Προς ένα νέο εργασιακό πολιτισμό. Τελικά ποιο εργασιακό μοντέλο θα αναδειχθεί;

Δύο κείμενα  –  του Κώστα Γιαννακίδη στο Protagon.gr και της Ρίτσας Μασούρα στο Globalview.gr –   γραμμένα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές περιγράφουν πιθανά εργασιακά μοντέλα που ενδέχεται να καθιερωθούν στο μέλλον.Μοντέλα που θα έχουν έντονες επιρροές όχι μόνον από την πορεία και τις ανάγκες της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά και από αυτήν της παγκόσμιας υγείας, όπως φαίνεται να προκύπτει από την πανδημία του COVID-19

Κώστας Γιαννακίδης / Protagon.gr

Το μοντέλο «από το σπίτι» Η έννοια της «δουλειάς» θα αλλάξει, όπως επίσης θα επαναπροσδιοριστεί και η έννοια του ελεύθερου και προσωπικού χρόνου, σε έναν πλανήτη με πιο καθαρή ατμόσφαιρα. Και το βασικό ερώτημα θα γίνει πιο εμφατικό: μήπως δουλεύοντας από το σπίτι επιτρέπεις, τελικά, στη δουλειά να κυριαρχήσει στο σύνολο της ζωής σου;

Ρώτησα ένα γιατρό, υψηλόβαθμο στέλεχος του «Ευαγγελισμού», πού οφείλεται η μείωση στον αριθμό των εμφραγμάτων που παρατηρείται αυτές τις μέρες. Ήθελα να μάθω αν πρόκειται για ένα μηχανισμό άμυνας που, για ανεξήγητους λόγους, ανέπτυξε η κοινότητα. Με προσγείωσε κυνικά. «Πρώτον οι άνθρωποι ζουν καλύτερα αυτές τις μέρες. Κοιμούνται περισσότερο, εργάζονται λιγότερο ή και καθόλου, δεν ταλαιπωρούνται στο μποτιλιάρισμα και περιορίζουν το κάπνισμα στο σπίτι. Δεύτερον, αρκετοί πρέπει να πέρασαν ελαφρά καρδιολογικά περιστατικά μένοντας σπίτι, φοβούμενοι να μετακινηθούν στο νοσοκομείο».

Δεν χρειάζεται να είσαι γιατρός για να το αντιληφθείς και να το καταλάβεις. Ο τρόπος ζωής, αυτός που αντιλαμβανόμαστε ως κανονικότητα, προκαλεί ανεπανόρθωτες φθορές στη μηχανή του σώματος. Και τώρα, σε συνθήκες παύσης, ακόμα και αν το άγχος για τα οικονομικά ανεβάζει την πίεση, το σώμα παίρνει βαθιές ανάσες.

Η καραντίνα έκανε καλό στην υγεία. Τη σωματική. Η ψυχική είναι αντικείμενο άλλης συζήτησης, μακράς και με αρκετά αχαρτογράφητα σημεία.

Προς το παρόν διαπιστώνουμε ότι μας έχει λείψει αυτό που μας σκοτώνει.

Το ερώτημα που προβάλλει τώρα έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Θα καταφέρουμε να διατηρήσουμε κάτι από τον σημερινό τρόπο ζωής όταν επιστρέψει η κανονικότητα; Διότι στην περίοδο της καραντίνας κάναμε μερικές μικρές και μεγάλες κατακτήσεις. Υπάρχουν εταιρείες που διαπίστωσαν ότι, πράγματι, η δουλειά γίνεται από το σπίτι. Δεν χρειάζονται τόσο μεγάλα γραφεία, ούτε λειτουργικές δαπάνες που αντιστοιχούν σε περίοδο κανονικότητας.

Ήδη μερικές, ακόμα και μεγάλες, εξετάζουν σενάρια για τη διατήρηση αυτών των συνθηκών ακόμα και μετά την άρση των περιορισμών. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι σε μεγάλη εταιρεία, κορυφαία στον χώρο της, όχι μόνο στην Ελλάδα, διαπίστωσαν ότι κατά την περίοδο της καραντίνας ολοκληρώθηκαν projects που, υπό κανονικές συνθήκες, θα απαιτούσαν πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Υπολογίζουν δε, ότι για κάθε υπάλληλο που δουλεύει από το σπίτι, εξοικονομούνται περί τις 7.000 ευρώ ετησίως. Επίσης σε άλλη εταιρεία, που διατηρεί μεγάλο call center, είδαν ότι οι πελάτες τους μπορούν να εξυπηρετηθούν από εκπροσώπους που δουλεύουν από το σπίτι, μέσα από ένα σύστημα που εκτρέπει τις γραμμές στους προσωπικούς υπολογιστές των εργαζομένων.

Οι μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ αναθεωρούν τη γραμμή παραλαβής και παράδοσης online παραγγελιών. Και, φυσικά, το κράτος έχει κάνει μέσα σε λίγες εβδομάδες βήματα που, στο παλιό σύμπαν, θα απαιτούσαν πολύ περισσότερο χρόνο.

Διατυπώνεται αντίλογος σε όλο αυτό. Και έχει να κάνει με το έλλειμμα καινοτομίας που γεννά η δουλειά από το σπίτι. Οι σπουδαίες ιδέες προκύπτουν συνήθως από ομαδική δουλειά, μέσα από άμεση, φυσική, ανθρώπινη επαφή και «ζύμωση». Για αυτό, άλλωστε, αρκετοί επαγγελματίες της εκπαίδευσης υποστηρίζουν ότι το περιβάλλον της τάξης ή του αμφιθεάτρου υποκαθίσταται, αλλά δεν μπορεί να αντικατασταθεί.

Προ κρίσης, το ποσοστό των μισθωτών που δούλευαν από το σπίτι ήταν, περίπου, 5% -προσοχή μιλάμε για μισθωτούς, όχι για ελεύθερους επαγγελματίες. Είναι απολύτως βέβαιο ότι αυτό το ποσοστό θα αυξηθεί θεαματικά, ενδεχομένως και με επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων. Μισθοί θα περικοπούν, ενώ η απόσταση θα επιτρέψει τη μετατροπή των μισθωτών σε ελεύθερους επαγγελματίες που διατηρούν μία χαλαρή σχέση με την εταιρεία.

Αναλύσεις  σημειώνουν ότι η εργασία από το σπίτι αυξάνει τις πιθανότητες για κατάθλιψη, επηρεάζει την κοινωνικότητα, σε αρκετές περιπτώσεις επιδεινώνει οικογενειακά προβλήματα. Ωστόσο άλλες αναλύσεις επισημαίνουν το αντίθετο: η ποιότητα ζωής και η ψυχική κατάσταση των ανθρώπων βελτιώνεται όταν εργάζονται από το σπίτι. Το βέβαιο είναι -και προς το παρόν δείχνουμε να μην το αντιλαμβανόμαστε- ότι η πανδημία επιτάχυνε θεαματικά το βηματισμό της ανθρωπότητας προς έναν τρόπο ζωής όπου τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα θα γίνονται από το σπίτι.

Η έλευση του 5G θα ενισχύει αυτήν την τάση και για πολλά επαγγέλματα θα τη μετατρέψει σε κυρίαρχη. Η έννοια της «δουλειάς» θα αλλάξει, όπως επίσης θα επαναπροσδιοριστεί και η έννοια του ελεύθερου και προσωπικού χρόνου, σε έναν πλανήτη με πιο καθαρή ατμόσφαιρα. Και το βασικό ερώτημα θα γίνει πιο εμφατικό: μήπως δουλεύοντας από το σπίτι επιτρέπεις, τελικά, στη δουλειά να κυριαρχήσει στο σύνολο της ζωής σου;

 

Αρθρο της Ρίτσας Μασούρα γραμμένο το 2015

Διαβάζοντας τη σημερινή είδηση ( http://linkis.com/www.globalview.gr/20/tBMMI  ) για το εργασιακό στη Γερμανία, όπου ναι μεν δεν καταγράφεται υψηλή ανεργία, όμως ο αριθμός των χαμηλόμισθων αυξάνεται εντυπωσιακά, θυμήθηκα την προ ετών (σχεδόν προ κρίσης) συζήτηση για την άνεργη ανάκαμψη που θα οδηγούσε σε νέες θέσεις εργασίας, χωρίς τον αντίστοιχο αριθμό εργαζομένων. Ηδη, βιώνουμε τέτοιες καταστάσεις και είμαστε μάρτυρες της μείωσης μέσω της καινοτόμου τεχνολογίας πολλών θέσεων εργασίας και την ανάδειξη άλλων με διαφορετικές δομές και διαφορετικούς εργασιακούς κανόνες.

Στα μέσα της δεκαετίας του ʼ90, ο «ιός των γιάνκηδων» πέρασε τον Ατλαντικό και διείσδυσε στους εργασιακούς χώρους της Ευρώπης, προκαλώντας πρωτοφανείς ανακατατάξεις στο μεταπολεμικό εργασιακό περιβάλλον, με εκτίναξη των δεικτών ανεργίας σε τέτοιο βαθμό, ώστε πανίσχυρα συνδικάτα να προβούν σε δραματικούς συμβιβασμούς με τις εργοδοσίες, προκειμένου να διατηρήσουν περισσότερες θέσεις εργασίας.

Πυρήνας αυτών των εξελίξεων ήταν η Γερμανία, η μεγαλύτερη ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά και του κράτους πρόνοιας Στις αρχές της  δεκαετίας του 2000, εργαζόμενοι σε επιχειρηματικούς κολοσσούς, όπως η Siemens, η DaimlerChrysler και η Volkswagen παρακολουθούσαν έντρομοι την ανατροπή της παραδοσιακής εργασιακής ειρήνης και την αποδυνάμωση της διαπραγματευτικής ισχύος τους, καθώς ο κίνδυνος μαζικής εξαγωγής θέσεων εργασίας σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης καθήλωνε τους ίδιους και τους μισθούς τους.

Το Νοέμβριο του 2004, η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία Volkswagen πρότεινε πάγωμα μισθών επί μια διετία. Στόχος της ήταν η μείωση του εργατικού κόστους κατά δύο δισ. ευρώ την επόμενη εξαετία, αν και γνώριζε ότι η σύγκρουση με το ισχυρό συνδικάτο της IG Metall θα ήταν τρομακτική. Λίγο νωρίτερα, τα γερμανικά συνδικάτα είχαν υποστεί σοβαρή ήττα, αυτή τη φορά έναντι του κεκτημένου του 35ώρου, καθώς η DaimlerChrysler συμφώνησε με τους εργαζομένους να δουλεύουν περισσότερο, χωρίς επιπλέον αμοιβή. Ακόμη και τα στελέχη της επιχείρησης δέχτηκαν να υποστούν μείωση κατά 10% του μισθού τους. Η Siemens εξάλλου έπεισε τους εργαζομένους να εγκαταλείψουν το 35ωρο, υπό την απειλή της «μετοίκησης» της παραγωγής στην Ουγγαρία, ενώ οι εργαζόμενοι στο μεγάλο ταξιδιωτικό πρακτορείο Thomas Cook συμφώνησαν να αυξήσουν τις ώρες εργασίας σε 40 εβδομαδιαίως από 38,5 για ένα χρόνο, με προοπτική επέκτασης για 12 ακόμη μήνες.

Στην πραγματικότητα, στα μέσα της δεκαετίας του 2000, το εργασιακό σε συνδυασμό με την πολιτική των επιδομάτων ετέθη εξ αρχής στο μικροσκόπιο και χιλιάδες Γερμανών εργαζομένων επί εβδομάδες παρέμεναν στους δρόμους των μεγάλων γερμανικών πόλεων, διαμαρτυρόμενοι για το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της σοσιαλιστικής κυβέρνησης Σρέντερ.

O οικονομικός όρος που υπερίσχυε εκείνη την περίοδο και είχε σαφή σχέση με τις αναδυόμενες αγορές της Ασίας ήταν η ανταγωνιστικότητα. Τον χρησιμοποίησε κατʼ επανάληψιν στην ομιλία του ο νεοεκλεγείς το Νοέμβριο του 2004 πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Mανουέλ Mπαρόζο. Κι ήταν ακριβώς εκείνη η εποχή που πολλοί διατείνονταν πως η Ευρώπη, αν πραγματικά ήθελε να επιβιώσει στο διεθνές στερέωμα, θα έπρεπε να αποδεχτεί την προς τα κάτω προσαρμογή των μισθών, ως μοναδικό μέσον ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας. Προ ετών στις ΗΠΑ μεταξύ των ευπώλητων βιβλίων βρέθηκε το Κράτος Ελεύθερων Επαγγελματιών (μια ενημερωτική σελίδα θα μπορούσε να είναι αυτή.)

Το βιβλίο καλωσόριζε την προοπτική μιας αγοράς εργασίας, η οποία θα αποτελείτο αποκλειστικά από ελεύθερους επαγγελματίες που θα μπορούσαν να μεταπηδούν από μια καλά αμειβόμενη εργασία, σε άλλη, με υψηλότερες αμοιβές, δίχως πλαφόν. Ωστόσο ένας προσεκτικός αναγνώστης θα παρατηρούσε ότι στο βιβλίο δεν γινόταν αναφορά στο ότι ο ελεύθερος επαγγελματίας εκτίθετο σε περιβάλλον αβεβαιότητας, ενώ παράλληλα όφειλε να συμβιβαστεί με την απουσία κοινωνικών προνομίων ή και ασφαλιστικών δικλείδων.

Αυτού του είδους η προοπτική ήταν κάτι σαν εφιάλτης για τους εργαζομένους στην Ευρώπη. Αμέσως μετά τον Βʼ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γηραιά Ήπειρος είχε δείξει εξαιρετικά σπάνια ευαισθησία στην ανοικοδόμηση του κράτους πρόνοιας. Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες, στοχεύοντας στον περιορισμό του κινδύνου εξάπλωσης του σοβιετικού κοινωνικού μοντέλου και υπό την ασφυκτική πίεση των αριστερών συνδικάτων οδηγήθηκαν στη δημιουργία ισχυρού κράτους πρόνοιας κι ενός εξίσου ισχυρού συστήματος εργασιακών αξιών. Επομένως, βιβλία σαν αυτό των Ελεύθερων Επιχειρηματιών μόνο δέος προκάλεσαν στους εργαζόμενους, οι οποίοι στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ήδη γίνονταν μάρτυρες περικοπών σε κεκτημένα δεκαετιών. Νόμοι, όπως ο μεταρρυθμιστικός νόμος Xαρτζ IV, στη Γερμανία, συγκαταλέγονται μεταξύ αυτών που οδήγησαν στις μεγαλύτερες ανατροπές στο εργασιακό πεδίο. Εκείνη την περίοδο μάλιστα, στην ημερήσια συζήτηση ήταν το εξής ζήτημα: κατά πόσον μπορείς να στέλνεις έναν απόφοιτο του Πολυτεχνείου να εργάζεται σε φούρνο, προκειμένου να απαγκιστρωθεί από τα επιδόματα και να επιστρέψει στην εργασία. (Ο συγκεκριμένος νόμος, με εμπνευστή τον διευθύνοντα σύμβουλο της VW Peter Hartz συνέβαλε τελικά στην ανόρθωση της γερμανικής οικονομίας μετά παρέλευση πολλών ετών)

Το ίδιο κλίμα εργασιακής ανασφάλειας επικρατούσε στην Ισπανία, όπου τα σχέδια αναδιάρθρωσης της αγοράς εργασίας αναχαιτίστηκαν από τη νέα σοσιαλιστική κυβέρνηση του Φελίπε Γκονζάλες, η οποία υπέκυψε στις μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις, με αποτέλεσμα η Ισπανία να συνεχίσει να στηρίζει την ανάπτυξή της σε ένα λανθασμένο οικονομικό μοντέλο (αυτό της οικοδομής), τη στιγμή που ήδη οι δείκτες ανεργίας ήταν πολύ υψηλότεροι του μέσου ευρωπαϊκού όρου. Γρήγορα αυτό το μοντέλο απαξιώθηκε και η Ισπανία, εξαιτίας και της φούσκας των τραπεζών της ζει σήμερα σε προ-μνημονιακές συνθήκες. Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν καλύτερα στην Πορτογαλία, την Ιρλανδία και στην Ιταλία. Ούτε όμως και στη Γαλλία, η οποία συχνά καυχιόταν για τα 3Ατων Οίκων Αξιολόγησης.

Σήμερα, στην Ελλάδα κυρίως, γνωρίζουμε ότι η λαϊκιστική πολιτική της δεκαετίας του ʼ90, η αύξηση κι όχι ο περιορισμός των κεκτημένων στις αρχές της δεκαετίας του 2000,το άγος του ασφαλιστικού που όφειλε να έχει αντιμετωπιστεί προ δεκαπενταετίας από την εποχή του καθηγητή Σπράου και του Γιαννίτση αργότερα, είναι μερικοί από τους πολλούς άξονες της σημερινής οικονομικής κρίσης. Αν ωστόσο οι τότε κυβερνήσεις είχαν μερικώς αποδεχτεί και υλοποιήσει εκείνες τις προτάσεις, ή είχαν εγκαίρως αντιγράψει το «μισητό» γερμανικό μοντέλο, σήμερα η οικονομία μας θα ήταν περισσότερο ανταγωνιστική και πιθανότατα τα μέτρα τα οποία θα λαμβάνονταν για τον περιορισμό των ελλειμμάτων και του χρέους θα ήταν κατά πολύ ελαφρότερα.

Κυρίως δε, δεν θα κτυπούσαν με τέτοια σφοδρότητα την επίπλαστα ανθηρή μεσαία τάξη. Όσοι εντρυφούν στα της οικονομίας, δηλώνουν ότι το μέλλον της Ευρώπης θα στηριχθεί στην «άνεργη ανάκαμψη», δηλαδή θα δούμε να αναπτύσσονται νέες τεχνολογίες χωρίς ανάλογη αύξηση θέσεων εργασίας. Η Ελλάδα έχει πλέον καθήκον να χαράξει μια, έστω και αυτής της εμβέλειας στρατηγική και η μείωση του κόστους εργασίας από κοινού με την άνευ προηγουμένου συμπίεση των μισθών να γίνει εφαλτήριο ανάπτυξης. Αλλιώς η χώρα θα παραμείνει δέσμια των μεταπολιτευτικών παθογενειών της.

Ρίτσα Μασούρα – Ανεργη ανάπτυξη και χαμηλόμισθοι : το νέο εργασιακό μοντέλο