αναμασημένων αυτών λόγων, το βιβλίο «εξετάζει τις τέσσερις βασικές δίκες εναντίον της λογοτεχνίας: στο όνομα του κύρους (για να πάρουν άλλες αρχές τη θέση της στην εξουσία)’ στο όνομα της αλήθειας (η λογοτεχνία δεν αξίζει τίποτα μπροστά στην επιστήμη)’ στο όνομα της ηθικής (η λογοτεχνία διαλύει όλους τους κανόνες)’ στο όνομα της κοινωνίας (απαγορεύεται στους συγγραφείς να έχουν θέση στην κοινωνία ή να την εκπροσωπούν).»

Ξεκινώντας από την αδυναμία να ορίσει με ακρίβεια κάποιος την λογοτεχνία (Η λογοτεχνία είναι ο ύπνος της λογικής, Λογοτεχνία σημαίνει νοσταλγία μιας έκπτωτης εξουσίας, Η λογοτεχνία είναι αυτό που εξορίζουν, κατά τον Πλάτωνα ο ποιητής είναι μάγος, ωστόσο υπήρξε κάποια εποχή που συνομιλούσε με τις Μούσες, κατ’ ευθείαν με το Θεό, ο ποιητής), καταλήγει ότι «πολλά πράγματα είναι η λογοτεχνία: δεν υπάρχει αντικείμενο απαράλλαχτο, ανά τους αιώνες, ικανό να διεκδικήσει αυτό το ωραίο όνομα». Και ενώ η πραγματικότητα παίρνει συνεχώς διαφορετικές μορφές, εντούτοις το όνομα και οι πολέμιοι παραμένουν σταθεροί και απαράλλαχτοι.

 

William Marx

 

Ως «επιμύθιο»: «Η λογοτεχνία δεν αποτελεί κατάλληλη έκφραση για την κοινωνία. Όταν το καθεστώς είναι αριστοκρατικό, την κατηγορούμε ότι δεν είναι αρκετά αριστοκρατική και ότι δεν ανήκει στη φατρία των ισχυρών’ όταν είναι δημοκρατικό, την κατηγορούμε ότι είναι ελιτίστικη και ότι συντελεί στα κενά του συστήματος. Κοντολογίς, η λογοτεχνία μοιάζει πάντοτε ακατάλληλη σε σχέση με ένα πολιτικό αίτημα: όχι αρκετά αριστοκρατική, όχι αρκετά δημοκρατική. Ο συγγραφέας περιφρονείται παντού, σε όλα τα καθεστώτα, ή ακόμα θεωρείται επικίνδυνος, ή καταγγέλλεται ως τυφλός υπηρέτης ενός καταδικαστέου συστήματος. Απόδειξη πάντως ότι το πρόβλημα δεν έγκειται σε κάποιο ουσιαστικό ή μόνιμο δημοκρατικό έλλειμμα της λογοτεχνίας, αλλά στο έλλειμμα εξουσίας της: η αδυναμία της την καθιστά τον ιδανικό αποδιοπομπαίο τράγο».

Ωστόσο «Το μίσος για την λογοτεχνία» αποτελεί ένα βιβλίο σιβυλλικό και σοφό, εφόσον «μέσα από το μίσος για τη λογοτεχνία αποκαλύπτεται το κρυφό πρόσωπο της ιστορίας της λογοτεχνίας: εκείνο που της δίνει ίσως το αληθινό νόημά της».

Και για το τέλος ο William Marx μια επιφυλάσσει την πιο επικίνδυνη εκδοχή: «Πολύ χειρότερη από το μίσος για τη λογοτεχνία όμως θα ήταν στην πραγματικότητα η αδιαφορία: μη γένοιτο να έλθει η εποχή της».

Fractalart.gr