ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ / Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

«Λίγο ακόμα

θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν

τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο

τη θάλασσα να κυματίζει

 

λίγο ακόμα,

να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα».

 

Λίγο ακόμα και όλα θα είναι ανάμνηση…

Χθες ακούμπησα πάνω στον Διονύσιο Σολωμό και στον Οδυσσέα Ελύτη. Είχα γράψει πως «Τον Σεφέρη, για την ώρα, τον αφήνω παράμερα». Σήμερα, όμως κατέφυγα σ’ αυτόν. Στην δική του αγκαλιά, την τεράστια, που χωρά όλην την αγωνία του κόσμου και ακόμα τόση. Γιατί μιλά με την επίπεδη φωνή τού βαθυστόχαστου φιλόσοφου και με ψυχραιμία ασύγκριτη αντικρίζει τα πάθη τής ζωής, που είναι πάθη και πόνος και του Έλληνα.

 

Στον Σεφέρη αναζητώ το αποκούμπι για την αγωνία μου. Όχι γιατί γνωρίζει από θάνατο, αλλά για μέσα απ’ αυτόν κοιτάζει κατάματα την ζωή. Και αυτό έχουμε ανάγκη τούτες τις ημέρες. Να συνειδητοποιήσουμε ότι ο θάνατος είναι δίπλα μας, σχεδόν τον φοράμε σαν πουκάμισο και πως είναι δική μας η θέληση αν του παραδοθούμε ή όχι. Η απόφαση να ζήσουμε ανήκει σ’ εμάς.

Τόσο σκληρά απέναντι στον εαυτό της, η Ελλάδα, δεν έχει βρεθεί εδώ και εβδομήντα χρόνια. Ούτε με την δικτατορία, ούτε με την κρίση τού Κυπριακού. Γιατί τότε είχαμε να κάνουμε με έναν άλλο παράγοντα, που δεν ήταν ο εαυτός μας. Τώρα έχουμε να κάνουμε με τον εαυτό μας και μόνο. Τον καλό, αλλά και τον κακό εαυτό μας. Ιδιαίτερα με τον δεύτερο. Αυτόν που λέει: «Ναι μεν, αλλά…», ή «Έλα μωρέ… Σιγά τα ωά…», ή «Οι άλλοι φταίνε…», ή «Θέλουν να μας τρομοκρατήσουν…» και άλλα πολλά, που η μάνα μου τα χαρακτήριζε με μια λέξη: «κουτοπονηριές».

Ο κακός εαυτός μας είναι ο ανίκητος εχθρός, αυτός που δίνει τα όπλα στην απειλή για να γίνει καταλυτική. Σταματώ και πάλι στον Σεφέρη:

«Η ζωή μας κάθε μέρα λιγοστεύει» γράφει. Μια διαπίστωση πικρή, που στην πράξη δεν έγινε αντιληπτή απ’ όλους. Λιγοστεύει γιατί και τον θάνατο ακόμα τον έχουμε τυλίξει σε κομματικά σάβανα. Δεν υποκλινόμαστε μπροστά του. Και είναι αυτό η μέγιστη θρασύτητα.

Σταματώ στο ποίημα «Η στέρνα». Νιώθω έναν κόμπο ν’ ανεβαίνει στον λαιμό μου. Το επέκεινα χάνει τον παρηγορητικό του λόγο, την τρυφερότητα της παραμυθίας:

«Πεθαίνουμε! Πεθαίνουν οι θεοί μας!…»

Τα μάρμαρα το ξέρουν που κοιτάζουν

σαν άσπρη χαραυγή πάνω στο θύμα

ξένα, γεμάτα βλέφαρα, συντρίμμια

καθώς περνούν τα πλήθη του θανάτου.

Αναρωτιέμαι τι έχουμε αντιληφθεί; Κι αν οι μέρες που ζούμε είναι ένας άλλος θάνατος, πώς θα ξαναγεννηθούμε; Κακέκτυπα του χθεσινού μας εαυτού; Καρικατούρες;

Θα έχουμε μάθει, άραγε, να ξεχωρίζουμε την μουσική από την ηχορύπανση; Θα έχουμε μάθει, άραγε, ν’ αναζητούμε την ομορφιά στο «λίγο του κόσμου», που έγραψε η Κική Δημουλά; Τι θα έχουμε μάθει από την ακινησία τών μαρμάρων; Καταπίνω την απορία μου ακολουθώντας την πορεία τού φεγγαριού σε μια σονάτα τού Μπετόβεν. «Piano Sonata, opus 27 – Moonlight – Adagio Sostenuto» γράφει ο δίσκος τής  ‎Deutsche Grammophon. Δύσκολο και αυτό το ξημέρωμα. Ποιος ξέρει τι μας επιφυλάσσει ο απολογισμός της ημέρας, σαν έρθει το απόγευμα;

 

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας

πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα

από λιμάνι σε λιμάνι;

έγραψε ο Σεφέρης, πασχίζοντας να ερμηνεύσει την μέσα μας ερημιά. Τι γυρεύουμε απλώνοντας τα χέρια μας στο τίποτα. Μακριά από τοπία ανθισμένα, μακριά από ασύνορες θάλασσες, αλυσοδεμένοι στο νοσηρό «εγώ» μας, πώς να ελπίζουμε σε μια νέα ημέρα;

Μικροί, φθαρτοί και άφρονες. Σαν ξημερώσει, γελοίοι πολιτικάντηδες θα παίξουν με την αγωνία μας. Ο Φράνκενσταϊν παρών πάντα, σε μια οθόνη στο δήθεν άβατο του σπιτιού μας. Πόσο ανίκανοι είμαστε να συντροφέψουμε με τον εαυτό μας; Τι μας φοβίζει απ’ την παρέα του; Πόσο αλήτεψε η ψυχή μας και τρομάζουμε να περπατήσουμε στη σήραγγα που θα μας βγάλει στο φως; Εμείς, που έχουμε τους ποιητές μας, να μας μιλούν…

Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά

που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.

Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,

μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές,

που ηχούν και που τις προσκυνούμε.

 

Άραγε ποιες να είναι οι στέρνες που προσκυνούμε; Νομίζω πως σήμερα είναι ολοφάνερες. Τις ονομάζουμε «ιδεολογίες», τις χαρακτηρίζουμε ως «κόμματα». Μαύρα, αδηφάγα στόματα, που ροκανίζουν την ελεύθερη βούληση και καταπίνουν αμάσητη την ψυχή μας. Η δυστυχία μας κραυγαλέα. Θα πεθάνουμε χωρίς να δούμε ανοιχτό ουρανό, σ’ έναν τόπο κλειστό, γιατί λατρεύουμε είδωλα, σύμβολα παρωχημένα, δοξασίες που χρεωκόπησαν από την ίδια την ζωή. Λατρεύουμε μαύρες τρύπες σ’ ένα σύμπαν που πέθανε και άφησε πίσω του το φάντασμά του, να στέκει εφιαλτικά πάνω από τις ημέρες μας. Χωρίς να κάνουμε την ελευθερία καθημερινή κατάκτηση και συνομιλητή μας.

 

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει

παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες…

Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ

2020 γράφω αντί του «937» και συνεχίζομαι να βυθίζομαι ολοένα και περισσότερο στον Γιώργο Σεφέρη. Άλλωστε και η μουσική έχει τελειώσει από ώρα…

Λάρισα, 2/4/2020