Τζάνγκο Ράινχαρτ:ο Βέλγος κορυφαίος μουσικός της ευρωπαϊκής τζαζ (video)

Ο Βέλγος κιθαρίστας Τζάνγκο Ράινχαρτ είναι ο κορυφαίος μουσικός που ανέδειξε η προπολεμική ευρωπαϊκή σκηνή της τζαζ. Αυτοδίδακτος κιθαρίστας, έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Γαλλία και ήταν ο μόνος που το παίξιμό του μπορούσε να αναμετρηθεί με εκείνο των καλύτερων αμερικανών του είδους.

Ο τσιγγάνικης καταγωγής Ζαν Ράινχαρτ («Ρενάρ» η ορθή προφορά του επωνύμου του στα Γαλλικά) γεννήθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1910 στο Λιμπερσί της Βαλονίας. Το «Τζάνγκο», σύμφωνα με διαφορετικές ερμηνείες των βιογράφων του, είτε προέρχεται από τσιγγάνική λέξη και σημαίνει «είμαι ξύπνιος», είτε είναι υποκοριστικό του «Ζαν» που είναι εν χρήσει στην περιοχή της Βαλονίας. Από μικρός περιπλανήθηκε με τους γονείς του στο Βέλγιο και την Γαλλία και έδειξε έφεση στην μουσική μαθαίνοντας μόνος του κιθάρα, βιολί και μπάντζο.

Το 1927 παντρεύτηκε την Μπέλα Μάγιερ, ένα κορίτσι από τον τσιγγάνικο καταυλισμό, όπου ζούσε. Προτού χωρίσουν το 1929 απέκτησαν ένα γιο του, τον Λουσόν Ράινχαρτ(1929-1992), που ακολούθησε τα βήματα του πατέρα του. Ο Τζάνγκο είχε ήδη αρχίσει να γίνεται γνωστός στους μουσικούς κύκλους, όταν μια φωτιά στην σκηνή του, στις 2 Νοεμβρίου 1928, παρ’ολίγο να του κοστίσει την ζωή. Έπαθε εγκαύματα σε μεγάλο μέρος του σώματός και οι γιατροί αναγκάστηκαν να του κόψουν δύο δάχτυλα του αριστερού του χεριού, ενώ χάρη στην επιμονή διέσωσε το ένα πόδι του.

Πολλοί πίστεψαν ότι η πολλά υποσχόμενη καριέρα του είχε καταστραφεί. Αυτός δεν το έβαλε κάτω και τα επόμενα χρόνια ανέπτυξε μια τεχνική που τον κατέστησε αντικείμενο θαυμασμού όχι μόνο από τους ομοτέχνους της εποχής του, αλλά και από αυτούς του σήμερα. Έπαιζε κιθάρα με ανορθόδοξους δαχτυλισμούς και η ικανότητά του να σκαρώνει μελωδίες υλοποιήθηκε με τη ιδιορρυθμία του παιξίματός του.

 

Το 1934, μαζί με τον βιολονίστα Στεφάν Γραπελί σχημάτισαν το περίφημο συγκρότημα «Quintette du Hot Club de France», που διατηρήθηκε έως το 1948. Ήταν το πρώτο συγκρότημα της τζαζ με βασικό σολιστικό όργανο την κιθάρα. Από τις συνθέσεις του Ράινχαρτ, που ξεπερνούν τις εκατο, ξεχωρίζουν τα κομμάτια «Minor Swing», «Daphne», «Belleville», «Djangology», «Swing ’42» και «Nuages». Μια ηχογράφηση που έμεινε ιστορική ήτν η διασκευή σε σουίνγκ του πρώτου μέρους του κοντσέρτου για δύο βιολιά του Μπαχ με τίτλο «Interpretation swing et Improvision sur le premier mouvement du concerto en re mineur pour deux violon par Jean Sebastian Bach»

Ο Ράινχαρτ ηχογράφησε με σημαντικούς μουσικούς που επισκέπτονταν την Γαλλία, όπως ο σαξοφωνίστας Κόλμαν Χόκινς και ο κλαρινετίστας Μπένι Κάρτερ. Το 1946 περιόδευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες με την ορχήστρα του Ντιούκ Έλινγκτον και αποθεωνόταν σε κάθε του εμφάνιση. Ήταν άλλωστε ο μοναδικός ευρωπαίος τζάζμαν που επηρέασε αμερικανούς μουσικούς του είδους.

Κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και με δεδομένο ότι οι τσιγγάνοι είχαν στιγματιστεί και η τζαζ ήταν απαγορευμένη από τους Ναζί ως «εκφυλισμένη τέχνη», ο Ράινχαρτ πέρασε δύσκολα χρόνια στην κατεχόμενη Γαλλία και την Γαλλία του Βισύ και απέφυγε την σύλληψη χάρη σε ένα γερμανό αξιωματικό, λάτρη της τζαζ. Το 1943 παντρεύτηκε για δεύτερη φορά την Σοφί Ζίγκλερ με την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Μπαμπίκ Ράινχαρτ (1944-2001), που ακολούθησε, όπως και ο ετεροθαλής αδελφός του τα βήματα του πατέρα του.

Ο Τζάνγκο Ράινχαρτ έφυγε από την ζωή ανεπάντεχα από εγκεφαλική αιμορραγία στις 16 Μαΐου 1953, ενώ κατευθυνόταν στο σπίτι του, ύστερα από μια συναυλία σε κλαμπ του Παρισιού..

Στο μεγαλύτερο μέρος τής σταδιοδρομίας του, ο Ράινχαρτ υπηρέτησε το στιλ του σουίνγκ. Η πιο σημαντική του ίσως συμβολή στην τζαζ ήταν η εισαγωγή διαφόρων σάλο που βασίζονταν στον μελωδικό αυτοσχεδιασμό, σε μια εποχή που οι κιθαριστές έπαιζαν συνήθως συγχορδιακά σόλο. Οι αμίμητοι αυτοσχεδιασμοί
του, ιδιαίτερα εκείνοι σε αργό τέμπο, αποτελούσαν συχνά ένα παράξενο, αλλά γοητευτικό μίγμα στοιχείων τσιγγάνικης μουσικής και τζαζ.

Ανάμεσα στους σύγχρονους θαυμαστές του είναι οι ροκ κιθαρίστες Τζεφ Μπεκ, Τζέρι Γκαρσία (1942-1995), Τόνι Αϊόμι, Άντριου Λάτιμερ των Camel και ο αειθαλής Γουίλι Νέλσον.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/