Σε προηγούμενες παγκόσμιες κρίσεις στα 70 χρόνια της
ιστορίας της Ένωσης , πάντα το ερώτημα ήταν ‘’και μετά τι;’’.
΄Πώς θα είναι η ζωή μετά, και κατά συνέπεια αν θα αντέξει και
πώς θα αντιδράσει στο οικονομικό και πολιτικό σοκ το
εύθραυστο, καινοφανές και ευαίσθητο πολιτικό, οικονομικό
και πρωτίστως πολιτιστικό δημιούργημα του τελευταίου
παγκόσμιου πολέμου.

Από τις προηγούμενες κρίσεις (απαξίωση της ναυπηγικής και
χαλυβουργικής βιομηχανίας, κατάρρευση του ανατολικού
μπλοκ, χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και κρίση ομολόγων)
, διαδεχτήκαμε ότι η Ευρώπη προχωράει μόνο μέσα από
κρίσεις. Αλλά προχωράει προσαρμοζόμενη με δυσκολία να
συντονίσει τα κράτη της, αλλάζοντας ή δημιουργώντας
θεσμούς και πολιτικές.

Και τώρα; Τώρα ζούμε μια πρωτοφανή στον αιώνα μας
υγειονομική κρίση. Και έχουμε ως γνώση τις μεγάλες
πανδημίες της εποχής του Περικλή, της πανώλης ή της
Ισπανικής γρίπης . Είναι μια κατάσταση που φέρνει σε πρώτη
γραμμή την επιστήμη, και ακολουθούν τα κράτη
προετοιμαζόμενα για τις οικονομικές συνέπειες, οι οποίες όσο
παρατείνεται η ανεξέλεγκτη πορεία του υιού αυξάνει
γεωμετρικά. Με άλλα λόγια, αν δεν βρεθεί φάρμακο και
εμβόλιο θα ζούμε σε μια εφιαλτική κατάσταση για τον
άνθρωπο, και σε μια ακόμη απροσδιόριστη ανάγκη δανεισμού
για την αντιμετώπιση των εκατομμυρίων ανέργων. Και τον
κίνδυνο τυχόν επερχόμενης διατροφικής κρίσης κατά τον ΟΗΕ.
Ένα από τα ερωτήματα που τίθενται για την μ.κ. (μετά
κορωνοιού) εποχή είναι το αν θα αντέξει η Ευρώπη.

Άλλοι πιστεύουν ότι δεν θα αντέξει, άλλοι ότι θα εξαρτηθεί
από το πόσο θα διαρκέσει η πανδημία. Φάρμακα και εμβόλιο
θα καθορίσουν την διάρκεια και την ένταση της οικονομικής
ασφυξίας. Και άλλοι ότι θα εξαρτηθεί από την προσαρμογή της
Ε.Ε. στα δεδομένα που συνάδουν με την μ.κ. εποχή.
Είναι αλήθεια ότι η Ένωση πήρε ριζοσπαστικά μέτρα. Η
ανάληψη της Κεντρικής Τράπεζας της επαναγοράς στοιχείων
ενεργητικό μέχρι ποσό 750 δις και πρόσθετα 120 δις μέχρι το
τέλος του έτους, δίνει ανάσα σε όσες χώρες καλούνται να
επαναγοράσουν χρέη που λήγουν. Με χαμηλό επιτόκιο. Οι
αγορές είχαν φτάσει σε απαγορευτικά επιτόκια. Μετά την
κοινοτική παρέμβαση, τα επιτόκια έπεσαν. Αυτά τα χρήματα
είναι απαραίτητα για την λειτουργία του κράτους, και την
χρηματοδότηση των μισθολογικών και συνταξιοδοτικών
υποχρεώσεων. Στο πρόγραμμα μπορεί να επωφεληθεί και η
Ελλάδα, που μέχρι τώρα ήταν αποκλεισμένη. Έδωσε ανάσα
στις Τράπεζες, ώστε να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν τις
δανειακές ανάγκες επιχειρήσεων και ιδιωτών. Η Επιτροπή την
ενεργοποίησε την ‘’ρήτρας διαφυγής’’ του Συμφώνου
Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ). Μετά την έγκριση της
πρότασης της Επιτροπής από το Συμβούλιο, τα κράτη μέλη
μπορούν να λάβουν μέτρα για την κατάλληλη αντιμετώπιση
της κρίσης, παρεκκλίνοντας από τις δημοσιονομικές απαιτήσεις
που θα ίσχυαν κανονικά στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού
δημοσιονομικού πλαισίου. Επίσης δόθηκε η δυνατότητα
κρατικής ενίσχυσης σε εταιρείες που οδηγούνται στην
χρεοκοπία. Τα μέτρα που έλαβε και θα λάβει η Ένωση από τα
πιο απλά έως τα πιο πολύπλοκα έχουν κύριο γνώρισμα την
αναστολή των περιορισμών που έχουν τεθεί από την Ένωση
διαχρονικά.

Σήμερα, όλο το βάρος της αντιπαράθεσης μεταξύ πλουσίων και
φτωχών χωρών έχει εστιαστεί στο κορωνοομόλογο, γιατί οι παρεμβάσεις του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης ( ESM)
εμπεριέχουν την υποχρέωση επιβολής μέτρων εποπτείας. Κάτι
που οι μεν θεωρούν ότι είναι απαράδεκτο, οι δε δεν δέχονται
την αμοιβαιοποίηση του χρέους. Η αίσθηση είναι ότι θα
υπάρξει μια κάποια λύση.

Θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι, είτε με ομόλογα, είτε
με τις διαδικασίες του EΣΜ, τα χρήματα είναι δανεικά. Τίποτε
δεν χαρίζεται, εκτός από τα ΕΣΠΑ..
Το κρίσιμο ερώτημα που καλούνται να απαντήσου είναι το αν
θα αντέξει η Ευρώπη την ημέρα μετά την επόμενη μέρα του
κορωνοιού.

Η απάντηση είναι ναι. Θα αντέξει, γιατί αυτό επιτάσσουν οι
καιροί. Το όλοι μαζί θα πάμε καλύτερα είναι το δίδαγμα μετά
τον πόλεμο. Και οι φτωχοί και οι πλούσιοι, έστω περνώντας μια
περίοδο μείωσης του ΑΕΠ.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την χώρα μας. Όπως γράφει ο
Τάσος Γιαννίτσης ‘’..Οι ανάγκες και οι πιέσεις θα είναι
κολοσσιαίες. Όσο και αν προσπαθήσουμε, οι δικές μας
δυνατότητες, αδύναμες ακόμα, δεν μας επιτρέπουν να
καλύψουμε τους ογκόλιθους των προβλημάτων που
ανακύπτουν’’. Και όπως γράφει ο Πέτρος Ευθυμίου, ‘’ Ό,τι και
να γίνει, όπως και εάν εξελιχθούν τα πράγματα, την Ελλάδα
συμφέρει να υπάρχει η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωζώνη,
ακόμα και εάν δεν λαμβάνονται οι σωστές αποφάσεις
αλληλεγγύης στο οικονομικό πεδίο. Για την Ελλάδα, είναι
ανάγκη ζωτικής στρατηγικής ασφαλείας της χώρας, να υπάρχει
ισχυρή Ευρωπαϊκή Ένωση..’’

Αυτές οι παρατηρήσεις ισχύουν για τις χώρες της κεντρικής και
ανατολικής Ευρώπης και για τον φτωχός Νότο. Έχουν κάθε
συμφέρουν να βρίσκονται κάτω από την ομπρέλα της ομάδας.
Αλλά και οι πλούσιες, που κερδίζουν από την εσωτερική

αγορά, δεν θα είναι πια τόσο πλούσιες, αλλά θα
ανασυνταχθούν πιο γρήγορα , ώστε να παρέχουν στις φτωχές
την οικονομική στήριξη μέσω ΕΣΠΑ και άλλων κοινοτικών
εργαλείων.

Στο χειρότερο σενάριο για όλους, αν κρατήσει πολύ ο πόλεμος
με τον αόρατο ακόμη εχθρό, και πάλι δεν θα διαλυθεί η
Ένωση. Στην χειρότερη περίπτωση, θα ενεργοποιηθεί το
σενάριο των ‘’τριών ομόκεντρων κύκλων’’.

Στον πρώτο θα συμμετέχουν οι χώρες της Ευρωζώνης, στον
δεύτερο οι λιγότερο ανταγωνιστικές χώρες. Και στον τρίτο
χώρες που θα απολαμβάνουν τα καλά της τελωνειακής ένωσης
όπως η Ουκρανία, η Τουρκία, η Μ. Βρετανία-αν τελικά
εγκαταλείψει την Ένωση- και γιατί όχι, και η Ρωσία. Οι πόλεμοι
στους οποίους έχουν εμπλακεί κάποιες από αυτές έχουν
στεγνώσει το πουγκί τους. Αν το επιθυμούν θα μπορέσουν να
επωφεληθούν οικονομικά, και όχι μόνο, από την μεγαλύτερη
και πιο επιτυχημένη εμπορική συνεργασία σε όφελος των
καταναλωτών τους και την αγορά εργασίας.

Σε ότι αφορά την χώρα μας, χρέος των Ελληνικών πολιτικών
πατριωτικών δυνάμεων είναι να αντιταχθούν σθεναρά στον
λαϊκίστικο εθνικισμό, που δίνει εύκολες ‘’λύσεις’’, και να
συνεχίσουν τον εκσυγχρονισμό του Κράτους. Ανεξάρτητα από
τον αν υπάρξει το δυσμενές σενάριο, η Ελλάδα οφείλει να
παραμείνει στον σκληρό πυρήνα, ακόμη και με σκληρότερες
θυσίες από αυτές που έχουμε κάνει τα χρόνια των μνημονίων.

Ο Αντώνης Τριφύλλης, μέλος του Ε.Σ. της διαΝΕΟσις και της Σ.Ε.
του ΕΛΙΑΜΕΠ.

Το άρθρο του δημοσιεύεται στο Βήμα