Στο κεφάλαιο κ’ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου το οποίο ξεκινά με μια λυρική περιγραφή, η Μαρία η Μαγδαληνή έρχεται εις το μνημείον το πρωί, ενώ έτι ήτο σκότος, και βλέπει τον λίθον σηκωμένον εκ του μνημείου. Η έκπληκτη γυναίκα τρέχει στους άλλους μαθητές και όλοι μαζί ερευνούν τον κενό τάφο όπου ανακαλύπτουν τα σάβανα κείμενα, και το σουδάριον το οποίον ήτο επί της κεφαλής αυτού, κείμενον ουχί ομού με τα σάβανα, αλλά χωριστά τυλιγμένον εις ένα τόπον. Η Μαρία θεωρώντας ότι το σώμα του Κυρίου εκλάπη από αγνώστους, στη συνέχεια εμφανίζεται κλαίουσα έξω από τον τάφο όταν αντικρύζει δύο αγγέλους καθημένους, έναν προς την κεφαλήν, και ένα προς τους πόδας, εκεί όπου έκειτο το σώμα του Ιησού, οι οποίοι την ρωτούν γιατί κλαίει. Η γυναίκα αρχίζει να εξηγεί τα περί της αρπαγής  του σώματος, το οποίο δεν γνωρίζει που να αναζητήσει,  όταν ξαφνικά αντικρύζει τον Ιησούν ιστάμενον, και δεν ήξευρε ότι ήταν ο Ιησούς. Ο Ιησούς την ρωτά Γύναι τι  κλαίεις; τίνα ζητείς; και εκείνη του ζητά το σώμα του Κυρίου εάν αυτός είναι που το υφάρπαξε.  Αίφνης έρχεται η στιγμή της αναγνώρισης όταν ο Κύριος προσφωνώντας της Μαρία της αποκαλύπτεται, και εκείνη του απαντά Ραββουνί! το οποίον λέγεται, Διδάσκαλε.  Εκείνη τη στιγμή προφανώς η γυναίκα τείνει το χέρι να αγγίξει τον αγαπημένο της Διδάσκαλο όπως βλέπουμε στις εκατοντάδες διαμέσου των αιώνων αναπαραστάσεις της σκηνής από την δυτική εικονογραφία, συνήθως υπό το λατινικό  Noli me tangere. Στο Ευαγγέλιο, το κατά Ιωάννην, η κίνηση αυτή δεν ιστορείται αλλά υπονοείται από τον Ιησού που λέγει προς αυτήν, Μη μου άπτου.

Στιγμιότυπο 2020 04 07 1.51.42 μμ

Noli me tangere

 Fra Angelico

Πέρα από αναγεννησιακό χρώμα, πολύ μελάνι έχει επίσης χυθεί για την περίφημη αυτή σκηνή, τοποθετημένη στην αποκορύφωση του θείου δράματος, με την Ανάσταση του Κυρίου. Γιατί όμως ο Ιησούς, ο άνθρωπος που πέθανε και αναστήθηκε, ο Θεός που αποκαλύφθηκε, αποτρέπει τη Μαρία από το να τον αγγίξει; Θεολογικά συχνά αυτό ερμηνεύεται ως εξής: μετά την ανάσταση η σχέση του Ιησού με τους ανθρώπους δεν μπορεί να είναι φυσική και δεν χρειάζεται να είναι φυσική ή εμμενής, θα πρέπει πια να είναι πνευματική ή υπερβατική. Αυτή η ερμηνεία θα μπορούσε να προστεθεί στα επιχειρήματα για τη ματαιότητα των λογικών αποδείξεων της ύπαρξης του θεού. Ο Θεός δεν αγγίζεται ούτε αποδεικνύεται, γίνεται ‘αισθητός’ νοητικά με την πίστη και την αγάπη.

Είμαστε ένα βήμα από τη Μεγάλη Εβδομάδα με τη κορύφωση του Θείου Δράματος και από ότι λένε οι ειδικοί είμαστε επίσης ένα βήμα από τη κορύφωση του πρωτοφανούς ανθρώπινου δράματος της επιδημίας του κορονοϊού. Ζούμε και τα δύο αυτά μεγάλα και σημαντικά, μονάζοντες στα δώματά μας μέσα στην ησυχία της σχεδόν νεκρής πόλης και την απόσταση που πρέπει να κρατάμε ακόμα και από τους αγαπημένους μας, μέσα στον καθυστερημένο χειμώνα που μαίνεται, αναβάλλοντας με σκληρότητα την Άνοιξη μέσα και έξω μας. Ένα μη μου άπτου αιωρείται στην ατμόσφαιρα ως ρητή και υπόρρητη εντολή, τόσο όσον αφορά το θείο δράμα όσο και το ανθρώπινο. Καλούμαστε στο Πάσχα εκτός των εκκλησιών, άρα χωρίς να ‘αγγίξουμε΄ με τις αισθήσεις μας τα δρώμενα, χωρίς να φιλήσουμε τα ζωγραφισμένα καρφιά και το αίμα στα πόδια του Εσταυρωμένου, χωρίς τις λαμπάδες και τα φιλιά της Ανάστασης, όπως καλούμαστε και στο ξεπέρασμα της ανθρωπιστικής καταστροφής χωρίς να αγγίζουμε ο ένας τον άλλον, χωρίς παρήγορες αγκαλιές και κλάματα. Θάβουμε ακόμα και τους νεκρούς μας χωρίς να τους αποχαιρετήσουμε. Καλούμαστε έτσι κατά κάποιο τρόπο να αντιμετωπίσουμε το δίλλημα της Μαγδαληνής, να μην εγγίζουμε, να μπορέσουμε να δούμε την πνευματική και ηθική ουσία των όσων συμβαίνουν, απέχοντας από την υλικότητά τους. Μπορούμε άραγε και πολύ περισσότερο, πρέπει να το κάνουμε αυτό; Πολλές φωνές διαμαρτυρίας ακούγονται τόσο από τους Χριστιανούς που αισθάνονται ότι η πολιτεία μπαίνει στα χωράφια της πίστης τους και επιβάλλει τον νόμο της στο υπερβατικό γεγονός της πίστης, όσο και από κοινωνιολόγους και ψυχολόγους που θεωρούν ότι αυτή η αποχή από την ανθρώπινη επαφή θα έχει ολέθριες ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις στα χρόνια που θα ακολουθήσουν. Και οι δύο ενστάσεις ακούγονται εύλογες, η καθεμία στο πλαίσιό της, αλλά και οι δύο θυμίζουν την ανεπαίσθητη κίνηση της Μαγδαληνής να αγγίξει τον χιτώνα του Χριστού. Θεωρούν ότι πρέπει να εγγίσουν μέσω της υλικότητας το πνευματικό και το ηθικό. Άραγε η πίστη έχει τόσο ανάγκη τα σύμβολά της και τις τελετουργίες της και η κοινωνική συνοχή, η θέαση του άλλου ως ηθικού προσώπου απέναντι στο οποίο έχουμε υποχρεώσεις, έχει τόσο ανάγκη τη σωματική επαφή, τη χειραψία την ομαδική συνάθροιση;

Μπορούμε να επιχειρήσουμε μια αντιστροφή της επικρατούσας οπτικής; Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τα μέτρα κοινωνικής απομάκρυνσης (social  distancing) ως μέτρα κοινωνικής ενδυνάμωσης (social strengthening); Θα μπορούσαμε να δούμε αυτήν την παροδική αποχή μας από κοινωνικές επαφές ως ευκαιρία να ενδυναμώσουμε την κοινωνικότητά μας, την απόσταση των δύο μέτρων από τον άλλο ως πιθανότητα να δούμε πιο βαθιά μέσα του, αντιμετωπίζοντας με σεβασμό το ευάλωτο της φύσης του;  Μένω μακριά σου γιατί σε αγαπάω λέμε στους αγαπημένους μας. Μένοντας ωστόσο μακριά από τους αγνώστους στο σούπερ μάρκετ, τους αγνώστους στις ουρές των φαρμακείων και στα μέσα μεταφοράς, αποδεχόμενοι μέσω της ελευθερίας μας να αυτονομοθετούμαστε την επιταγή μη μου άπτου ως έκφραση της ηθικής μας υποχρέωσης να μην βλάψουμε τους άλλους, διευρύνουμε την αγαπητική συμπεριφορά από τον στενό κύκλο της οικογένειάς μας στον ευρύ της κοινωνίας.

Ο άγνωστος άλλος, δυό μέτρα πιο πέρα, είναι αυτός που σέβομαι και θέλω να προστατεύσω, τα μάτια πάνω από τις μάσκες, πολλές φορές φοβισμένα, άλλοτε θλιμμένα, άλλοτε φιλικά, γίνονται σινιάλα μιας βαθύτερης επικοινωνίας μεταξύ ευάλωτων και γι’ αυτό αλληλέγγυων φύσεων.  Όπως χαρακτηριστικά ισχυρίζεται ο φιλόσοφος Emmanuel Levinas ο τρόπος με τον οποίο ένα όν διατρυπά την ίδια τη μορφή του, που είναι η εμφάνισή του, είναι ακριβώς το βλέμμα του, ο τρόπος που το κατευθύνει. Μέσω της έκφρασης του βλέμματος του το πρόσωπο του άλλου ανυπεράσπιστο, ανθίσταται στη δική μου βία, μου αντιτάσσεται με μια καθ’ εαυτήν αντίσταση. Το όν που εκφράζεται το όν που με κοιτάζει καταπρόσωπο μου λέει όχι με φέρνει αντιμέτωπο με την αδυνατότητα της φόνευσής του. Αυτή η αδυνατότητα είναι ταυτοχρόνως αντίσταση έναντι εμού του ιδίου, που δεν είναι βίαιη αλλά αντίσταση νοητή (ηθική).

Αυτές τις ημέρες, στις ουρές των σούπερ-μάρκετ, κοιτώντας τους άλλους που περιμένουν ένας-ένας σε απόσταση δύο μέτρων, για πρώτη φορά ένιωσα ότι δεν έβλεπα πλάτες συνωστιζόμενες, που ανυπομονούσα να εξαφανιστούν από μπροστά μου για να τελειώνω, αλλά συγκεκριμένα μοναδικά άτομα, τα οποία είχα τον χρόνο να περιεργασθώ με το βλέμμα μου. Πολλές φορές προσπαθούσα να μαντέψω. Είναι άραγε ευπαθείς; Είναι μόνοι τους; Φροντίζουν κάποιον; Έχουν κάτι να περιμένουν πέρα από το πέρασμα της μέρας; Θα επιζήσουν από την επιδημία; Αυτή πιστεύω θα είναι και η κληρονομιά αυτού του πικρού καιρού. Οι άλλοι, ως ευάλωτα μέλη της ομάδας, ο άλλος, ως ένας από εμάς εν κινδύνω.

Ας κρώζουν οι παντοειδείς Κασσάνδρες. Έρχεται σίγουρα ένας κόσμος αλλιώτικος, ίσως σκληρός, ίσως δύσκολος. Αλλά όσοι πιστεύουμε στον άνθρωπο όχι ως υλικό μόνο (ένα ανθρώπινο ζώο κατά τη γνωστή απεχθή έκφραση) αλλά ως κυρίως πνευματικό ον, βλέπουμε ένα λαμπρότερο μέλλον. Η αποχή από τις αγκαλιές θα μας κάνει πιο θερμούς εραστές της ανθρωπότητας, τα βλέμματα (χωρίς τις μάσκες πια) θα έχουν αποκτήσει ένα πιο βαθύ νόημα, ηθικό, και οι εκκλησιές του χρόνου θα λάμψουν στην εορταστική τους αίγλη έχοντας μια άλλη ένταση στα μάτια και τις καρδιές των πιστών, από την βίωση αυτού του προηγούμενου Πάσχα ως ενός μοναχικού, εσωτερικού, πνευματικού και γι’ αυτό μοναδικού βιώματος.

*Ο Γιώργος Μπούτλας είναι γιατρός και δόκτωρ Βιοηθικής στο ΕΚΠΑ