H Κίνα, η χελώνα των εθνών, έγραφε ο Καζαντζάκης στο «Ταξιδεύοντας». Περιέγραφε την άφιξή του στο λιμάνι. Τα καΐκια με τις φαρδιές ανασηκωμένες πρύμνες, πράσινες, κόκκινες, με δράκους σκαλισμένους στην πλώρη και κίτρινα ανθρωπάκια να ανεβοκατεβαίνουν στα σχοινιά…

Πίσω μακριά μάντευες, λέει, όλο το απέραντο σώμα της Κίνας. Τις ατέλειωτες λαμπερές πεδιάδες του Κουάν-Σι, του Σε-Τσουάν. Τα βουνά όλο κι ανέβαιναν σκαλωτά, σηκωνόταν το έδαφος της Κίνας και κορυφωνόταν στο μυστηριακό Θιβέτ, στα αιώνια χιονοσκέπαστα Ιμαλάια… Κι ανάμεσα, εκατομμύρια ψυχές: κούληδες, μανταρίνοι, έμποροι, ψαράδες, χωριάτες. Αλλοι με κοτσίδες, άλλοι με ξυρισμένο κεφάλι. Αυτοκρατορία, δημοκρατία, κομμουνισμός; Χάος… Πανσπερμία. Ο κάθε Κινέζος έχει μέσα στο κίτρινο στήθος του πλήθος ψυχές. Βαρβαρότητα και ραφιναρισμένη παρακμή, γεροντικό ξεμώραμα και πρωτόγονη τραχύτητα, αθεΐα και μυστηριώδεις πολύπλοκες θρησκευτικές έγνοιες, απάθεια στωϊκή και ξαφνικά βρώμα αβάσταχτη δίπλα στο γιασεμί και το ρόδο…

Τότε ήταν ο Νίκος Καζαντζάκης

ο λεξιμάγος ταξιδευτής. Χείμμαρος λόγου, μεταφοράς εικόνας και μετάδοσης σκέψης. Σήμερα είμαστε εμείς που παρακολουθούμε τις εξελίξεις στο Πεκίνο, την ωραιότερη πολιτεία με τα κυκλώπεια τείχη κι αναρωτιώμαστε, μα ποια είναι η Κίνα; Αν αποφασίσει κάποιος να μιλήσει για την Κίνα θα πρέπει να πληροί δύο προϋποθέσεις: ή να έχει ταξιδέψει πολλές φορές στη χώρα της δυναστείας των Μινγκ (η τελευταία δυναστεία εθνικότητας Χαν), του Μάο και του κομμουνιστικοποιημένου καπιταλισμού, ή να διαθέτει πολύ θράσος. Η Κίνα έχει ιστορική και γεωγραφική γιγαντοσύνη. Κι όποιος από τους δημοσιογράφους του Διαδικτύου αναφέρεται στον θεϊκό κινέζικο δράκο, σύμβολο δύναμης, υπεροχής, γενναιότητας και τόλμης παίζει με τη φωτιά. Υπάρχουν βεβαίως οι ανταποκριτές των ΜΜΕ. Ανθρωποι που ξοδεύουν νιάτα, κέφια και κουράγια, κτυπώντας καθημερινά το σφυρί της πληροφορίας στο μαλακό υπογάστριο της κινεζικής εξουσίας. Προφανώς εκεί πρέπει να πονάει λίγο παραπάνω.

Φυσικά και μεροληπτούν οι ανταποκριτές. Μας μεταφέρουν τη δική τους υποκειμενική αλήθεια, αφού ούτως ή άλλως η αυτοκρατορική Κίνα έχει γίνει εξπέρ στη διγλωσσία. Η πρόσφατη μεγάλη κρίση στο Θιβέτ -συγκρίνεται μόνο με τα ανατριχιαστικά γεγονότα της πλατείας Τιεν αν Μεν, το ’89- αποκαλύπτει το γεμάτο αιχμηρές γωνίες πρόσωπο της αυταρχικής Κίνας. Και εντοπίζει τα σοβαρά δημοκρατικά ελλείμματα. Το Πεκίνο, πολύβουο παλάτι με «χαρέμια», «μετάξια» και «μουσειακή αξία», αδυνατεί να κατανοήσει ότι ταυτόχρονα εντάσσεται στην παγκόσμια αγορά και ότι αυτή την ανέλιξη θα πρέπει να τη συνδυάσει με τη δημοκρατία. Ποια δημοκρατία, όμως; Το ερώτημα που ο λογικός άνθρωπος της Δύσης θα έθετε είναι «μα χρειάζεται η Κίνα το δημοκρατικό πολίτευμα, αφού τα καταφέρνει, αυθαδιάζοντας προς τον κομμουνισμό και τον καπιταλισμό;».

Στο γαλλικό πολιτικό περιοδικό «Νουβέλ Ομπσερβατέρ» η δημοσιογράφος Ούρσουλα Γκωτιέ δικαίως αναρωτιέται πού πήγε το μεταρρυθμιστικό πνεύμα της δεκαετίας του ’80; Η Κίνα είναι σήμερα σχιζοφρενική αυτοκρατορία. Ωθεί τους πολίτες της να είναι ενεργοί, να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες και αρμοδιότητες, να καινοτομούν, να μαθαίνουν να τολμούν. Αλλά το Πεκίνο φοβάται μη γίνει «Μπλε» απέναντι σ’ αυτήν τη ζωτικότητα που το ίδιο ενθαρρύνει. Ενα μέρος της ανέλιξης της Κίνας οφείλεται στη ριψοκίνδυνη νοοτροπία την οποία οι Αγγλοσάξονες αποκαλούν επιχειρηματικότητα. Αλλά από τη στιγμή που το παρελθόν αποσυντίθεται και νέες φιλοδοξίες κερδίζουν έδαφος, οι κόκκινοι μανδαρίνοι νιώθουν να απειλούνται. Και ναι μεν προτρέπουν τους Κινέζους να υλοποιήσουν τα ιδεώδη της αρμονίας και της κοινωνικής σταθερότητας, αλλά υπάρχει και ο ανυψωμένος δείκτης του χεριού: αυτός που υποκρύπτει καταστολή. Δυσυπόστατη η Κίνα ζει την απόλυτη ελευθερία και παράλληλα αυθυποβάλλεται στον αυστηρό, τραυματικό έλεγχο της εξουσίας που δεν σταματάει να στέλνει ακαθόριστα μηνύματα στην κοινή γνώμη.

Οι συνέπειες της κινεζικής διγλωσσίας είναι μάλλον επίφοβες. Στις μεγάλες κινεζικές πόλεις η ευμάρεια, ο κυνισμός και η υπέρμετρη προστασία της ατομικότητας είναι καταστάσεις ορατές διά γυμνού οφθαλμού. Αλλά ορατή είναι και η ανασφάλεια του πολίτη. Οι Κινέζοι έχουν το εξής δίλημμα: δεν ξέρουν σε τι να υπολογίσουν. Πού να πατήσουν. Εφτασαν αισίως στο σημείο να πιστεύουν ότι μοναδική λύτρωση είναι το χρήμα – όσο το δυνατόν περισσότερο, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και να φυλάσσεται όσο το δυνατόν πιο μακριά. Στα νησιά Καϋμάν, π.χ. Κανείς, από τον πλανόδιο πωλητή ώς τον δισεκατομμυριούχο της λίστας Forbes, ούτε καν ο πρώτος γραμματέας του κόμματος στη Σαγκάη αισθάνεται προστατευμένος. Είναι η δαμόκλειος σπάθη που κρέμεται πάνω από τα κεφάλια τους και που εξηγεί ταυτόχρονα την τρελή ταχύτητα της ανάπτυξης και την επιδείνωση των καταχρηστικών πράξεων σε βάρος των αδύναμων πολιτών. Η μηχανή λογοκρισίας λειτουργεί ανάλογα με τα κέφια της, οι μέθοδοι καταστολής επίσης, το πολιτικό διακύβευμα γέρνει σταθερά προς όφελος των ισχυρών οικονομικών συμφερόντων. Τι πρωτοτυπία κι αυτή!

Ο Σι Τάο είναι δημοσιογράφος και συντάκτης (ήταν δηλαδή) οικονομικής εφημερίδας στη Σανγκσά. Οπως σημειώνει η ρεπόρτερ του «Νουβέλ Ομπσερβατέρ» έγραφε και ποιήματα, διατηρώντας συχνά επαφές με φίλους δημοκράτες εκτός Κίνας. Δημοσίευε άρθρα σε φόρουμ για τη δημοκρατία (Minzhu luntan) με αναφορές στην πάταξη του φοιτητικού κινήματος του ’89. Το 2004 δημοσίευσε πρόταση που έμελλε να τον διαγράψει από το κινεζικό προσκήνιο: ένα εμπιστευτικό έγγραφο είχε φτάσει στην εφημερίδα του και προέτρεπε τους δημοσιογραφους να μην τιμήσουν τα 15 χρόνια από την πλατεία Τιεν αν Μεν. Υπήρχε κίνδυνος κοινωνικής αποσταθεροποίησης. Ο Σι Τάο το ανέβασε στο Διαδίκτυο. Συνελήφθη, απολύθηκε, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια κάθειρξη τον Απρίλιο του 2005. Πολλά τα παραδείγματα, μικρός ο χώρος… αλλά πολλά και σπουδαία τα επιτεύγματα της Κίνας.

Να διευκρινίσουμε κάτι: Οι δυναστείες είχαν πάντα πολίτες δύο ή και τριών κατηγοριών… για να γίνεται σωστά το παιχνίδι. Η κρατική εξουσία καταφεύγει επιλεκτικά, στη βία. Οι άρχοντες διατηρούν τις μεθόδους της παλιάς κομμουνιστικής αρχής και τις αναμειγνύουν με την καπιταλιστική αλαζονεία. Η ισχύς του χρήματος που εγγυάται την εξουσία προτάσσεται. Είναι όμως άλλο πράγμα η δυναστευτική κεντρομόλος βούληση, λέει ο ιστορικός Γιάκομπ Μπούρκχαρτ, κι άλλο η κοινή συλλογιστική βούληση των εθνών, η οποία αντιλαμβάνεται διαφορετικά το θέμα της κρατικής συγκεντρωτικής εξουσίας.

Υπάρχει αντίλογος; Ναι. Η Κίνα γέννησε μια κοινωνία πολιτών που είναι υπεύθυνη, ορθά δομημένη, με συνοχή κι ένα είδος κομφουκιανής ηθικής. Παρά την τραγικότητα του Θιβέτ, οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν είναι όπως παλιά. Βρίσκεται στο όριο. Στο όριο μιας αποφασιστικής προόδου που καταφεύγει σε μη θεμιτά μέσα, που αγκαλιάζει δικτατορικά καθεστώτα (Σουδάν π.χ.) προκειμένου να εξασφαλίσει τη συνεχή ανάπτυξη, αλλά διαθέτει θαρραλέους καινοτόμους πολίτες που δεν τρέφουν αυταπάτες και ευελπιστούν ότι η αυριανή υπερδύναμη θα βρει εύσχημους τρόπους να συνδυάσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις με τη διατήρηση του κύρους της μονοδιάστατης πολιτικής εξουσίας. Οι ιδεαλιστές σκαπανείς έχουν όλο τον χρόνο να μελετήσουν ξανά την Ιστορία και τις ψηφίδες της…

Ρίτσα Μασούρα