ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ

———————————

Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

 Ψιλόβρεχε, αλλά βγήκα για λίγο στην αυλή, κάτω από την τέντα. Στα λουλούδια της ανθισμένης καμέλιας, κάποιες σταματημένες σταγόνες βροχής έμοιαζαν με ακίνητα δάκρυα. «Όχι… Δεν είναι δάκρυα. Μαργαριτάρια διάφανα, είναι…», ψιθύρισα. «Δεν είναι εποχή για δάκρυα. Αν ο θάνατος είναι εδώ, είναι και η ζωή εδώ», συνέχισα.

«Γεια σου παππού…»

Η φωνή ήρθε από το μπαλκόνι, διαγώνια μπροστά και πάνω μου. Δροσερή, τρυφερή. Μαζί μ’ ένα πλατύ χαμόγελο. Η μικρότερη από τις εγγονές μου…

«Γεια σου όμορφη… Είσαι καλά;»

«Καλά είμαι. Εσύ;»

«Κι εγώ καλά… Πώς τα περνάς; Διαβάζεις;»

«Λίγο…»

Δίπλα της εμφανίστηκε η άλλη, η μεγαλύτερη εγγονή. Ίδιος χαιρετισμός.

«Γεια σου παππού…»

«Γεια σου σταρ…»

Η μικρή είναι η «όμορφη». Η μεγάλη, η «σταρ».

Δυο χαμόγελα πλατιά. Σε μια απόσταση δέκα μέτρων, ίσως και παραπάνω. Δυο λουλούδια διαφορετικά, με την χάρη και την τσαχπινιά να λάμπουν στα πρόσωπά τους. Πάει σχεδόν μήνας που μιλάμε από μακριά. Ίσως και κάτι μέρες. Λαχτάρησα να τις σφίξω στην αγκαλιά μου, να τις τσιμπήσω. Μέχρι εκεί φτάνουν τα παιγνίδια μας. Μεγάλωσαν πια. Περισσότερο αναζητούν την παρέα τών φιλενάδων τους. Φυσικό είναι…

Μου έλλειψαν, όμως. Και αυτό φυσικό είναι.

Αλλά, πρέπει. Αυτό είναι αναγκαίο. Το αναγκαίο είναι κάτι από παραπάνω από το φυσικό. Είναι απαραίτητη συνθήκη ζωής. Αυτή είναι που προέχει. Να συνεχιστεί η ζωή χωρίς απώλειες. Ο παππούς να ξαναπάρει τα εγγόνια του στην αγκαλιά του. Τα εγγόνια του να ξανακαθίσουν στα πόδια του. Να μην υπάρξει ανάμεσά τους ένας τάφος. Όχι πως αυτό δεν θα συμβεί κάποτε. Ας μην συμβεί, όμως, τώρα…

 

Με τις σκέψεις αυτές επέστρεψα στο γραφείο μου. Ανοιχτό μπροστά μου ένα εκπληκτικό βιβλίο. Το, «Το βιβλίο των Ονείρων» της Νίνα Γκεόργκε. Μιλά για την πάλη τής ζωής να νικήσει τον θάνατο. Τον αγώνα τού έρωτα να κερδίσει την απώλεια. Μιλά για την απώλεια του πατέρα από την ζωή τριών προσώπων. Και τα τρία αυτά πρόσωπα ήθελαν στο πλάι τους τον πατέρα τους. Δεν είχαν ειπωθεί όλα μεταξύ τους. Πάντα έχουμε την αίσθηση πως με τους προσφιλείς μας νεκρούς υπάρχουν πολλά που δεν έχουν ειπωθεί.

Το βίωσα τρεις φορές. Πρώτα όταν αποχαιρέτησα τον πατέρα μου, στα 65 του. Μετά, όταν αποχαιρέτησα την μητέρα μου, κι εκείνη στα 65 της. Και τέλος, όταν είπα το οριστικό αντίο, στον τάφο τού γιού μου, στα 29 του. Λίγες ώρες πριν, είχα φιλήσει το μέτωπό του στο νεκροτομείο και ήταν πιο κρύο από το απόλυτο κρύο, πιο κρύο από παγωμένο μάρμαρο.

Είναι σκληρός ο θάνατος. Έχει αποτρόπαια όψη, φρικτή. Όλα τα άλλα είναι θεωρίες. Όσα έχεις διαβάσει για τον θάνατο, από τον Όμηρο μέχρι τον Μπρικνέρ και τον Έκο, από τον Ηράκλειτο και τον Πλάτωνα μέχρι τον Τσάτσο και τον Ράμφο, πάνε περίπατο μπροστά στο φέρετρο του αγαπημένου. Ίσως να μένει κάτι από την «Αντιγόνη». Εκεί, ο Σοφοκλής, είπε περισσότερα απ’ όσα όλοι μαζί οι φιλόσοφοι του κόσμου.

 

Από το καθιστικό, δίπλα, έρχεται η φωνή ενός ψύχραιμου πρωθυπουργού. Παρότι νέος, κρατά το τιμόνι τής χώρας σταθερά. Απευθύνει εκκλήσεις σε δέκα εκατομμύρια Έλληνες. Μιλά σαν πατέρας στα παιδιά, σαν φίλος στους ενήλικες, σαν γιος στους ηλικιωμένους. Και λέει αλήθειες.

Έχω ακούσει το συγκεκριμένο μήνυμα και προσπαθώ ν’ αφοσιωθώ στο βιβλίο. Όμως, μια άλλη φωνή με διακόπτει ξανά. Κουρασμένη φωνή, σπασμένη. Την γνωρίζω καλά, μέρες τώρα. Είναι του Καθηγητή Σωτήρη Τσιόδρα.

Προχθές την άκουσα ανάμεσα σε δυο μετέωρους λυγμούς.

Σπεύδω στο καθιστικό. Αυτά που θα πει, ξέρω, πως είναι ζυγισμένα καλά. Ξέρω πως μιλά σ’ εμένα. Δεν έχω δικαίωμα να μην του αφιερώσω την προσοχή μου. Δεν έχω δικαίωμα να μην υποκλιθώ στην στάση του. Μιλά σε όλους, μα περισσότερο σ’ εμένα, τον παππού με τα τρία εγγόνια, με την καρδιοπάθεια, με την ΧΑΠ, με τον διαβήτη, με την ηπατοπάθεια, με την περιφερική αγγειοπάθεια κάτω άκρων, με…, με…, με…

Αλλάζουμε ματιές με την σύζυγο. Θέλω να ξαναδώ τα εγγόνια μου. Θέλω το χαμόγελό τους να ζεσταίνει τις μέρες μου. Θέλω να ξαναδώ τον γιό μου που ζει μακριά, την κόρη μου, την αδελφή μου, που ζει ακόμα μακρύτερα.

Αναλογίζομαι: Έχω δικαίωμα να τους στερήσω την παρουσία μου; Όχι πως αυτό δεν θα συμβεί κάποτε. Αλλά να μην συμβεί τώρα με αιτία ένα «εγώ» ασυλόγιστο, ένα ποταπό «εγώ». Ένα «εγώ» που αγνοεί τις οδηγίες της επίσημης πολιτείας και κάνει τον αντάρτη τής ελαφρότητας και της κακοήθειας.

Ο Καθηγητής τελειώνει. Οι θάνατοι που ανακοίνωσε είναι 17. Ίσως αύριο ανακοινώσει 20, 30, 50… Δεν το εύχομαι. Δεν θέλω να τον βλέπω να λυγίζει. Θέλω να τον δω με φωτεινό πρόσωπο ν’ ανακοινώνει πως η μπόρα τελείωσε, θέλω να ξαναπάρω αγκαλιά τα εγγόνια μου, τον γιο μου, την κόρη μου…

Καλημέρα σας…

 

Υ.Γ.

————-

Ο πίνακας που διάλεξα να κοσμήσει το σημείωμά μου,

είναι μια ακουαρέλα του εξαιρετικού ζωγράφου

και φίλου Κωνσταντίνου Ράμμου, Λαρισαίου.

Γιατί είναι άνοιξη και γιατί γεννά ελπίδα!

Λάρισα, 24/3/2020 – 04:05