[μιλώντας για άγνωστα πράγματα
σωπαίνεις για αυτά που γνωρίζεις]

 

1.

είμαι ο μπερδεμένος μου εαυτός
κατ’ εξοχήν κακό παράδειγμα
που ακόμα κι εγώ ο ίδιος όσο
μπορώ αποφεύγω μαζί του
να συναναστρέφομαι μη τυχόν
παρ΄ελπίδα και τον αγαπήσω

είσαι το βαθύ ζόρι των ημερών
όταν ο κόσμος ποδοπατιέται
για να γκρεμιστεί στο κενό του
χρόνου ψάχνοντας από απλή
περιέργεια για να βρει τι μπορεί
να μας έχει κρύψει εκεί ο θεός

είμαι ένα ζεστό ρεύμα του αέρα
σαν την αύρα του καλοκαιριού
που όμως κάθε εποχή με τυραννά
στης σιωπής μου το κλουβί
ενώ ψήνομαι κλειδωμένος στο
πυρετό των αναμνήσεων μου

είσαι το τέλος για κάθε νέα αρχή
στον καθρέφτη της ζωής μου
κάτι σαν το ερωτικό χέρι του
θανάτου που με χαϊδεύει μέσα
στο χάος που γεννά η επιθυμία μου
να γίνω ένα με όλο το σύμπαν

οι δυο μαζί ήμασταν πέτρες που
κύλησαν και χώρισαν για πάντα
γιατί ποιος ο λόγος να βρίσκονται
κοντά όταν δεν χτυπιούνται
πως θα πεταχτεί η σπίθα που
θα ανάψει στον κόσμο μια φωτιά

2.

μέσα στην μοναχική πλήξη της νύχτας
απ΄τον μυστικό φόβο του θανάτου
κρέμονται οι πιο όμορφες στιγμές
που πέρασα μαζί σου
τις ταχτοποιώ με χρονική σειρά
μια προς μια ώσπου στο τέλος
σχηματοποείται στο μυαλό μου
το επώδυνο του παρελθόντος
στην πένθιμη αφή του μέλλοντος

3.

όλοι ανεξαιρέτως
ψάχνουμε μια υπόσχεση
εκεί που δεν υπάρχει
καμιά υπόσχεση
να σε καθησυχάσει
απ΄τις ψεύτικες ελπίδες
πως στο μέλλον
θα δικαιωθούν οι ηττημένοι

4.

άλλη μια μέρα που δεν κατοικώ
παρά στο αφηρημένο ξεφύλλισμα
ενός βιβλίου που περιγράφει μέσα
σε λίγες σελίδες μια ζωή φιλόδοξη
με μεγάλους έρωτες και όνειρα
που όμως τελειώνουν γρήγορα
οδηγώντας στην απόλυτη μοναξιά

5.

που είναι ο θόρυβος των αεροπλάνων
που έσχιζαν τα σύννεφα στον ουρανό
και έκαναν τα τζάμια μου να τρίζουν
ενώ εγώ ταξίδευα μαζί τους πιο πέρα
απ΄την πεμπτουσία της πεζής μου ζωής

6.

δεν είναι που άλλαξε η ώρα
και σκοτεινιάζει αργά η μέρα
για να χαθεί η πόλη στο μαύρο
χρώμα της μεγάλης σιωπής
είναι που σκοτεινιάζει
τον μέσα μας κόσμο
το φως του ήλιου και μας
αναγκάζει να κρυβόμαστε
ο ένας απ΄τον άλλον
κάθε μέρα που μας ξημερώνει

7.

εποχές που τις αφήσαμε
να φύγουν ανεκμετάλλευτες
με γέμισαν με μεγάλα κενά
και μικρές ασήμαντες
λέξεις από ποιήματα
που ίσως γράψω κάποτε
εμπνευσμένα από απουσίες
που προφανώς  θα έχουν
όλα για τίτλο το όνομα σου

8.

κάθε πρωί τρώω ό,τι απέμεινε
χούφτες από αλάτι και ζάχαρη
να δω αν έχω χάσει τη γεύση μου
και έτσι έχοντας συμπυκνωμένη
την αίσθηση του αλμυρού
και του γλυκού καταπίνω
βιαστικά όλη την θλίψη των ημερών

ΔΙάΘεσηΗΜέΡας*