«“Ο Μπόρχες”, ψιθύρισα. Οι άλλοι νόμισαν πως αστειεύομαι. Ανέβαινε αργά την Πανεπιστημίου. Είχε το αριστερό του χέρι (δηλαδή το δεξί) περασμένο στο μπράτσο μιας γυναίκας με ξανθόμαυρα μαλλιά (αργότερα ο Δημήτρης Καλοκύρης μου είπε πως θα πρέπει να ήταν η Μαρία Κοντάμα).[…] Σηκώθηκα και τους ακολούθησα. Σταμάτησαν στα φανάρια του “Ορφανίδη” περιμένοντας να ανάψει το πράσινο. Τους άκουσα να μιλούν ισπανικά. Φτάνοντας στο απέναντι πεζοδρόμιο στάθηκαν. Η Μαρία Κοντάμα κοίταζε γύρω σαν να γύρευε κάτι. Πλησίασα και τη ρώτησα στα ελληνικά: “Είναι ο Μπόρχες;”. “Si”, είπε. Ο Μπόρχες ακούγοντας το όνομά του έστρεψε το πρόσωπό του προς το μέρος μου. Ήταν αδύνατο να κρατήσω τη συγκίνησή μου. […] “Δεν το ξέρει κανείς πως είστε εδώ, δεν το ‘γραψαν οι εφημερίδες”. “Προσπαθώ να είμαι αόρατος”, αποκρίθηκε γελώντας…».

vagenas nΟ Νάσος Βαγενάς περιγράφει την πρώτη τυχαία συνάντηση με τον Μπόρχες στις 3 Σεπτεμβρίου του 1983 όταν, ενώ συζητούσε με μια παρέα στου «Ζόναρς» και έλεγε πως μεταφράζει το διήγημά του «25 Αυγούστου 1983», βλέπει ξαφνικά στον καθρέφτη του καφενείου τον Μπόρχες ολοζώντανο: «Η συνάντηση με το έργο του Μπόρχες, είναι απίστευτη κυρίως για εμένα. Δεν θα μπορούσα να πιστέψω ότι η ανάγνωση της πρώτης αράδας του διηγήματος ενός βιβλίου που το όνομα του συγγραφέα του μου ήταν εντελώς άγνωστο θα τροποποιούσε ακαριαία την άποψή μου για τον τρόπο σύνθεσης της λογοτεχνικής γραφής. Τη συνάντηση με τον άνθρωπο Μπόρχες, δεκατρία χρόνια αργότερα, δεν θα τολμούσα να τη γράψω αν δεν είχα μάρτυρες γι’ αυτήν: τον είδαμε, και μάλιστα στον καθρέφτη του «Ζόναρς» (ο καθρέφτης είναι βασικό σύμβολο στο έργο του), ακριβώς τη στιγμή που συζητούσαμε γι’ αυτόν. Βγήκα, τον σταμάτησα και του συστήθηκα. Μιλήσαμε για μερικά λεπτά. Από αυτό ξεκίνησε η ιδέα της αναγόρευσής του, το 1984, σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Κρήτης, με την οποία το έργο του συνδέεται κομβικά (με το σύμβολο του λαβυρίνθου).» Θα πει σήμερα με αφορμή την έκδοση ενός βιβλίου πολύτιμου, για εκείνον αλλά και για τους αναγνώστες. Διότι όπως ισχυρίζεται, «Υπάρχουν δύο κατηγορίες αναγνωστών των μεγάλων συγγραφέων: εκείνοι που διαβάζουν τους μεγάλους συγγραφείς και εκείνοι που διαβάζουν τον Μπόρχες. Η διάκριση αυτή δεν είναι, βέβαια, αξιολογική. […] Ο Μπόρχες είναι συγγραφέας που διαφέρει πολύ περισσότερο απ’ όσο οι συγγραφείς αυτοί διαφέρουν ο ένας από τον άλλον» και «είναι αυτή η διαφορά που κάνει τους θιασώτες του έργου του Μπόρχες να νιώθουν όπως αισθάνονται τα μέλη μιας αίρεσης.»

Εξάλλου, όπως μας επιλέγουν, τελικά, οι ιστορίες μας (κατά τον Μπόρχες, είναι κάπου εκεί έξω και ή μας καταδέχονται ή δεν μας καταδέχονται, ή είμαστε συμβατοί μ’ αυτές είτε όχι) έτσι και ο Μπόρχες με τρόπο κρυπτικό και απολύτως μυστηριακό επιλέγει τους αναγνώστες του. Σπανίως συμβαίνει να πει κάποιος «τώρα θα καθίσω να διαβάσω Μπόρχες», κάτι συμβαίνει και την στιγμή ακριβώς που το χρειάζεσαι διαβάζεις Μπόρχες και σε σημαδεύει άπαξ δια παντός. Μπορεί όχι με τον αποκαλυπτικό τρόπο που επέλεξε τον εξαιρετικό ποιητή, κριτικό και καθηγητή της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας Νάσο Βαγενά, εξάλλου αυτό είναι που τον σημαδεύει, τελικά, και τον διαφοροποιεί μια ζωή.

Και με αυτό το βιβλίο του μας επιτρέπει να κοιτάξουμε την δική του εμπειρία και στην δική του κριτική και λογοτεχνική ματιά όσον αφορά τον μεγάλο αργεντινό δημιουργό: Στα περιεχόμενά του τα δοκίμια «Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες και ο λαβύρινθος της ειρωνείας», «Η λογοτεχνία στο τετράφωνο: Σημειώσεις για τη γραφή του Μπόρχες», «Η γενεαλογία του Πιέρ Μενάρ», το βιωματικό κείμενο «Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες στην οδό Πανεπιστημίου», η μεταφραστική του συνεισφορά σε πέντε ποιήματα του Μπόρχες, η αντιφώνηση του αργεντινού στις 12 Μαϊου 1984, με αφορμή την τέλεση αγόρευσης του Μπόρχες σε επίτιμο διδάκτορα.

Η διαπίστωση του κορυφαίου κριτικού πάνω απ’ όλα πως, όπως ο Καβάφης κάνει ποίηση με τα μέσα της πεζογραφίας, ο Μπόρχες κάνει ποίηση με τα μέσα του δοκιμίου. Ουσιαστικά τα άπαντα του Μπόρχες είναι πρωτίστως ποιητικά.

Ένα ακριβό βιβλίο το οποίο αποτελεί για τους πιστούς του Μπόρχες ένα είδος Στάλκερ, και θα μου επιτρέψετε να κάνω φινάλε με στίχους του Νάσου Βαγενά για τον Μπόρχες:

«Έβλεπες με τα σωθικά, όχι με τα μάτια,/ που ήταν σβησμένα πριν ακόμα τ’ ανοίξεις. / Βυθομετρούσες τη ζωή με αφίξεις/ σε μυστικούς σταθμούς πέρα από την επικράτεια// του ορατού, ή κατεβαίνοντας σε υπόγεια/χλοερά, μακριά απ’ την έρημο του πλήθους,/ εξερευνώντας άλλους λαβυρίνθους,/ εκεί όπου ο χρόνος δεν μετριέται με ρολόγια…» (Μπόρχες).

Και από τις σημειώσεις για τον Μπόρχες [Η λογοτεχνία στο τετράφωνο] με το κάτωθι: «Το θέμα του έρωτα εμφανίζεται σπάνια στο έργο του, και σπανιότερα με σεξουαλικές συνδηλώσεις- και αυτές λεπτά μετουσιωμένες σε μιαν ανώτερη αίσθηση που υπερβαίνει το φυσικό, εφήμερο επίπεδο. Θα λέγαμε ότι ο Μπόρχες είναι ερωτικά ντροπαλός. Πολύ περισσότερο από τον φυσικό ερωτισμό τον ενδιαφέρει -τον ερεθίζει, θα έλεγα- ο πνευματικός ερωτισμός, που αποτελεί μια παράμετρο του καλλιτεχνικού ιδεαλισμού του. Αν ο Ντε Κουίνσι, που ο Μπόρχες τόσο θαύμαζε για το πνεύμα του, έπαψε να αναζητεί την Αννα του μέσα στα ταλαίπωρα πλήθη του Λονδίνου, την Ουλρίκε ο Μπόρχες, που στο ομώνυμο διήγημά του φαντάστηκε ότι τη φίλησε στο στόμα, δεν έπαψε να την αναζητά ποτέ. Αυτό το ανεκπλήρωτο εκφράζει, στον ύψιστο βαθμό, “Ο ερωτευμένος”, το ωραιότερο, πιστεύω, σονέτο του».

Νάσος Βαγενάς «Η λογοτεχνία στο τετράγωνο: Σημειώσεις για τη γραφή του Χόρχε Λουίς Μπόρχες», εκδ. Πόλις, 2020, σελ. 160

 

Ελένη Γκίκα

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο και στο Fractalart.gr