Διονύσης Μαρίνος: “Για να περιγράψεις τους ανθρώπους πρέπει να τους παρατηρήσεις στο μέγα βάθος τους”

Συνέντευξη στην Ελένη Γουρνέλου*

Στιγμιότυπο 2020 04 03 1.17.14 μμ

Ο Διονύσης Μαρίνος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971.  Είναι δημοσιογράφος, βιβλιοκριτικός, συγγραφέας και ποιητής. Έχει εκδώσει δυο  ποιητικές συλλογές: «Ποτέ πια εμείς» (2019, Μελάνι) και «Αναμνέζα» (2014, Γαβριηλίδης) καθώς και συλλογές διηγημάτων  και μυθιστορήματα: «Όπως και αν έρθει αυτό το βράδυ» (2017, Μελάνι), «Τελευταία πόλη», (2012, Γαβριηλίδης), «Ουρανός κάτω» (2014, Πάπυρος Εκδοτικός Οργανισμός), «Χαμένα Κορμιά» (2011, Τετράγωνο). Τα τελευταία χρόνια παραδίδει μαθήματα δημιουργικής γραφής. Υπήρξε μέλος της ομάδας εργασίας για τη δημιουργία του δανειστικού τμήματος της Εθνικής Βιβλιοθήκης και επί τρία χρόνια ήταν μέλος της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων (μεταφρασμένη λογοτεχνία). Συνεργάστηκε με το ραδιόφωνο του amagi.gr  και σήμερα αρθρογραφεί στο διαδικτυακό site του andro.gr.

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη που μας παραχώρησε για τον σταθμό του empneusi.gr στη Σύρο στη δ/νση: https://www.empneusi.gr/podcast/eleni-gournelou-dionusis-marinos/

 

Ελένη Γουρνέλου: Διονύση, αφού σε ευχαριστήσω για την αποδοχή της πρόσκλησης στον σταθμό του «έμπνευση» θα ήθελα να σε ρωτήσω αν τελικά γράφεις εξαιτίας της έμπνευσης ή χρειάζεται καθημερινή δουλειά και παρατήρηση για ν’ αποδώσεις ένα γραπτό κείμενο, να ολοκληρώσεις ένα βιβλίο;

Διονύσης Μαρίνος: Καλησπέρα Ελένη κι από εμένα και ευχαριστώ για τη πρόσκληση. Να πω απευθείας ότι δεν πιστεύω στην έμπνευση. Όχι, ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να έλθει μια ιδέα και να σε κινητοποιήσει. Όμως, αυτό που πιστεύει ο περισσότερος κόσμος ότι,  δηλαδή,  κάποιος που ασχολείται με την τέχνη κι ενώ είναι ήσυχος στο σπίτι του ή σ’ ένα γραφείο ή στο δρόμο, κεραυνοβολείται αίφνης από μια ‘ένθεη φύση’, ας πούμε, και του έρχεται η μεγάλη ιδέα, δεν ισχύει. Ο δημιουργός,  είναι στη πραγματικότητα ένας εργάτης. Εργάζεται κάθε μέρα και επομένως αυτό που θα πρέπει να κάνει είναι να συγκεντρώσει στοιχεία που τον ενδιαφέρουν και να τα έχει δομήσει στο μυαλό του για αρκετό καιρό και, αφού γονιμοποιήσει την ιδέα που έχει μέσα του, να την καταγράψει όταν θα είναι έτοιμος. Είναι, λοιπόν, αποτέλεσμα δουλειάς και παρατήρησης, όπως πολύ σωστά είπες. Η παρατήρηση είναι το μισό κομμάτι της δημιουργίας. Και για να περιγράψεις τους ανθρώπους πρέπει να τους παρατηρήσεις στο μέγα βάθος τους. Όχι βάσει των εξωτερικών τους χαρακτηριστικών…αυτά μπορείς να τα δημιουργήσεις και μέσω της μυθοπλασίας. Όμως, με τη παρατήρηση και την ενσυναίσθηση καλείσαι να σκάψεις στον άνθρωπο ώστε να τον δημιουργήσεις και να τον κατασκευάσεις σαν χαρακτήρα στο μυθιστόρημα.

Ελένη Γουρνέλου: Διονύση, έχεις κάνει μια σειρά από συνεντεύξεις με διαφορετικούς ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων, Έλληνες και ξένους. Είσαι δημοσιογράφος, βιβλιοκριτικός, έχεις ασχοληθεί με το αθλητικό ρεπορτάζ, παραδίδεις μαθήματα δημιουργικής γραφής, αρθρογραφείς στο ηλεκτρονικό περιοδικό andro.gr. Πες μας τι είναι αυτό καταρχάς που σε ιντριγκάρει σ’ έναν καλλιτέχνη από τον οποίο παίρνεις συνέντευξη κι αν τελικά έχεις διαπιστώσει ότι τελικά το έργο έχει κάποια σχέση με τον δημιουργό;

Στιγμιότυπο 2020 05 06 4.10.29 μμΔιονύσης Μαρίνος: Είμαι δημοσιογράφος 25 χρόνια οπότε είναι μέρος τις δουλειάς μου να κάνω συνεντεύξεις. Προφανώς με τα χρόνια επιλέγω εγώ τους ανθρώπους με τους οποίους θέλω να συνομιλήσω. Αυτό είναι μια κατάκτηση. Κάποιοι είναι Έλληνες συγγραφείς με τους οποίους γνωρίζομαι και ενδεχομένως να είμαστε και φίλοι αλλά κάθε φορά που βγάζουν ένα βιβλίο μου δίνεται η δυνατότητα ν’ ανακαλύψω και μια άλλη πλευρά τους. Κι αυτό οπωσδήποτε με ιντριγκάρει. Όχι μόνο για το ίδιο το βιβλίο αλλά και για τον δημιουργό. Προφανώς με ενδιαφέρουν και οι ξένοι συγγραφείς που κάποιος θα ήθελα να τους γνωρίσω περισσότερο τόσο εξαιτίας του συγγραφικού τους έργου όσο και σαν ανθρώπους. Ειδικά αν διαβάζω χρόνια τα έργα τους κι έχω περιέργεια για το πώς σκέφτονται. Λένε ότι δεν πρέπει συνήθως να γνωρίζεις τους συγγραφείς που αγαπάς γιατί χαλάει η ιδεατή εικόνα του αναγνώστη. Ισχύει και δεν ισχύει αυτό. Μπορεί να συμβεί και το ανάποδο. Νομίζω ότι δεν θα πρέπει να συγχέουμε αυτές τις δυο διαφορετικές εκδοχές του ιδίου ανθρώπου. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Pound που ήταν φιλοφασίστας αλλά ήταν, παράλληλα, κι ένας καταπληκτικός ποιητής! Ο Celine, επίσης, ήταν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς στην Ευρώπη αλλά ήταν αντισημίτης….Ξέρεις είναι ένα πράγμα για το οποίο λες τι να κρατήσω από τα δυο. Ο καθένας, λοιπόν, κρατάει ο,τι θέλει…Εγώ κρατώ το έργο τους και στο πίσω μέρος του μυαλού μου ξέρω ότι δεν συμφωνώ με τις ιδέες του.

Ελένη Γουρνέλου: Εξάλλου και η ίδια η τέχνη είναι αντιφατική. Και τα έργα δεν είναι στατικά μέσα στο χρόνο…

Διονύσης Μαρίνος: Συμφωνώ.

Ελένη Γουρνέλου: Στα βιβλία σου καταπιάνεσαι με τα θέματα του έρωτα, την απώλεια, υπαρξιακά ζητήματα, τη μοναξιά και του θανάτου. Ο έρωτας, εν τέλει, είναι ένα μέσον ν’ ανοιχθεί ο άνθρωπος, να μάθει πράγματα για τον εαυτό του, να συντριβεί ενδεχομένως, να εξαφανιστεί ή, αν δεν εξαφανιστεί και είναι τυχερός και επιβιώσει,  να οδηγηθεί στη δημιουργία εκφράζοντας κοινά ανθρώπινα συναισθήματα και πάθη; Αυτό είναι και η δουλειά, άλλωστε, κατά τη γνώμη μου, του δημιουργού. Οι περισσότεροι άνθρωποι σκέφτονται το ίδιο αλλά ο δημιουργός συνοψίζει και εκφράζει αυτό που σκέφτονται οι άλλοι. Εσύ θα αφιέρωνες ολοκληρωτικά τον εαυτό σου σ’ έναν έρωτα χωρίς όρια και χωρίς να οδηγηθείς απαραίτητα σε κάτι δημιουργικό εξαιτίας του;

Διονύσης Μαρίνος: Αν δούμε τα βασικά θέματα της δραματουργίας από τους αρχαίους, τον Σαίξπηρ αλλά και μέχρι σήμερα, είναι τα ίδια. Τα έχουν πει όλα και ενδεχομένως να μη χρειαζόταν να γράψει κανείς παραπάνω γι’ αυτά. Αλλά αυτό δεν ισχύει γιατί πάντα υπάρχει μια διαφορετική  ματιά. Αυτός ο διαφορετικός τρόπος οπτικής του καθένα από εμάς είναι που μας έλκει όταν διαβάζουμε βιβλία.  Ακόμα κι αν πραγματεύονται το ίδιο θέμα. Το ίδιο γίνεται και με τις άλλες τέχνες κι αυτό γιατί υπάρχει ένας κύκλος στη ζωή. Ο έρωτας είναι ο αντίπαλος της φθοράς του ανθρώπου. Ο αντίπαλος του θανάτου. Βέβαια, και ο ίδιος ο έρωτας εμπεριέχει τη φθορά, την έλξη και την απώθηση. Υπάρχει, επίσης, και ο φόβος που, σαν συναίσθημα, εμπεριέχεται στα ακραία συναισθήματα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν γνωρίζουμε το πώς ορίζει ο καθένας/μια τον έρωτα…πώς τον βγάζει από την κανονικότητά του; Δεν είμαι σίγουρος αν ο άνθρωπος μπορεί να ακολουθήσει τέτοιου είδους αλλαγές. Είναι το απροσδόκητο αλλά υπάρχει και το καρμικό, στο οποίο, εγώ, πιστεύω. Μπορεί, δηλαδή, να υπάρχει ένας άνθρωπος εκεί έξω, τον οποίο δεν έχουμε γνωρίσει και δυνητικά και θα μπορούσε να είναι ο άνθρωπός μας και αυτό να μπορεί να μας μεταμορφώσει αλλά οι ζωές των ανθρώπων είναι πολύ μικρότερες από την ίδια τη ζωή.

Στιγμιότυπο 2020 05 06 4.10.17 μμΕλένη Γουρνέλου: Ίσως το ερώτημα στην πραγματικότητα είναι: Πόσο αφήνουμε τον εαυτό μας όταν συναντιέται με το απρόοπτο και πόσο μέσα από αυτή την διαδικασία εργαζόμαστε πάνω στην αυτογνωσία μας;

Διονύσης Μαρίνος: Σωστή λέξη η αυτογνωσία. Αυτό σημαίνει ότι οτιδήποτε σου συμβαίνει είναι μια ψηφίδα της ζωής σου. Τοποθετείται στη δική σου μικροιστορία. Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε ανοικτοί σε όλα όσα προανέφερες. Συνήθως οι άνθρωποι κλείνονται στο καβούκι τους και δεν επιτρέπουν να διεισδύσουν στοιχεία που θα αλλάξουν τις ισορροπίες τους. Αν, όμως, είσαι ανοικτός πρέπει να αποδέχεσαι τα νέα στοιχεία που ενσταλάζουν μέσα σου κι ενδεχομένως σε μεταμορφώνουν.

Ελένη Γουρνέλου: Ποια είναι η διαφορά ποίησης με το μυθιστόρημα;

Διονύσης Μαρίνος: Τεράστια. Εμένα με οδηγεί το υλικό από μόνο του στο τι θα γράψω. Δεν ξεκινώ με την προϋπόθεση ότι γράφω ποίηση ή μυθιστόρημα. Η ποίηση είναι η πιο σπάνια, ακριβή και ενδιαφέρουσα μορφή γραφής γιατί χρειάζεται οικονομία και ειλικρίνεια, ενώ το μυθιστόρημα, είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Μια μεγάλη τοιχογραφία την οποία ο αναγνώστης πρέπει να ψηλαφήσει. Το διήγημα είναι ένα μικρό κομμάτι του μυθιστορήματος, θα λέγαμε….Η ποίηση είναι το άλεκτο. Αυτό που βρίσκεται κάτω από τις λέξεις, που δεν αναγνωρίζεται από τη πρώτη ματιά γιατί υποκρύπτει πράγματα, ενώ το μυθιστόρημα, έχει πλοκή. Τους ποιητές τους προσεγγίζεις, συνήθως, σε σημαντικές στιγμές της ζωής σου. Είναι το αποκούμπι σου. Εγώ τουλάχιστον εκεί ακουμπώ και ειδικά όταν έχω κάτι να πω. Σε χαρά ή λύπη. Αυτός είναι και ο λόγος που έχω εκδώσει μόνο δυο ποιητικές συλλογές γιατί την ποίηση την προσεγγίζεις μόνο όταν έχεις να πεις κάτι. Αν υπάρξει ποιητική συλλογή θα υπάρξει μετά από 7 χρόνια, όταν δηλαδή, κλείσει ένας κύκλος της ζωής μου.

Ελένη Γουρνέλου: Σε ποιους ποιητές ανατρέχεις;

Διονύσης Μαρίνος: Σε πολλούς! Από τη Σαπφώ, τον Χέλντερλιν, τον Κόρσο, τον Σαχτούρη, τον Γκίνσμπεργκ, τον Τσέλαν, τον Καρούζο και πολλούς άλλους….

Στιγμιότυπο 2020 05 06 4.10.44 μμΕλένη Γουρνέλου: Στο βιβλίο σου  « Η τελευταία πόλη» ασχολείσαι με το προσφυγικό και τη μετανάστευση. Στο βιβλίο σου «Ο ουρανός κάτω» καταπιάνεσαι με το ζήτημα της κρίσης. Πιστεύεις ότι ο σύγχρονος συγγραφέας μέσα από την έρευνα και τη μυθοπλασία πρέπει να καταπιάνεται με σύγχρονα κοινωνικά θέματα και να προσφέρει στους προβληματισμούς της κοινωνίας με κάποιο τρόπο ή να παραμένει αμέτοχος ως προς αυτά. Εσύ, πάλι, θα προσπαθούσες μέσα από δική σου έρευνα και, με σημερινά εργαλεία, να τολμήσεις την έρευνα σε κάτι που γινόταν στο παρελθόν και να το περιγράψεις;

Διονύσης Μαρίνος: Ωραία ερώτηση! Η αλήθεια είναι ότι η λογοτεχνία έχει τους δικούς της χρόνους σε σχέση με τη  πραγματική πραγματικότητα. Ούτε καν ο δημοσιογραφικός χρόνος δεν μπορεί να τα καταγράψει τα όσα γίνονται…τρέχεις ασθμαίνοντας πίσω από τα γεγονότα. Πόσο μάλλον ο συγγραφέας που δεν οφείλει να ακολουθεί αλλά να αναπλάθει τα γεγονότα με το δικό του τρόπο. Την «τελευταία Πόλη» την έγραψα όταν είχε τελειώσει η ιστορία του πολέμου στα Βαλκάνια γιατί σε αυτό αναφέρεται το βιβλίο. Είχε παρέλθει αυτή η λαίλαπα μεταξύ των Σέρβων και των Κροατών και το έγραψα πολύ μετά. Ως δημοσιογράφος είχα μεταβεί, πολλές φορές, στο Μαυροβούνιο, Σερβία, Κροατία και γενικότερα στην περιοχή των Βαλκανίων και έκανα επιτόπια έρευνα. Είχα πραγματολογικό υλικό που δεν το άφησα μόνο στον δημοσιογραφικό λόγο. Ως προς τον «Ουρανό Κάτω» δεν ήταν τόσο το οικονομικό κομμάτι της κρίσης που με απασχόλησε αλλά περισσότερο της υπαρξιακής που, από τότε, μπορεί και να επιτείνεται…Είμαι της άποψης ότι η λογοτεχνία και ο συγγραφέας δεν οφείλει να ακολουθεί τα γεγονότα ως έχουν. Όταν κάτι καίει -δεν το πιάνεις. Λέω και στους μαθητές μου στη δημιουργική γραφή ότι και ο πάγος μπορεί να καίει σαν τη φωτιά. Υπάρχουν σήμερα βιβλία που γράφονται για τα χρόνια της Κατοχής και για τη μεταπολίτευση. Το ίδιο και στο εξωτερικό. Όπως το είπες. Με καινούργια υλικά και τεχνική ενδεχομένως. Παίρνεις μια απόσταση και αναμοχλεύεις το παρελθόν. Αυτό κάνει, άλλωστε, και η λογοτεχνία. Μας ξαναφέρνει το παρελθόν μπροστά ως ένα διαρκές παρόν αλλά μ ένα διαφορετικό τρόπο.

Ελένη Γουρνέλου: Ναι,  και φυσικά μας ταλανίζουν τα ίδια ζητήματα ακόμα. Μεταναστευτικό έχουμε τώρα αλλά είχαμε και πάντα. Δεν είναι κάτι καινούργιο.

Διονύσης Μαρίνος: Υπάρχουν βέβαια εξαιρέσεις συγγραφέων που γράφουν για γεγονότα που γίνονται κατά τη τρέχουσα περίοδο όπως ο ΝτεΛίλλο που έγραψε για τους δίδυμους πύργους μετά από 2 χρόνια αλλά είναι εξαίρεση. Και, προφανώς, είναι ένας πολύ ιδιαίτερος και ξεχωριστός συγγραφέας. Ωστόσο, οι περισσότεροι συγγραφείς δεν ακολουθούν τις ίδιες χρονικότητες. Αντιλαμβάνομαι δε ότι, μερικές φορές, ζητείται από τους διανοούμενους να τοποθετηθούν για πράγματα που συμβαίνουν στην εποχή τους και κάποιοι το κάνουν αλλά ποιος τους ακούει. Αλλά και κάποιος που αναφέρεται στο παρελθόν, είναι δυνατόν, να αναφέρεται σε επίκαιρα θέματα που ακόμα μας απασχολούν.

Ελένη Γουρνέλου: Διονύση, από πού μαθαίνει, συνήθως, ο άνθρωπος ως άτομο; Και λέω ως άτομο γιατί στη δική μας περίοδο αυτό είναι πιο έντονο από το συλλογικό. Μπορούμε να προχωρήσουμε σε μια προσωπική αλλαγή αλλά πώς, με ποιο τρόπο;

Διονύσης Μαρίνος: Μου έρχεται μια έκφραση του Pessoa που λέει ότι «η ζωή μου είναι σαν να με χτύπησαν με αυτή»…Η πραγματική ζωή είναι σαν φραγγέλιο…σαν να σε θωπεύει από τη μια και να σε χτυπά από την άλλη. Καλό και άσχημο ταυτόχρονα. Δεν πιστεύω πάντως ότι μαθαίνουμε από τις εμπειρίες. Στην πραγματικότητα κρατάμε συνήθως ότι μας διευκολύνει από αυτές. Πέφτεις, σηκώνεσαι και το θέμα είναι να αποτυγχάνεις καλύτερα κάθε φορά, όπως έλεγε ο Μπέκετ. Ο τρόπος αλλάζει συνήθως. Ναι, υπάρχει η αναζήτηση που λες στους σημερινούς ανθρώπους αλλά θεωρώ ότι η κρίση που περνάμε δεν μας έχει κάνει καλύτερους…Αυτή είναι η δική μου, βέβαια, άποψη. Δεν μπορούμε, όμως, να λειτουργούμε σαν εισαγγελείς και απόλυτα. Είμαστε απ’ όλα! Και του καλού και του κακού.

Ελένη Γουρνέλου: Ξημερώνει, βραδιάζει.

Διονύσης Μαρίνος: Ακριβώς!

Ελένη Γουρνέλου: Τι κερδίζουμε από την ανάγνωση ή τη συγγραφή; Γενικά τα βιβλία είναι μια ψευδαίσθηση και μια παρηγοριά;

Διονύσης Μαρίνος: Όχι. Τίποτα από τα δύο, νομίζω. Είναι μια υπαρξιακή ανάγκη. Εγώ διαβάζω από πολύ μικρός γιατί το έχω ανάγκη. Ήταν μια πυξίδα τα βιβλία που με πήγαινε σε τόπους που δεν μπορούσα να πάω και μου άνοιγε παράθυρα για τον εαυτό μου. Το να γράψει κάποιος είναι μια άλλη διαδικασία. Είναι διαφορετικό από το να διαβάζεις. Καταγράφουμε κάποια πράγματα με τον δικό μας τρόπο. Είναι η δική μας θέαση. Θεωρούσα ότι έχω να γράψω διαφορετικά κάποια πράγματα και γι’ αυτό άρχισα να γράφω. Η τέχνη είναι υπέρτερη της ζωής και πιο πραγματική από αυτή. Αν σκεφτούμε τι μας συμβαίνει στην καθημερινότητα θα διαπιστώσουμε ότι δεν μας συμβαίνει και τίποτα συγκλονιστικό. Ο «Οδυσσέας» του Τζοϋς είναι ένα 24ωρο αλλά μέσα σε αυτό συμβαίνουν συγκλονιστικά πράγματα. Έχει διεισδύσει το σύμπαν! Η τέχνη ανυψώνει τον άνθρωπο από το βάραθρο που βρίσκεται και τον κάνει ένθεο. Δεν το έχω πει εγώ. Ο Γιώργος Χειμωνάς το είπε.

Στιγμιότυπο 2020 05 06 4.10.03 μμΕλένη Γουρνέλου: Επανέρχομαι στο «Ο ουρανός Κάτω» ο ήρωάς σου έχει αναπτυχθεί με το ζωτικό ψεύδος και, συγκεκριμένα, με το χρηματιστήριο το οποίο καταρρέει και εκείνος πρέπει να πιαστεί από κάπου. Κι αυτό είναι ο εαυτός του! Πόσο εύκολο είναι να βρει ο άνθρωπος τον εαυτό του όταν έχουν περάσει τόσα ‘βερνίκια’ από πάνω του όπως είναι η οικογένεια, το επάγγελμα, οι συναναστροφές, η εποχή στην οποία ζει, όλα όσα έχουν μεσολαβήσει και να αποδεσμευτεί από ένα είδος καθημερινής κατανάλωσης με την οποία έχει μάθει να ζει;

Διονύσης Μαρίνος: Δεν είναι εύκολο. Κι αυτό γιατί, όπως σωστά είπες, τον καθορίζουν πολλά πράγματα και ειδικά ο μετανεωτερικός άνθρωπος είναι ένας ετεροκαθορισμένος άνθρωπος. Παραμένει, βέβαια, η ανάγκη στον άνθρωπος να συναντήσει τον εσωτερικό του πυρήνα, πράγμα που συμβαίνει σε κρίσιμες στιγμές στη ζωή και κάτι τέτοιο συμβαίνει  και στον ήρωά μου. Καταρρέει το κανονιστικό του σύμπαν, όπως το έχει δομήσει, κι εκεί αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι ζούσε σ’ ένα ζωτικό ψεύδος. Το χρησιμοποιούσε ο Ιψεν αλλά όπως συμφωνούν και οι σύγχρονοι ψυχίατροι, ο άνθρωπος δεν αντέχει την αλήθεια και χρειάζεται κάτι να καταπραΰνει αυτή του τη συνείδηση γιατί κι ο ίδιος μερικές φορές καταλαβαίνει τις αιχμηρές αλήθειες της ζωής μας. Όλοι το κουβαλάμε αυτό και για τον εαυτό μας. Μας απασχολεί το πώς φαινόμαστε στους άλλους, πώς πράττουμε, πώς μιλάμε…

Ελένη Γουρνέλου: Ένας φίλος μου λέει ότι η αλήθεια είναι πάντα μια άλλη.

Διονύσης Μαρίνος: Ναι. Είναι η αλήθεια μου, η αλήθεια σου και η αλήθεια. Υπάρχουν τουλάχιστον 3 αλήθειες. Βέβαια, το εσώτατο σημείο  μας μας απασχολεί και θέλουμε να το γνωρίσουμε.

Ελένη Γουρνέλου: Ίσως γιατί δεν μπορούμε να εξηγήσουμε και τον θάνατο που μας απασχολεί και ως παράδοξο της ζωής. Πιστεύουμε ότι οι άλλοι θα πεθάνουν ενώ εμείς όχι και κάνουμε τα πάντα για να τον ξορκίσουμε.

Διονύσης Μαρίνος: Μα επειδή υπάρχει το πεπερασμένο της ζωής υπάρχει και η τέχνη. Αν ήμασταν αιώνιοι μάλλον θα ήμασταν ακόμα στις σπηλιές.

Ελένη Γουρνέλου: Μας βοηθάει, βέβαια,  η φαντασία μας σε αυτό αλλά και η εννοιολόγηση που κάνουμε στα πράγματα…Διονύση, εσύ είσαι από αυτούς που χρησιμοποιούν αρκετά το διαδίκτυο τόσο για τις βιβλιοκριτικές όσο και για τα άρθρα σου, συνεντεύξεις και μικρά αποσπάσματα σκέψεων κ.λ.π. στο fb. Θεωρείς ότι το διαδίκτυο είναι παραγωγικό για τις ανθρώπινες σχέσεις ή απλά εκεί οι άνθρωποι ακούν την ηχώ τους; Το λέω αυτό γιατί πολλοί ‘φίλοι’ εκεί επαναλαμβάνονται σαν ένα είδος ναρκισσισμού και αυτοπροβολής της εικόνας τους και πολύ λιγότερο αναφέρονται σε ανταλλαγές που θα ήταν χρήσιμες για τη σκέψη. Μηρυκάζουν, δηλαδή, τα πράγματα και μετρούν τα like.

Διονύσης Μαρίνος: Ο καθένας αποφασίζει πώς θέλει να το χρησιμοποιήσει και αναλόγως προχωρά. Αν το χρησιμοποιείς για το έργο και τη σκέψη σου και  θέλεις να τα μοιραστείς η χρήση είναι λελογισμένη. Εγώ είμαι αρκετές ώρες γιατί δουλεύω σε site οπότε είναι αυτονόητο. Έχει αλλάξει και η δημοσιογραφία από έντυπη σε ηλεκτρονική. Σε ο,τι αφορά τα media ποτέ δεν σκέφτηκα να προβάλω κάτι διαφορετικό από αυτό που είμαι. Τα θέματά μου είναι συγκεκριμένα. Δεν κάνω τη προσωπική μου ζωή φέιγ βολάν -δεν έχω αυτή τη λογική. Λέω κάποιες μικρές ιστορίες για να κινητοποιήσω κάποιους αλλά κι εμένα, προβάλω τη δουλειά μου χωρίς να ανεβάζω επιτακτικά μόνο και μόνο για να υπάρξω.

Ελένη Γουρνέλου: Αυτή, ωστόσο, η μορφή δημοσιότητας λειτουργεί εφήμερα σαν μια επαναλαμβανόμενη χιονοστιβάδα χωρίς τέλος. Πόσο αυτό, όμως, αφήνει αυτή την απαραίτητη σιωπή για την αυτογνωσία που μιλήσαμε αλλά και για την ανάπτυξη του ανθρώπου. Την απόλαυση ενδεχομένως και την ονειροπόληση που μας δίνει ένα βιβλίο ας πούμε. Με το διαδίκτυο κινδυνεύουμε αφενός να εθιστούμε και αφετέρου ν’ αποφύγουμε ο,τιδήποτε σημαντικό μας αφορά κι αυτό γιατί η ευκολία που έχει ως μέσον μας διευκολύνει ν’ αποφύγουμε τον εαυτό μας.

Διονύσης Μαρίνος: Το καταλαβαίνω. Σκέψου να είχαμε μια διακοπή στο ηλεκτρικό. Πολλοί άνθρωποι θα αισθάνονταν στο αίμα τους, στο σώμα τους ένα σοκ. Η αλήθεια είναι ότι από τη μια τα media έδωσαν τη δυνατότητα να γράψει ο καθένας ό,τι θέλει και να αποκτήσει φωνή διατηρώντας ακόμα και την ανωνυμία του. Δόθηκε, λοιπόν, ένα κομμάτι ισοτιμίας σε ανθρώπους αλλά από την άλλη το πράγμα είναι τόσο χαοτικό, πλέον, όπου στην πραγματικότητα η μια φωνή επικαλύπτει την άλλη.

Ελένη Γουρνέλου: Ίσως σε αυτό να έχει συμβάλλει ότι άνθρωπος έχει περιορίσει τον χώρο του που είναι ζωτικό κομμάτι του. Έχει λείψει η γειτονιά και οι συναντήσεις που γινόντουσαν ας πούμε ακόμα και ο χώρος κάποιων εκδόσεων όπου οι άνθρωποι μαζεύονται για να ανταλλάξουν σκέψεις.

Διονύσης Μαρίνος: Δεν διαφωνώ. Σε ο,τι δε έχει να κάνει με τη λογοτεχνία και τα social media πιστεύω ότι έχουν κάνει μεγάλο κακό στα βιβλία κι αυτό γιατί πολλοί άνθρωποι διαβάζοντας ένα ποίημα αποσπασματικά ή ένα κείμενο στο fb,  θεωρούν ότι είναι ισότιμο με το διάβασμα ενός βιβλίου. Έτσι κι αλλιώς η σχέση των Ελλήνων με τα βιβλιοπωλεία είναι εχθρική ή μάλλον είναι μη σχέση…οπότε έχεις δίκιο ότι τα media αναστέλλουν την ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου να διαβάσει ολοκληρωμένα ένα βιβλίο.

Ελένη Γουρνέλου: Παραδίδεις διαδικτυακά αλλά και ζωντανά μαθήματα δημιουργικής γραφής. Ξεκίνησες με τον Χρήστο Αγγελάκο και, μετά την απώλειά του, εδώ και ένα χρόνο,  συνεχίζεις μόνος σου. Ίσως, ξέρεις, τα μαθήματα δημιουργικής γραφής να έχουν υποκαταστήσει αυτό που λέγαμε προηγουμένως για τις παρέες και τις συζητήσεις που γινόντουσαν σε εκδοτικούς οίκους, πατάρια, καφενεία κλπ. Στα μαθήματα αυτά μαθαίνουν κάποιες τεχνικές αλλά θα ήθελα να μου πεις πώς κι έχει προκύψει αυτό. Όλοι θέλουν να γίνουν εν τέλει συγγραφείς και βγαίνει κάτι μέσα από αυτό, πράγματι;

Διονύσης Μαρίνος: Όντως, περισσότεροι στην Ελλάδα περισσότεροι γράφουν παρά διαβάζουν. Πικρή αλήθεια. Οι Έλληνες θέλουν να εκφραστούν μέσα από τον γραπτό λόγο και υπάρχει μια μακρά παράδοση σε αυτό. Σε πολλούς υπάρχει η ανάγκη να τα βγάλουν από μέσα τους κι αναζητούν τον τρόπο. Υπάρχει και ανάγκη, επίσης, της συνάφειας, αυτό που είπες για την παρέα που μαζεύεται για τους ίδιους λόγους. Έχω μαθητές εδώ και 6-7 χρόνια και είναι πια μια οικογένεια. Συναντιούνται εκτός μαθήματος γιατί έχουν να κουβεντιάσουν για τη λογοτεχνία κ.α, κοινά ενδιαφέροντα. Βέβαια, κατηγορηματικά θα έλεγα ότι τα μαθήματα αυτά, δεν σε κάνουν συγγραφέα. Όποιος το πιστεύει αυτό πλανάται. Το να γίνεις συγγραφέας σημαίνει προσωπική καθημερινή δουλειά. Διάβασμα, προσήλωση. Ωριμότητα ενδεχόμενα. Τα μαθήματα σου δείχνουν έναν πιο σύντομο δρόμο μέσω τεχνικών. Οι τεχνικές είναι χρήσιμες αλλά δεν είναι παρά ένα αρχιτεκτόνημα. Αυτό μπορεί να είναι εξωτερικά ωραίο αλλά εσωτερικά μπορεί να μην έχει ψυχή. Τα μαθήματα μπορούν να σε κάνουν καλύτερο αναγνώστη γιατί μαθαίνεις να διαβάζεις καλύτερα βιβλία, σου μαθαίνουν συγγραφείς που δεν γνώριζες, ένα άλλο κομμάτι είναι να διαβάζουμε μαζί επιλεγμένα διηγήματα, πράγμα που το κάνω μαζί με τους μαθητές μου, μια επιπλέον γνώση, επίσης, για τη σημερινή λογοτεχνία που πριν δεν την είχαν. Φυσικά χρειάζονται και οι παλιοί συγγραφείς.  Όλα χρειάζονται! Όμως, για να γράψεις πρέπει να δεις τι γίνεται σήμερα. Οπότε, τα μαθήματα δίνουν ένα κίνητρο και ανάβουν τη σπίθα. Από εκεί και πέρα είναι προσωπικό τους στοίχημα για το πότε και αν θα βγάλουν κάποιο βιβλίο. Το ίδιο και η δημιουργία. Δεν ανταγωνίζεσαι κανέναν άλλο παρά μόνο τον εαυτό σου.

Ελένη Γουρνέλου: Στα βιβλία σου όπως π.χ. στα «Χαμένα κορμιά» βλέπουμε να σε απασχολεί και η πολιτική. Σε άρθρα σου, επίσης. Πόσο πολιτικός  μπορεί να είναι ένας συγγραφέας και πόσο μπορεί να προβληματίζει τον αναγνώστη;

Διονύσης Μαρίνος: Τα πάντα είναι πολιτική. Κι ο έρωτας είναι πολιτική και το φαγητό είναι πολιτική. Είμαστε πολιτικά όντα. Το δικό μου άλλοθι είναι ότι δεν ήμουν σε κανένα κόμμα και αυτό μου δίνει το δικαίωμα να ασκώ κριτική. Έχω δική μου πολιτική άποψη και μπορώ να την καταθέσω. Οφείλω και ως δημοσιογράφος να έχω άποψη αλλά δεν την επιβάλλω. Κι αυτό που είπα και προηγουμένως ισχύει ότι, δηλαδή, ο κόσμος αναζητά να κατατίθενται οι απόψεις των καλλιτεχνών για τη πολιτική και αυτό γίνεται πολλές φορές όχι γιατί τους ζητείται αλλά γιατί η τέχνη εμπεριέχει και τον πολιτικό προβληματισμό και τη στάση. Αν θέλουμε να τους ακούσουμε ή να τους αποδομήσουμε είναι άλλο πράγμα….Δεν μπορεί ο δημιουργός να μη συμμετέχει στο πολιτικό παίγνιο…

Ελένη Γουρνέλου: Διονύση, επειδή αναφέρεσαι στα βιβλία σου συχνά στο θέμα της υπαρξιακής μοναξιάς θα ήθελα να σε ρωτήσω πόσο έντονη, κατά τη γνώμη σου, είναι αυτή σήμερα; Αυτή δε η συνείδηση του εφήμερου που λέγαμε προηγουμένως πόσο μας απομακρύνει από τις σχέσεις μας με τους άλλους και από τη συλλογικότητα που, ενδεχομένως, να έφερνε και καλύτερα αποτελέσματα στην πολιτική;

Διονύσης Μαρίνος: Η μοναξιά με τα εφτά πετσιά που έλεγε και ο Νίτσε. Είμαστε μαζί με τους άλλους αλλά και μόνοι μας. Είναι στοιχείο του ανθρώπινου πολιτισμού. Μπορεί και να σου επιβάλλεται…να γίνεσαι αποσυνάγωγος. Δεν επικοινωνείς. Προφανώς, οι σύγχρονες κοινωνίες είναι πιο επιθετικές και άγριες. Τουλάχιστον οι δυτικές. Μιλάμε για απομόνωση και αυτό πρέπει να μετριαστεί. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν κανέναν δίπλα τους και ούτε καν τον εαυτό τους ως τελευταίο αποκούμπι. Η ύστατη μοναξιά. Η αποκοπή του εσωτερικού σου εαυτού.

Ελένη Γουρνέλου: Εσύ πως γεμίζεις καθημερινά τις μπαταρίες σου;

αρχείο λήψης 1 2Διονύσης Μαρίνος: Με τα μαθήματα που έχω καθημερινά, με 30-40 σελίδες που θα διαβάσω. Οι λέξεις δίνουν δύναμη, Οι εικόνες, επίσης. Στην πραγματικότητα υπάρχουν λίγα πράγματα που μας δίνουν χαρά…τα υπόλοιπα είναι δημιουργήματα. Δεν είναι αληθινές ανάγκες μας.

Ελένη Γουρνέλου: Μέσα από αυτή, λοιπόν,  την απλότητα που αναφέρεις τι είναι για σένα ένα σημαντικό πράγμα ή ένας μπούσουλας στον οποίο ανατρέχεις σαν μια δική σου, μοναδική αλήθεια και το οποίο σε καθορίζει και σαν άνθρωπο; Δεν μιλάω μόνο για το διάβασμα και τη γραφή…κάτι άλλο που σε κινητοποιεί.

Διονύσης Μαρίνος: Νομίζω η μεγάλη διερώτηση του ποιος είμαι, γιατί είμαι εδώ, ποιος είναι ο λόγος….γύρω από αυτά τα ερωτήματα μού συμβαίνουν τα πάντα. Και μαζί  μ’ εμένα και όλοι οι άλλοι. «Κανείς άνθρωπος δεν είναι νησί»…περιβαλλόμαστε από άλλους γύρω μας, ένα σύμπλεγμα νησιών. Κι αυτό είναι ένα ερώτημα που με ενδιέφερε πάντα και μα ανατροφοδοτούσε.

Ελένη Γουρνέλου: Σε ευχαριστώ πολύ και σου εύχομαι να ανατροφοδοτείς εσένα αλλά και τους γύρω μας.

Διονύσης Μαρίνος: Σε ευχαριστώ πολύ κι εγώ!

*Η ΕΛΕΝΗ ΓΟΥΡΝΕΛΟΥ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Στη συνέχεια μετακινήθηκε στη Λέσβο εξαιτίας του Ο. Ελύτη και του Ασημάκη Πανσέληνου και από το 1994 εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Οι βασικές σπουδές της είναι στο αντικείμενο «Σπουδές στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό» της Σχολής Ανθρωπιστικών Σπουδών του ΕΑΠ και το Msc της στη «Κοινωνική Ανθρωπολογία και Ιστορία του Πανεπιστημίου Αιγαίου». Έχει συνεργαστεί με το ραδιοφωνικό σταθμό ΑΙΟΛΟΣ της Μυτιλήνης και τον ΕΜΠΝΕΥΣΗ της Σύρου σε εκπομπές με συνεντεύξεις με ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων. Έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή με τίτλο: «Αστρολάβος» και αρθρογραφεί  σε εφημερίδες της Λέσβου και της Σύρου. Από το 2018 διαμένει μόνιμα στην Ερμούπολη όπου συνεχίζει να εργάζεται στο Πανεπιστήμιο. Μόνιμο ενδιαφέρον και συνοδοιπόρος στη ζωή ο πολιτισμός και η τέχνη, όχι σαν εξαίρεση ,αλλά σαν καθημερινότητα.