Το πρώτο απόσπασμα από το «Τρίτο Άσμα» του «Αθανάση Διάκου» του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη:

«Λαλούν οι πέρδικαις γλυκὰ κι ο ήλιος στη χαρά του
απλώνει μιαν αχτίδα του και ψηλαφίζει ο κλέφτης
τα παρδαλὰ τα στήθια τους κι αυταὶς αναγαλλιάζουν.
Κατάκορφα στον ουρανὸ πετιέται κι ο πετρίτης,
τ᾿ αητοὺ πρωτοπαλλήκαρο, να βάψῃ τα φτερούγια
μες στον αιθέρα της αυγής πριν ἔβγη στην παγάνα.
Πλένουν τα φύλλα στη δροσιὰ χαρούμενα τα ρείκη,
και στο ελαφρὸ το φύσημα του αγέρα, που διαβαίνει,
συναπαντούσε φιλικὰ με τον ανασασμό του
το θρούμπι την αλιφασκιά, το σφελαχτὸ η μυρτούλα.
Δακρύζουνε τ᾿ απάρθενα τα χιόνια στο λιοπύρι,
ακούοντ᾿ οι νεροσυρμαὶς απὸ εγκρεμὸ σε βράχο
να παραδέρνουνε γοργὰ και λες με τη γαργάρα
π᾿ ανάκραζαν την κλεφτουριὰ και την αποζητοῦσαν.
Εκυματίζαν τα σπαρτά, χαρὰ του ζευγολάτη,
και κάπου κάπου ανάμεσα ξεπρόβαιν᾿ ένα στάχυ
και έγερν᾿ εδώ, κ᾿ έγερν᾿ εκεί το τρυφερὸ κεφάλι,
ωσὰν να παραμόνευε να ιδή κι᾿ αυτὸ τον Διάκο.
Κι᾿ ωστόσο ανθρώπινη φωνὴ μέσα σ᾿ αυτὸν τον κόσμο,
που φαίνεται ολοζώντανος, καμμιὰ δεν αγροικιέται,
ούτε φλογέρα πιστικού, ούτε χαράς τραγούδι
ούτ᾿ αγωγιάτη σάλαγος. Εφαίνετ᾿ όλη η φύσις
λουλούδι χωρὶς μυρωδιά, κόρη γλυκειά, πανώρηα,
οποὺ εγεννήθηκε βουβὴ κι᾿ οποὺ την παραστέκει
η μαυρισμέν᾿ η μάνα της να ιδή μην ξεχαράξῃ
μαζὶ μ᾿ ένα χαμόγελο στὰ χείλη κ᾿ ἡ λαλιά της.
Αστράφτουνε, λαμποβολούν τριγύρω στη Δαμάστα
άλλοι στρωμένοι κατὰ γης άλλοι στο διπλοπόδι
περήφανοι, σιωπηλοί, τρακόσιοι ανδρειωμένοι.
Επάνωθέ τους κάτασπρο το φλάμπουρο του Διάκου
ανέμιζε τρομαχτικό, και στο ξεδίπλωμά του
λεβέντης αστραπόμορφος επρόβαινε ο Άη Γιώργης
με τ᾿ άγριό του τ᾿ άλογο κρατώντας καρφωμένο
τ᾿ άσπλαγχνο το κοντάρι του στο διάπλατο λαρύγγι
του φοβερού του δράκοντα, που δέρνεται στο χώμα».

(«Άσμα Τρίτον Εικοστὴ τρίτη Απριλίου Μνήμη του αγίου και ενδόξου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου», από τον «Αθανάση Διάκο», Αριστοτέλης Βαλαωρίτης)