Ο γνωστός αρθρογράφος της N.Y.Times Τόμας Φρίντμαν, γράφει ότι η κρίση με την
πανδημία μπορεί να χωρίσει την εποχή σε Β.C. και A.C., αντικαθιστώντας το B.C και Α.D.
‘’προ Χριστού και μετά Χριστόν’’ με το «προ κορονοϊού και μετά».

Οι προβλέψεις παραμένουν αβέβαιες και σχετίζονται με την έκταση που θα λάβει τελικά η
πανδημία και το χρόνο που θα απαιτηθεί για εξεύρεση θεραπειών/εμβολίων. Ωστόσο, σε
οποιαδήποτε περίπτωση, η επιστροφή στην κανονικότητα θα αργήσει. Αυτό όμως δεν
σημαίνει ότι απαγορεύονται και οι σκέψεις για το πώς θα εξέλθουμε της κρίσης, σε τομείς
της οικονομίας, της πολιτικής, της ιδεολογίας ή της τεχνολογίας. Η ιστορία της
ανθρωπότητας ήταν πάντα και ιστορία επιδημιών. Η πανώλη, η χολέρα, ο τύφος, η
φυματίωση επηρέαζαν γενικότερες εξελίξεις, οδηγούσαν ακόμη και σε κοσμοϊστορικές
αλλαγές.

Πόλεμοι και ιδεολογικές αλλαγές

Οι εκτιμήσεις πως η υγειονομική κρίση που διανύει η ανθρωπότητα, μπορεί να συγκριθεί
με τους παγκοσμίους πολέμους πλέον βρίθουν. Εφόσον ευσταθούν, να θυμηθούμε ότι
αυτοί οδήγησαν, μεταξύ άλλων, σε μετατόπιση της παραγωγικής διαδικασίας. Όπως
σημειώνει ο καθηγητής Οικονομικής Ιστορίας στο London School of Economics Άλμπρεχτ
Ριτσλ, «ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έφερε αύξηση της απασχόλησης στις γυναίκες,
αναγνώριση των συνδικάτων αλλά και του 8ωρου, ο δε Β’ τη μαζική βιομηχανική
παραγωγή, το κοινωνικό κράτος, την αναδυόμενη καταναλωτική κοινωνία και τη μαζική
πρόσβαση στην ανώτερη εκπαίδευση».

Έτσι, ειδικά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο, η κίνηση ήταν οι κυβερνήσεις να αναλάβουν
μεγαλύτερη ευθύνη για το επίπεδο απασχόλησης και ευημερίας, καθώς και για τις
δημόσιες υποδομές. Σήμερα, παρόμοιες απαντήσεις μοιάζουν να επιστρέφουν. Σχεδόν
όλοι σκέφτονται -και κυρίως ενεργούν- σαν σοσιαλδημοκράτες κι ένα από τα θύματα του
κορωνοϊού, τουλάχιστον στην Ευρώπη, φαίνεται να είναι ο αγγλοσαξονικού τύπου
νεοφιλελευθερισμός και ο γερμανικός ορντο-φιλελευθερισμός.

Tεχνολογικές πρακτικές που ήρθαν για να μείνουν.

Mπορεί η πανδημία του κοροναϊού να είναι κάτι έκτακτο, αλλά η επίδραση στις
επιχειρηματικές πρακτικές πιθανότατα θα παραμείνει. Άρθρο του «Harvard Business
Review» υπογραμμίζει ότι οι τάσεις για τηλεργασία, υπαρκτές ήδη από πριν, διαδίδονται
πλέον σε τέτοιο βαθμό που πολλές δεν θα αναιρεθούν, με σημαντικές συνέπειες στην
απασχόληση. Ορισμένες θέσεις εργασίας εκ των πραγμάτων θα χαθούν ή θα περιοριστούν.
Άλλες θα δημιουργηθούν και θα αυξηθούν, όπως π.χ. εκείνες που έχουν να κάνουν με
ανάπτυξη λογισμικού για απομακρυσμένη εργασία, ηλεκτρονικές υπογραφές, startups για
έρευνα, μεγαλύτερη χρήση ηλεκτρονικού χρήματος, διαχείριση υπηρεσιών συνεργασίας ή
αποθήκευσης-διαμοιρασμού δεδομένων στο νέφος. Παρομοίως, η τηλεκπαίδευση, που κι
αυτή προϋπήρχε αλλά σήμερα πολλαπλασιάζεται, θα μείνει πλέον ως μόνιμο στοιχείο της
εκπαιδευτικής διαδικασίας, συμπληρωματικό ή και ισότιμο της φυσικής παρουσίας σε
σχολεία και σχολές.

 

Το ΔΝΤ αρχίζει να υπολογίζει την απώλεια του παγκοσμίου ΑΕΠ κοντά στο -3% ανά μήνα
που θα συνεχίζεται η παρούσα κατάσταση. Ο συνδυασμός αυτής της τάσης με το γεγονός
ότι η κρίση του κορωνοϊού έρχεται στο τέλος ενός μεγάλου κύκλου υπερχρέωσης,
δρομολογε[, σύμφωνα με τους περισσότερους αναλυτές, μια κατάσταση που συμβαίνει
κάθε 50-100 χρόνια και όχι μια κυκλική κίνηση 10ετίας.

Έτσι, κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες τρέχουν να λάβουν μέτρα ώστε η ύφεση να μην
εξελιχθεί σε συστημικό πρόβλημα, με ανεξέλεγκτα ποσοστά χρεοκοπιών και ανεργίας. Κι
αναπόφευκτα, τα μέτρα που λαμβάνονται διαμορφώνουν υψηλότερα επίπεδα δημόσιου
και ιδιωτικού χρέους, που θα αποτελέσουν μόνιμο χαρακτηριστικό των οικονομιών στο
μέλλον.

Όμως, εδώ και καιρό η ανθρωπότητα κάθεται ήδη σε βουνό χρέους. Από την προηγούμενη
οικονομική κρίση του 2008, δημόσια και ιδιωτικά χρέη αυξήθηκαν κατά 130 τρις $, όπως
αναφέρουν οι Financial Times, ανεβάζοντάς τα συνολικά σε 290 τρις $, με μέσον όρο
ωρίμανσης την 5ετία. Αυτό σημαίνει ότι 50-60 δις χρέους έπρεπε να ανανεώνονται κατ’
έτος, προ κρίσης. Τώρα, τα πακέτα διάσωσης, με την ποσοτική χαλάρωση των κεντρικών
τραπεζών και τα δημοσιονομικά μέτρα των κυβερνήσεων, ίσως φτάσουν 40-50 τρις
δολάρια. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να υπολογίσει τι μπορούν όλα αυτά να σημάνουν για
την ευστάθεια του οικονομικού συστήματος, χωρίς παραγωγικό ισοδύναμο. Έτσι, ορισμένοι
οικονομολόγοι κρίνουν πως ο μόνος τρόπος διευθέτησης είναι να οργανωθούν σύντομα
διεθνείς συμφωνίες τύπου “Bretton Woods”, πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η μεταπολεμική
οικονομική ισορροπία και ανάπτυξη.

 

Η νέα υπαρξιακή αγωνία της ΕΕ

Η έλλειψη αλληλεγγύης κάνει την «Ευρωπαϊκή Ένωση να διατρέχει θανάσιμο κίνδυνο»,
προειδοποίησε ο ιστορικός πρώην πρόεδρος της Κομισιόν Ζακ Ντελόρ.
Ωστόσο, παρά τις κριτικές που διατυπώνονται ένθεν κακείθεν για ελλειμματική
αντιμετώπιση από την ευρωζώνη των συνεπειών της κρίσης, δεν είναι λίγα όσα έγιναν
μέσα σε διάστημα 2 βδομάδων, με το γιγαντιαίων διαστάσεων νέο πρόγραμμα ποσοτικής
χαλάρωσης της ΕΚΤ, τις αποφάσεις του Εurogroup για αναστολή του Συμφώνου
Σταθερότητας, τον αναπροσανατολισμό του «Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου» ‘21-
‘27 που ανήγγειλε η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και την πιθανή συγκρότηση ενός
ταμείου/μηχανισμού 100 δις. € για εγγύηση θέσεων εργασίας στα κράτη μέλη.

Η αντιπαράθεση που ξέσπασε αφορά την ανάγκη επιπλέον δανεισμού των κρατών μελών
από τον υπάρχοντα Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (ΕΝΣ) ή έναν νέο μηχανισμό που θα
πρέπει να συσταθεί και να εκδώσει για πρώτη φορά ευρωομόλογα. Στην πρώτη περίπτωση,
που υποστηρίζει ο «Βόρειος Άξονας» (Γερμανία, Ολλανδία, Αυστρία κλπ), ο ΕΝΣ μπορεί να
διαθέσει, από τον κουμπαρά των 410 δις. €, προληπτικές γραμμές πίστωσης (ECCL), με κάθε
χώρα να δύναται να αντλεί κεφάλαια έως 2% του ΑΕΠ της. Στην περίπτωση αυτή ο
δανεισμός συνεπάγεται όρους εγγύησης, αν και ο CEO του ΕΝΣ Κλάους Ρέγκλινγκ επιμένει
πως θα είναι οι ελάχιστοι δυνατοί και ότι δεν θα πρόκειται για μνημόνια. Το άλλο
στρατόπεδο των 9 (από το οποίο τελικά διαφοροποιείται η Γαλλία) επιμένει στο
ευρωομόλογο για την αντιμετώπιση της κρίσης, χωρίς όρους και με αμοιβαιοποίηση του κινδύνου, με το επιπλέον επιχείρημα πως η χρήση πιστωτικών γραμμών του ESM θα πλήξει
στις διεθνείς αγορές τη θέση των χωρών που θα τις χρειαστούν, χωρίζοντάς τες σε “καλές”
και ”κακές”. Σε μερικές μέρες το Εurogroup θα πρέπει να κόψει το γόρδιο δεσμό, χωρίς
περαιτέρω πόλωση και διασπαστικές κινήσεις. Η συμφωνία για ευρωομόλογο θεωρείται
απίθανη, μια και, εκτός από την ιδεολογική αντίθεση των Βορείων, απαιτεί χρόνο και
εγγυήσεις για να στηθεί, όπως υπενθυμίζει ο Ρέγκλινγκ. Έτσι, πιθανός συμβιβασμός μπορεί
να είναι η αποσύνδεση των πιστωτικών γραμμών από αναλύσεις βιωσιμότητας του χρέους
των χωρών μελών και η μεγάλη επέκταση του χρόνου ωρίμανσης των δανείων της ECCL. Σε
οποιαδήποτε περίπτωση θα ήταν διαλυτικό να ισχύσει η πρόβλεψη του πρωθυπουργού της
Ιταλίας Κόντε, σε συνέντευξη του στην ισπανική εφημερίδα El Pais, ότι «τα εθνικιστικά
ένστικτα, στην Ιταλία και άλλες χώρες θα είναι πολύ δυνατά, αν η Ευρώπη δεν σταθεί στο
ύψος των περιστάσεων».

Πάντως εκτός ΕΕ/Ευρωζώνης υιοθετούνται ακόμη πιο ανορθόδοξα μέτρα. Η FED αγοράζει
πάσης φύσεως ομόλογα (κρατικά, εταιρικά, ακόμη και δημοτικά) στην πρωτογενή αγορά
και όχι μόνον στην δευτερογενή, όπως δεσμεύεται η ΕΚΤ. Ακόμη παραπέρα, οι Κεντρικές
Τράπεζες Ιαπωνίας και Ελβετίας έφτασαν -και μάλιστα προ κρίσης κορωνοϊού- να
ξεπεράσουν τη θεσμικότητα του ρόλου τους και να αγοράζουν έως και διαπραγματεύσιμα
αμοιβαία κεφάλαια μετοχών, προκειμένου να αναζωογονήσουν την οικονομία των χωρών
τους.

Περιμένοντας τον Κέινς και τον Μάρσαλ

Στον πόλεμο κατά της πανδημίας οι κυβερνήσεις επιστρατεύουν πληθώρα μέτρων.
Εντούτοις δεν είναι νωρίς για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να σκέφτονται πώς να
πληρώσουν για τον συγκεκριμένο πόλεμο. Κι αυτό γιατί μια οικονομία σε πόλεμο δεν
μπορεί να έχει «και όπλα και βούτυρο».
Το βούτυρο πρέπει να διανεμηθεί για να παράξει περισσότερα όπλα και ο Κέινς το
αναγνώρισε αυτό στο δοκίμιό του το 1940 «Πώς να πληρώσετε για τον πόλεμο». Η
κατανάλωση των πολιτών στη Βρετανία έπρεπε να μειωθεί, είτε με υψηλότερες τιμές είτε
με μεγαλύτερους φόρους. Ο Κέινς υποστήριξε έναν προοδευτικό φόρο εισοδήματος, με το
σκεπτικό ότι ήταν «δικαιότερος» από τον πληθωρισμό.

Σε ό,τι αφορά την υπόλοιπη πολιτική που σχετίζεται με τον κεϊνσιανισμό, η παρούσα κρίση
οδηγεί σε ενίσχυση του ρόλου του Κράτους για την αντιμετώπισή της. Παρακολουθούμε ότι
ανοίγει σε ορισμένες χώρες η δημόσια συζήτηση έως και για εθνικοποιήσεις επιχειρήσεων.
Ακόμη και στην υπερφιλελεύθερη Ολλανδία περίπου 27.000 επιχειρήσεις ζήτησαν κρατική
βοήθεια, ενώ η ιταλική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι εξετάζει εθνικοποίηση της Alitalia.
Επίσης, σε κρίσιμους τομείς, όπως δημόσια υγεία και προγράμματα επενδύσεων, δεν
μπορεί παρά να υπάρξει πολύ ισχυρή παρουσία του Κράτους. Έτσι, οι συνέπειες της
πανδημίας αναγκαστικά ανοίγουν το διάλογο για τις δημόσιες πολιτικές και το ρόλο που
δύναται να διαδραματίσει το Κράτος στο εξής, ενδεχομένως σε νέες μορφές μικτής
οικονομίας με τον ιδιωτικό τομέα.

Πάντως, όλα αυτά δεν αποτελούν «ολική επιστροφή του Κέινς». Τουλάχιστον προς το
παρόν, δεν διατυπώνεται «θεσμική άρνηση» της λιτότητας, πολλοί δε όψιμοι υποστηρικτές
του Κεϊνσιανισμού απλώς τον εξομοιώνουν με τα δημοσιονομικά ελλείμματα.

Πέραν τούτων, υπάρχουν κι άλλες αναζητήσεις για την επέμβαση που θα χρειαστεί
προκειμένου να επανεκκινήσει η ευρωπαϊκή οικονομία και ζωή. Σε Βρυξέλλες και
Φρανκφούρτη ορισμένοι αναζητούν τη λύση στα αναπτυξιακά προγράμματα που υπήρξαν
στην Ευρώπη μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και που έχουν ταυτιστεί με το
«Σχέδιο Μάρσαλ». Μιλούν για γιγάντια αναπτυξιακά προγράμματα που θα
χρηματοδοτηθούν εμμέσως από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μέσω αγοράς ειδικών
ομολόγων που θα εκδοθούν από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και άλλους
αναπτυξιακούς οργανισμούς της Γηραιάς Ηπείρου.

Ίσως μέσα από την τραγικότητα των τρεχουσών συνθηκών να διαμορφωθεί μια νέα
πλειοψηφία στους θεσμούς της ΕΕ, ικανή να οδηγήσει σε δυναμικότερους ενωσιακούς
δρόμους και αναπτυξιακές προοπτικές. “H Ευρώπη θα σφυρηλατηθεί μέσα από τις κρίσεις”
έλεγε ο Ζαν Μονέ, ένας από τους αρχιτέκτονες της Ενωμένης Ευρώπης. Μένει να
αποδειχθεί στους επόμενους μήνες.

 

*Ο Πολυδεύκης Παπαδόπουλος είναι δημοσιογράφος-κοινωνιολόγος