Γράφει η δημοσιογράφος – ερευνήτρια Χριστίνα Φίλιππα 

Το κίνημα του φιλελληνισμού, αναπτύχθηκε τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, έφθασε στην πλήρη έκφραση του κατά την Ελληνική Επανάσταση. Οι φιλέλληνες προσέφεραν αξιοσημείωτη βοήθεια στην ελληνική υπόθεση με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους είτε δηλ. με την αποστολή χρημάτων, εφοδίων και εθελοντών, όσο και με την άσκηση πίεσης στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις υπέρ των επαναστατημένων Ελλήνων.
Στην παρότρυνση για βοήθεια προς την υπόδουλη πατρίδα συνέβαλαν πολλοί Έλληνες του εξωτερικού, όπως ο Α. Κοραής, ο Αλ. Υψηλάντης και ο Ι. Καποδίστριας, οι οποίοι με το κύρος και τις γνωριμίες τους βροντοφωνούσαν τα δεινά του υπόδουλου ελληνικού λαού. Η, με κάθε τρόπο, συμμετοχή στον αγώνα αυτόν έμεινε ως τις μέρες μας ως φιλελληνισμός.

Ενας από τους φιλέλληνες αυτούς ήταν και ο Ιωάννης-Γαβριήλ Εϋνάρδος .Τραπεζίτης, φιλέλληνας, τιμημένος με τον τίτλο του ευεργέτη του ελληνικού έθνους. Είναι από τους ουσιαστικούς  ιδρυτές της Εθνικής Τράπεζας και από τους πρώτους μετόχους της.

Γεννήθηκε στις 28 Δεκεμβρίου 1775 στη Λυών της Γαλλίας, γιός του Γαβριήλ-Αντωνίου (GabrielAntoine) εμπόρου και τραπεζίτη, από μεγάλη, ισχυρή και  ευγενή οικογένεια των  Mont Eynard της επαρχίας Ντοφίν (Dauphine) της Ν.Α. Γαλλίας. Μέλη της οικογενείας αυτής   είχαν καταφύγει ως ουγενότοι στην Γενεύη από το 1685 μετά την ανάκληση του Εδίκτου της Νάντης και απ αυτό το κομμάτι της οικογένειας προέρχεται και ο Ιωάννης-Γραβιήλ.  Ο πατέρας του επέστρεψε το 1769 στη Λυών της Γαλλίας όπου γεννήθηκε ο Ιωάννης-Γαβριήλ και τα 2 αδέλφια του. 

Μετά τη χρεοκοπία των εμπορικών επιχειρήσεων του πατέρα του στη Λυών,  ο Ι.-Γ. Εϋνάρδος εγκαταστάθηκε στην Ιταλία όπου αναδείχθηκαν όλες οι ικανότητές του  ως εμπόρου, τραπεζίτη και διπλωμάτη. Θα κάνει επιτυχημένες επενδύσεις, θα αναλάβει επιτελικές κυβερνητικές θέσεις και θα  αποκτήσει εκτός από τεράστια περιουσία, κύρος και ισχυρές γνωριμίες. Αργότερα θα  επεκτείνει τις δραστηριότητές του στη Γενεύη όπου θα πολιτογραφηθεί  ελβετός πολίτης και δημότης το 1808.

Το 1814 στα πλαίσια του μεγάλου Συνεδρίου της Βιέννης γνωρίστηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια, εκείνος ως μέλος του Ανωτάτου Συμβουλίου της Γενεύης και ο Καποδίστριας ως ειδικός απεσταλμένος του αυτοκράτορα της Ρωσίας Αλεξάνδρου Α΄. Ο Εϋνάρδος θαύμασε και εκτίμησε την διπλωματική δεινότητα και  τον επιτυχή αγώνα που έδωσε ο Καποδίστριας κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου, με αποτέλεσμα  την κατοχύρωση της ελβετικής ουδετερότητας, που επεδίωκε και ο ίδιος. Από την πλευρά του ο Καποδίστριας τον ενημέρωσε για την κατάσταση στην υπόδουλη Ελλάδα. Από τότε γεννήθηκε η απαράμιλλη φιλία των δύο ανδρών.

Έκτοτε πρωτοστάτησε τόσο κατά τη διάρκεια του αγώνα όσο και μετά το θάνατο του αγαπημένου φίλου του στην ανασυγκρότηση της Ελλάδας. Το σπίτι του στη Γενεύη, ένα τεράστιο πολυτελές μέγαρο, που σήμερα είναι το δημαρχείο της πόλης της Γενεύης, μετατράπηκε σε στρατηγείο του φιλελληνισμού.

Έγινε ο οργανωτής, η ψυχή και ο στυλοβάτης όλων των φιλελληνικών κομιτάτων της Ευρώπης και γενναίος χρηματοδότης του ελληνικού αγώνα.

Κατά τη διάρκεια του αγώνα στο Μεσολόγγι, πρωτοστάτησε στη συλλογή τεραστίων ποσοτήτων τροφίμων και πολεμοφοδίων και συνεισέφερε 15.000 φράγκα. Όταν πληροφορήθηκε στις 6 Μαΐου την πολιορκία του Μεσολογγίου,  ευρισκόμενος στην Αγκώνα για να παρακολουθεί επί τόπου τις αποστολές μαζί με τη γυναίκα του Άννα, συγκλονισμένος έγραψε προς το κομιτάτο της Γενεύης μία επιστολή- θρήνο, που ίσως δεν έχει γραφεί ούτε από Έλληνα!

«Ο Εϋνάρδος στο πρόσωπο του Καποδίστρια, θαύμαζε  τον άνθρωπο, τον ιδεολόγο, και τον φλογερό αγωνιστή για κάθε δίκαιο και πνευματικό αγώνα. Στο πρόσωπό του αγάπησε ολόκληρη την σκλαβωμένη Ελλάδα. Ο πόνος και οι λόγοι του Καποδίστρια για τη σκλαβωμένη πατρίδα συνεκλόνισαν τόσο τον Εϋνάρδο,  που επί μισό περίπου αιώνα θα συμπαρασταθεί ηθικά και υλικά στην Ελλάδα, όσο κανένας άλλος, θα υψώσει τη φωνή του για τα δικαιώματά της στα ευρωπαϊκά κοινοβούλια, θα κινητοποιήσει τους ισχυρούς της γης, θα γίνει ο μεγαλύτερος φίλος και χρηματοδότης της, ο ακαταπόνητος προστάτης και ευεργέτης της ως το θάνατό του» , γράφει η καθηγήτρια του πανεπιστημίου Αθηνών Ελένη Κούκου*.

Από τις επιστολές Εϋνάρδου και Καποδίστρια, μετά την εκλογή του δευτέρου ως πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδος, διαπιστώνεται ότι είχαν συνειδητοποιήσει την ανάγκη της δημιουργίας ενός πιστωτικού-τραπεζικού ιδρύματος της χώρας. Μετά την εγκατάσταση του Καποδίστρια στην Ελλάδα, ο Εϋνάρδος παρεκλήθη να μεσολαβήσει,  για να εξασφαλίσει η χώρα δάνειο 1.500.000 φράγκων, ποσό απαραίτητο για την πληρωμή, κυρίως των καθυστερημένων μισθών των στρατευμάτων. Ο Εϋνάρδος ταξίδεψε στο Λονδίνο και στο Παρίσι και,  όταν απέτυχε η προσπάθειά του, έστειλε στον Καποδίστρια 700.000 φράγκα από την προσωπική του περιουσία, χωρίς καμία εγγύηση!  Επίσης, με σθένος αντιμετώπισε το 1847 τις υπερβολικές απαιτήσεις των Άγγλων τραπεζιτών για το δάνειο του 1832 των 60.000.000 φράγκων  προς την Ελλάδα και διευκόλυνε την ελληνική κυβέρνηση χορηγώντας δάνειο ο ίδιος 500.000 φράγκα,  για να αποπληρωθεί η 6μηνιαία δόση .

Με χορηγία του Εϋνάρδου  έκτισε ο Καποδίστριας το περίφημο ορφανοτροφείο στην Αίγινα όπου μορφώθηκαν σε σχολεία και εργαστήρια χιλιάδες εγκαταλελειμμένα και άρρωστα παιδιά. Ο Εϋνάρδος απέστειλε επίσης στη χώρα , φάρμακα, γεωργικά εργαλεία, ανέλαβε με δικά του έξοδα την ίδρυση του αγροκηπίου της Τίρυνθας και είναι εκείνος που έφερε την καλλιέργεια της πατάτας στην Ελλάδα, φροντίζοντας να στείλει και γεωπόνο τον Γρηγόριο Παλαιολόγο.

«Τριάντα δύο ολόκληρα χρόνια μετά την τραγική δολοφονία του Καποδίστρια (27/9/31), που κυριολεκτικά θα τον συγκλονίσει, θα συνεχίσει τη βοήθειά του στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, πιστός μέχρι θανάτου στις υποσχέσεις που είχε δώσει στο μεγάλο νεκρό φίλο του» (Ε. Κούκου).

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια ο Εϋνάρδος φροντίζει να έρθει  στην Ελλάδα ο φίλος και συνομήλικος του, οικονομολόγος Αρτέμων Ντε Ρενύ ο οποίος αναλαμβάνει «Γενικός Επόπτης των οικονομικών του Βασιλείου και ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου». Μέσω του Ρενύ θα έρθει σε επαφή με τον Γεώργιο Σταύρο και ενώ οι δύο άνδρες δεν θα γνωριστούν προσωπικά ποτέ, θα συνδεθούν με βαθειά φιλία και εμπιστοσύνη.  Ο Εϋνάρδος θα διαθέσει  στους Ρενύ και Σταύρου 300.000 φράγκα που έχει εισάγει στη χώρα και με τη συνεργασία τους  θα δημιουργήσει την τη γνωστή ως «Τράπεζα Εϋνάρδου»  με σκοπό την έκδοση και υποστήριξη τραπεζογραμματίων του δημοσίου και  αργότερα τη βραχυπρόθεσμη προεξόφληση εμπορικών γραμματίων με τόκο 8%.  Η δράση της «τράπεζας» είχε θετικά αποτελέσματα.  Η άψογη και επιτυχής  συνεργασία των τριών ανδρών είχε ως αποτέλεσμα να καμφθούν οι αμφιβολίες και οι δισταγμοί του Όθωνα και  έτσι ο Εϋνάρδος με τη στενότατη συνεργασία του Γεωργίου Σταύρου, κατορθώνουν ώστε να ιδρυθεί η Εθνική Τράπεζα και στις 30 Μαρτίου 1841 δημοσιεύεται ο νόμος περι ίδρυσής της.  Ο Εϋνάρδος θα συμμετέχει με 300 μετοχές και ποσό 300.000 φράγκων. Είναι μετά το ελληνικό κράτος και τον Νικόλαο Ζωσιμά , ο μεγαλύτερος επενδυτής.

Από την ογκώδη αλληλογραφία του με τον Γεώργιο Σταύρο, επί 20 και πλέον χρόνια, διαπιστώνεται ότι παρείχε ανεκτίμητη τεχνογνωσία από τα πρώτα βήματα της ίδρυσης της τράπεζας σε πολλά θέματα  τραπεζικής οργάνωσης, και ότι το ενδιαφέρον του υπήρξε αμείωτο, μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωή του, για την πορεία της. Εις ένδειξη  τιμής και ευγνωμοσύνης τόσον αυτός όσο και ο Νικόλαος Ζωσιμάς, κατά την πρώτη συνέλευση των μετόχων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, εξελέγησαν «επίτιμοι διοικηταί» αυτής. 

Ο Εϋνάρδος απεβίωσε  στη Γενεύη στις 6 Φεβρουαρίου 1863 σε ηλικία 88 ετών. Άφησε στους κληρονόμους του, τη γυναίκα του Άννα και δύο ανιψιούς του, 410 συνολικά μετοχές της Τράπεζας, μερικές από τις οποίες ήταν στα χέρια της πολύκλαδης οικογένειας μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα.

 Δεν είχε επισκεφθεί ποτέ την Ελλάδα…

 Βιβλιογραφία:

Φίλιππα Χριστίνα «Οδωνύμια Φιλοθέης, η ιστορία καθ΄οδόν» δήμος Φιλοθέης-Ψυχικού, 2016