«Πώς να είμαι, μωρή Αγλαΐα; Κουρέλι είμαι η γυναίκα… Έχω τα παιδιά από τις 11 Μαρτίου στο σπίτι να μου ταράζουν τα νεύρα και να μην με αφήνουν σε ησυχία. Ήρθαν μετά και τα πεθερικά μου από την Ναύπακτο και αποκλειστήκαν εδώ λόγω απαγόρευσης. Σταμάτησε και ο Χαρίδημος να δουλεύει λόγω lockdown και έχω γίνει νευρασθενική! Να παίρνει ο πεθερός μου όλη μέρα τον σκύλο για να τον βγάλει βόλτα, να θέλει ο Χαρίδημος να μαγειρεύει για να δούμε το ταλέντο του στην μαγειρική λες και δεν το ήξερα εγώ από τότε που αρραβωνιαστήκαμε… Που τα φαγητά του είναι μπουκιά και ασθενοφόρο… Η πεθερά μου να γυρνάει σαν την άδικη κατάρα μέσα στο σπίτι με ένα ξεσκονόπανο και να γκρινιάζει ότι η Αθήνα έχει πολλή σκόνη και ότι εγώ είμαι ανοικοκύρευτη…

Τι; Στο δωμάτιο έχω κλειστεί μήπως ησυχάσω λίγο… Με πονάει το κεφάλι μου. Ποιος κορονοϊός μωρή ηλίθια; Οι άλλοι με έχουν πονοκεφαλιάσει. Ε, πού να είναι; Η πεθερά μου ξαραχνιάζει το σπίτι για δέκατη πέμπτη φορά σήμερα, ο πεθερός μου έχει βγάλει τον σκύλο βόλτα και τσακώνεται με κάτι αστυνομικούς στο δρόμο, ο Χαρίδημος στην ταράτσα φτιάχνει παϊδάκια, ο Γιωργάκης σκαρφαλωμένος πάνω στον πολυέλαιο να κάνει τον Ταρζάν και η Ελενίτσα καθισμένη πάνω στον μπουφέ με το σφυρί του πατέρα της να σπάει τις πετρούλες της μαμάς… Ναι, ναι, τα μαργαριτάρια από τα κολιέ μου εννοεί…

Ποια υπομονή, βρε χαμένη, που δεν θα προλάβω να χαρώ τίποτα. Από την καραντίνα κατευθείαν στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού θα με πάνε!… Θα τους σκοτώσω όλους! Όχι, αγάπη μου, εκτός από τα παιδάκια μου. Αυτά θα σ’τα δώσω σε σένα να μου τα κρατήσεις. Απλά να έχεις πολυέλαιο, σφυρί και μαργαριτάρια»