Αν ο μύθος της κατασκευής των εγχόρδων από μερικές οικογένειες αφιερωμένες παραμένει μέχρι τις μέρες μας γοητευτικός, κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με την κατασκευή των πιάνων. Από τις γοητευτικότερες φυσιογνωμίες κατασκευαστών που άφησαν μάλιστα σαφή υπογραφή στην ιστορία του πιάνου είναι ο Πλεγιέλ, ο Εράρ και ο Γκαβώ. Οι στόχοι τους κάποιες φορές συναντήθηκαν και κάποιες άλλες διασκορπίστηκαν και αμφισβητήθηκαν. Κοινός τόπος παρέμεινε εν τέλει η δυναμική και άξια τιμής συμβολή τους στη ποιοτική μουσική ζωή της Γαλλίας και της έδρας τους, του Παρισιού.

Ρομαντικές ιστορίες του παρελθόντος; Μάλλον όχι… Τρεις θρυλικοί κατασκευαστές οργάνων, εκατοντάδες καλαίσθητα και καλόηχα όργανα και δύο θρυλικές αίθουσες συναυλιών με παγκόσμια απήχηση, όλα αυτά στην ίδια, πόλη, παιδιά έμπνευσης και αποφασιστικότητας.

 Ο Joseph Gabriel Gaveau που γεννήθηκε το 1824 ίδρυσε το εργαστήριο του στα 24 χρόνια του, αφού είχε εργαστεί σε εργαστήρια άλλων διακεκριμένων κατασκευαστών της εποχής. Απέκτησε πολύ γρήγορα φήμη για τα όρθια πιάνα του, που αρχικά μιμούνταν τα μηχανικά χαρακτηριστικά των πιάνων Erard. Με τον καιρό κατάφερε να υποστηρίξει μια προσωπική πατέντα ευκολοδιάκριτη. Το 1896 είχε πλέον σύγχρονο εργοστάσιο με 300 εργαζόμενους που κατασκεύαζαν 1500 πιάνα ετησίως. Επτασφάλιστα ήταν τα μυστικά της κατασκευής!
Τα έξι παιδιά του συνέχισαν, άλλος πιο πολύ, άλλος λιγότερο, τη δραστηριότητα του ιδρυτή και το 1908 προχώρησαν στην θεμελίωση της περίφημης αίθουσας μουσικών εκδηλώσεων που γνωρίζουμε όλοι ως Salle Gaveau, στο όγδοο διαμέρισμα του Παρισιού, κάνοντας πραγματικότητα το μεγάλο όνειρο του πατέρα τους.


Το 1911 τα αδέλφια Gaveau χωρίζουν τους δρόμους τους και μόνος ο Gabriel εξακολουθεί να κατασκευάζει περίφημα και πολυδιαφημιζόμενα πιάνα, κυρίως όρθια, με όσο το δυνατό χαμηλό κόστος. Οι εγγονοί του, ο Marcel και ο André συστήνουν το 1930 τη δική τους μοντέρνα επιχείρηση που ο επερχόμενος πόλεμος δυσχεραίνει τραγικά την επιβίωση της. Το 1960 η επιχείρηση των Gaveau και η επιχείρηση των Erard συγχωνεύονται εξ ανάγκης. Σύντομα και η Pleyel έρχεται να ενσωματωθεί γιατί και αυτή δεν μπορεί πια να επιβιώσει. Το 1965 είναι η χρονιά που σταματούν πλέον να παράγουν πιάνα, μη μπορώντας να επιβληθούν στην παγκόσμια βιομηχανοποιημένη αγορά πιάνων. Επέρχεται και η πτώχευση. Ακολουθούν περιπέτειες όπου το κτίριο της Γκαβώ αλλάζει χέρια και η τράπεζα που το παίρνει θέλει να το μεταμορφώσει σε χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων!
Από το 1971 τα πιάνα των τριών επιφανών κατασκευαστών κατασκευάζονται από τα εργοστάσια της Schimmel Γερμανίας, ενώ η αίθουσα Γκαβώ μεσουρανεί και πάλι, χάρη στους μουσικούς Σαντάλ και Ζαν Μαρι Φουρνιέ που αγόρασαν το 1976 την επιχείρηση. Το 1992 ξεκίνησαν την ανακαίνιση του χώρου και το 2001 η αίθουσα υποδέχτηκε τους φιλόμουσους.

Ο ιδρυτής της μάρκας Πλεγιέλ, ο  Ignace Pleyel (1757-1831) ήταν ένας σοβαρός, συγκροτημένος μουσικός, εκδότης μουσικών έργων, συνθέτης, μαικήνας, που υποστήριξε νέους της εποχής του. Φίλος και μαθητής του Χάυδν, κατάφερε να αναγνωριστεί για τις 41 συμφωνίες, τις όπερες και τα 70 κουαρτέτα του. Εγκαταστάθηκε στο Παρίσι το 1795 κι άνοιξε μουσικό κατάστημα όπου πωλούσε παρτιτούρες. Μέσα από την επαφή με τους μουσικούς είδε καθαρά την ανάγκη να ερευνηθεί πώς το επίπεδο των πληκτροφόρων θα βοηθήσει τους σολίστες να παίξουν υποδειγματικά την τότε νέα μουσική αλλά και πώς θα εμπνεύσει τη σύνθεση έργων για πληκτροφόρα που θα αντέξουν στο χρόνο.
Άνθρωπος με το χάρισμα της επινοητικότητας ιδρύει το 1807 το εργαστήρι του και σιγά – σιγά αφιερώνεται σ’ αυτό. Καταφέρνει να στέλνει τα πιάνα του σε βασιλιάδες και πρίγκιπες στην Ευρώπη αλλά και να εξάγει πιάνα στην Αμερική. Ο γιος του ο Καμίλ, λαμπρός πιανίστας, υπηρέτησε αξιοθαύμαστα την επιχείρηση και έδωσε στη μάρκα Pleyel την παγκοσμίως έκτοτε εδραιωμένη φήμη. Βρισκόμαστε ήδη στη ρομαντική εποχή με την άνθιση της μουσικής σαλονιού. Ιδανική περίοδος! Τα πιάνα Πλεγιέλ με τον εύκαμπτο και γλυκό ήχο κρατούν τα σκήπτρα στις μουσικές συναθροίσεις του Παρισιού.

Ο διάδοχος του Καμίλ Πλεγιέλ, ο Αύγουστος Βολφ, το 1855 τόλμησε νεωτεριστικές μηχανικές αλλαγές με τις οποίες ενίσχυσε ακόμα περισσότερο τη φήμη των όρθιων Πλεγιέλ του εμπορίου. Ο μηχανικός Γουστάβος Λυόν, συνεργάτης της εταιρίας, μερικά χρόνια μετά εντόπισε πιο σωστά ξύλα, από τα οποία κατασκευάζονταν έκτοτε τα πιάνα τους. Η επιχείρηση στις τεράστιες εγκαταστάσεις των 50.000 τμ στο Σαιν Ντενί μεσουρανεί. Για τα 100 χρόνια της αποφασίζει να επενδύσει σε ένα κτίριο καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, το οποίο να αποτελέσει σταθμό στην ιστορία του Παρισιού. Στην πασίγνωστη οδό Φομπούρ, κοντά στην πλατεία Ετουάλ, το 1927 ανοίγει τις πόρτες η περίφημη αίθουσα Πλεγιέλ με τρεις χιλιάδες καθίσματα, βοηθητικές αίθουσες και πολύ μοντέρνο για την εποχή εκείνη σχεδιασμό. Οι ειδικευμένοι τεχνικοί παρακολουθούν τους μεγάλους πιανίστες, τους συμβουλεύονται και προσπαθούν να ερευνήσουν τον ήχο και να κατασκευάσουν ακόμα αρτιότερους μηχανισμούς.

Μόλις εννέα μήνες μετά τα εγκαίνια της αίθουσας συναυλιών μια περίεργη πυρκαγιά καταστρέφει το κτίριο, που όπως φάνηκε, η επαναλειτουργία του αδίκησε την ακουστική η οποία σε τίποτε δεν θύμιζε την αρχική. Σε αυτό έφταιξε βέβαια και το γεγονός ότι η παγκόσμια οικονομική κρίση δεν επέτρεψε να δοθούν όσα χρήματα χρειάζονταν για μελέτες ακουστικής και κατάλληλα επιλεγμένα υλικά. Η εταιρία που διαχειριζόταν το κτίριο δεν μπόρεσε να κρατηθεί μέσα στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, έτσι το 1935 η τράπεζα Credit Lyonais παίρνει τα δικαιώματα χρήσης.

Το 1998 η τράπεζα πουλάει τη Salle Pleyel στο γκρουπ επιχειρήσεων IDSH που το 2004 επιχειρεί επιτέλους μια συνολική ανανέωση υλικών και αρχιτεκτονικής αποδίδοντας πρωτεύοντα ρόλο στη μελέτη της ακουστικής του χώρου.Η νέα αίθουσα έχει 1913 θέσεις και διοικητικά συστεγάζεται με τις υπηρεσίες της Cité de la Musique, εποπτευόμενη από το υπουργείο πολιτισμού, διευκολύνοντας πολύ με το νέο σχεδιασμό, την πρακτική πλευρά της λειτουργίας και του προγραμματισμού μεγάλων καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων.

Ο τρίτος διάσημος της παρέας, ο Sébastien Erard γεννήθηκε στο Στρασβούργο τον Απρίλιο του 1752 αλλά το 1768 εγκαθίσταται στο Παρίσι και εργάζεται ως μαθητευόμενος στο εργαστήρι ενός αναγνωρισμένου κατασκευαστή κλαβεσέν.


πιάνο κατασκευής διαδόχων Erard, 1907


 Όταν το 1776 – 1777 κατασκεύασε ένα δικό του πιανοφόρτε έκανε ιδιαίτερη εντύπωση για την επιτυχία του στον ήχο. Το πρώτο πιάνο το κατασκεύασε ένα χρόνο αργότερα, για την πριγκίπισσα του Βιλερουά που το παρήγγειλε. Ήταν ήδη διάσημος για την απαράμιλλη ηχητική τέχνη του και την κομψότητα των οργάνων του. Το 1780 ιδρύει τη μάρκα Erard, που διακρίθηκε ιδιαίτερα για τις άρπες και τα πιάνα με ουρά. Το 1821 εφαρμόζει μια καταλυτική για το πιάνο επινόηση: το σύστημα του διπλού χτυπήματος, που άλλαξε εντελώς την τεχνική (επιτρέποντας στο μουσικό να ξαναπαίξει μια νότα χωρίς να περιμένει να επιστρέψει εντελώς το πλήκτρο στην όρθια θέση) και πολλαπλασίασε ως εκ τούτου τις δυνατότητες του πιάνου. Το 1810 είχε επίσης κατασκευάσει την πρώτη αυτόνομη πενταλιέρα για πιάνα με ουρά, που αμέσως έγινε αποδεκτή από όλους τους άλλους κατασκευαστές σαν η αρτιότερη πασών.

Την ίδια χρονιά έδωσε στο κοινό την πρώτη άρπα με επτά κλειδιά διπλής κίνησης που επέτρεπε να χορδίζεται κάθε χορδή και σε ημιτόνια δυνάμενα να επανα-χορδιστούν χαμηλότερα ή ψηλότερα. Μερικά θρυλικά πιάνα Εράρ ήταν αυτό του Χάυδν, αρ.28 του 1800 και του Μπετόβεν, αρ. 133 του 1803. Για χρόνια υπήρξε οικονομικός αρωγός του Φρ. Λιστ, από τον οποίο δεχόταν και πολύτιμες συμβουλές. Ο Λιστ δοκίμαζε όλα τα πιάνα του, όσο ζούσε στο Παρίσι.

Εργάστηκε με πάθος, μέχρι το 1831 που πέθανε, αφιερωμένος στο στόχο και την επιτυχία της εταιρίας του –που κατά διαστήματα άλλαζε κι ονόματα προσπαθώντας να αναπτυχθεί (Blondel & Cie, Guichard & Cie ).

Άρωμα μιας εποχής που μάλλον δεν θα ξαναζήσουμε… ναι, αλλά η μουσική χρωστά πολλά στις προσπάθειες αυτών των προικισμένων και αφιερωμένων ανθρώπων. Το πιστεύω ακράδαντα.