Μένης Κουμανταρέας: ένας σπουδαίος `Ελληνας πεζογράφος

 

Γράφει ο Νίκος Βατόπουλος στην Καθημερινή για το βιβλίο του Μένη Κουμανταρέα Βιοτεχνία Υαλικών

Στη γωνία της οδού Πειραιώς με την Ιερά Οδό, στέκεται η «Βιοτεχνία Υαλικών» της φαντασίας. Ξαναδιάβασα αυτό το μυθιστόρημα του Μένη Κουμανταρέα σε μια όμορφη έκδοση του «Κέδρου» από το 1978 (γ΄ έκδοση) με τα σχέδια της Ερικας Ευαγγελίδου. Κρουστό το χαρτί, βαρύ, με αίσθηση που σπάνια βρίσκεις πια. Χέυδεν 12, έμενε τότε ο Μένης Κουμανταρέας, όπως διαβάζω στα στοιχεία του κόπιραϊτ, στην καρδιά της αστικής Αθήνας της νεότητάς του. Συχνά αναφερόταν στην ακτίνα της πλατείας Βικτωρίας και μπορεί κανείς να τον φανταστεί λυγερό νεαρό στην 3ης Σεπτεμβρίου ή στην Πατησίων τα χρόνια του ’50.

Στις σελίδες της «Βιοτεχνίας Υαλικών», που γράφτηκε τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’70, αναδύεται σε πολλές σελίδες το Γκάζι, μέσα σε ατμούς μνήμης. Βγαίνει όλη η υγρασία και η θαμπάδα της πίσω πόλης, στο υπογάστριο του Κεραμεικού, στις παρυφές του Ρουφ, στα ίχνη των αρχαίων δρόμων. Μια Αθήνα αρχέγονη, αδιάλειπτη, ακύμαντη και διαχρονική. Ερχεται στον νου το Γκαζοχώρι όπως το είχε ζωγραφίσει ο Γιάννης Τσαρούχης για το ημερολόγιο της ΑΓΕΤ-Ηρακλής το 1965, λίγα χρόνια πριν γράψει ο Μένης Κουμανταρέας τη δική του «Βιοτεχνία Υαλικών» (1971-74), που «στεγαζόταν στο ισόγειο ενός δίπατου σπιτιού, στη συμβολή Πειραιώς και Ιεράς Οδού, εκεί όπου παλιότερα ήταν η λαχαναγορά και τώρα ο δήμος έχει φυτέψει ένα παρκάκι». Ηταν μια πολύ φτωχή περιοχή, κανείς δεν πήγαινε εκεί αν δεν είχε δουλειά, έναν φίλο ή συγγενή. Ποιος να φανταζόταν τότε ότι η Ιερά Οδός θα είχε νυχτερινά κέντρα και μπράβους και το Γκάζι θα ήταν αυτό που είναι;

Εκεί όπου βρίσκεται η Τεχνόπολη, υπήρχε μια άλλη υπερρεαλιστική πόλη, όπου «μέσα από τους λέβητες και τις καμινάδες, οι ατμοί ανέβαιναν τυλίγοντας το τετράγωνο σε ομίχλη, και το συρματόπλεγμα, γύρω, θύμιζε κατοχή». Βυτιοφόρα και νταλίκες «μάστιζαν την περιοχή», προς τα στενά του Ρουφ, «πηγμένα από συνεργεία αυτοκινήτων», ακολουθούσαν πάντα «οι αναθυμιάσεις από το Γκάζι».

Αυτή η πόλη, δυο βήματα από το Θησείο ή την Ομόνοια, είναι ακόμη θαμμένη, σαν αρχαιότητες σε κατάχωση, κάτω από τη σύγχρονη ζωή, ή δίπλα, σαν σπάραγμα μιας άλλης αστικής εμπειρίας. Εκείνο το Γκάζι της «Βιοτεχνίας Υαλικών» προκαλεί μελαγχολία, αλλά εκλύει και μια ατμόσφαιρα ποίησης σε ένα καθεστώς σιωπής, όπως το βλέπουμε από την τωρινή συγκυρία, που έχει σβήσει τις φωνές όσων πέρασαν. Με τη γειτνίαση του αρχαίου νεκροταφείου του Κεραμεικού, αιωρείται μια αίσθηση αστικού τοπίου, ζωντανών και τεθνεώτων, σε ένα αμάλγαμα χρονικής παλινδρόμησης. Τις διαδρομές των Αθηναίων, σαν «τη διαδρομή ενός άνθους την περιγράφει μόνο η σιωπή», όπως λέει ο ποιητής Χρήστος Αναγνωστόπουλος («Ενα παιδί λευκαίνει το ποίημα», εκδ. Ροδακιό). Αλλά ο Κουμανταρέας δεν μιλάει για τη σιωπή, αν και την υπονοεί με βουβές εντάσεις. Εξυφαίνει ένα αστικό ανάπτυγμα με πυκνούς κόμπους και μιλάει επί της ουσίας για μια βαθιά ανθρωπογεωγραφία με αρχιτεκτονική που βασίζεται στις νοητές συντεταγμένες της Αθήνας: Πειραιώς, Πατησίων, Συγγρού, Φιλελλήνων. Αναφορές στη γωνία Πιπίνου και Αχαρνών, «το σπίτι που είχαν νοικιάσει με τον πατέρα της, το μπαλκόνι με τα γεράνια τα καλοκαίρια», γεννούν σπασμό. Σαν βρυχηθμός φτάνει ο ήχος της Αθήνας.

 

Ο σπουδαίος έλληνας πεζογράφος Μένης Κουμανταρέας 

 

Από τους σπουδαιότερους έλληνες πεζογράφους, γνωστός στο ευρύ κοινό από το μυθιστόρημά του «Η φανέλα με το 9», που μετέφερε στη μεγάλη οθόνη ο Παντελής Βούλγαρης το 1988.

Ο Αριστομένης Κουμανταρέας γεννήθηκε στις 17 Μαΐου 1931 στην Αθήνα και ήταν γιος του τραπεζικού και χρηματιστή Αντώνη Κουμανταρέα. Το 1948 έζησε για έξι μήνες κοντά στον αδερφό του πατέρα του στο Λονδίνο, όπου ήρθε σε επαφή με την εκεί πολιτιστική κίνηση. Τον επόμενο χρόνο αποφοίτησε από το Πρότυπο Λύκειο Αθηνών και τη συνέχεια σπούδασε νομικά και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο ναυτικό ως υποκελευστής και στη συνέχεια εργάστηκε για είκοσι χρόνια ως υπάλληλος σε ναυτιλιακές και ασφαλιστικές εταιρειών.

Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1961, με μεταφράσεις έργων των Αλμπέρτο Μοράβια, Έρνεστ Χέμινγουεϊ και Τζέιμς Τζόις, στο περιοδικό «Ταχυδρόμος». Το πρώτο βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Τα μηχανάκια», κυκλοφόρησε το 1962 και περιλαμβάνει ιστορίες καταπιεσμένων εφήβων της εποχής, που αναζητούν διέξοδο στις παρορμήσεις και τα όνειρά τους.

Κατά τη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας πήρε μέρος στην αντιστασιακή έκδοση «Δεκαοχτώ Κείμενα» και οδηγήθηκε τρεις φορές σε δίκη για το δεύτερο βιβλίο του «Το αρμένισμα», που είχε τιμηθεί με κρατικό βραβείο διηγήματος. Το 1969 αποδέχθηκε υποτροφία του ιδρύματος «Φορντ», η οποία συνετέλεσε στην ολοκλήρωση του μυθιστορήματός του «Βιομηχανία Υαλικών» και το 1972 σπούδασε με υποτροφία στο Βερολίνο για έξι μήνες.

Το βιβλίο του «Δύο φορές Έλληνας», μία τοιχογραφία της ελληνικής κοινωνίας από το 1949 έως το 1990, αποτέλεσε μεγάλη εκδοτική επιτυχία το 2001. Κείμενά του δημοσιεύτηκαν σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά, όπως τα «Εκλογή», «Επιθεώρηση Τέχνης», «Τραμ», «Ηριδανός», «Ο Ταχυδρόμος», «Οδός Πανός», «Η Λέξη».

Τιμήθηκε τέσσερις φορές με το κρατικό βραβείο πεζογραφίας (1967 για το «Αρμένισμα», 1975 για τη «Βιοτεχνία Υαλικών», το 1997 για τη συλλογή « Η μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω» και το 2002 για τον «Ωραίο Λογαχό»). Το 2001 έλαβε το βραβείο Blue Book για το μυθιστόρημά του «Ο ωραίος λοχαγός». Το 2008 η Ακαδημία Αθηνών τον τίμησε για το σύνολο του έργου του.

Έργα του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, ρωσικά γερμανικά, ενώ ο ίδιος μετέφρασε κυρίως αγγλοσάξωνες συγγραφείς. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και από το 1982 ως το 1986 διετέλεσε μέλος του Δ.Σ. της Εθνικής Λυρικής Σκηνή.

Το 1971 έγραψε το σενάριο της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη «Το προξενιό της Άννας», ενώ τρία δικά του έργα μεταφέρθηκαν στο θέατρο, τη μικρή και τη μεγάλη οθόνη: «Κυρία Κούλα» (το 1983 στην τηλεόραση σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου και το 1987 στο θέατρο σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη), «Τα Καημένα» (το 1987 για την τηλεόραση σε σκηνοθεσία Γιάννη Διαμαντόπουλου) και «Η φανέλα με το 9» (το 1988 για τον κινηματογράφο σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη).

Ο Μένης Κουμανταρέας τοποθετείται χρονολογικά στη λεγόμενη δεύτερη μεταπολεμική γενιά της ελληνικής πεζογραφίας. Η γραφή του κινείται στα όρια ανάμεσα στον κοινωνικό ρεαλισμό με έμφαση στην απεικόνιση των αλλοτριωτικών κοινωνικών μηχανισμών και την ποιητική έκφραση του αισθήματος της φθοράς και της χαμένης αθωότητας της νεανικής ηλικίας.

Ο Μένης Κουμανταρέας βρέθηκε δολοφονημένος στο διαμέρισμά του στην Κυψέλη τα ξημερώματα της 6ης Δεκεμβρίου 2014. Στις 2 Ιουλίου 2016 το Πρωτοβάθμιο Κακουργιοδικείο επέβαλε ισόβια κάθειρξη στους δύο κατηγορούμενους για την άγρια δολοφονία του.

Εργογραφία

Πεζογραφία

  • Τα μηχανάκια (Φέξης, 1962)
  • Το αρμένισμα (Κολλάρος, 1967)
  • Τα καημένα (Κέδρος, 1972)
  • Βιοτεχνία υαλικών (Κέδρος, 1975)
  • Η κυρία Κούλα (Κέδρος,1978)
  • Το κουρείο (Κέδρος, 1979)
  • Σεραφείμ και Χερουβείμ (Κέδρος, 1981)
  • Ο ωραίος λοχαγός (Κέδρος,1982)
  • Η φανέλλα με το εννιά (Κέδρος, 1986)
  • Πλανόδιος σαλπιγκτής (Κέδρος, 1989)
  • Η συμμορία της άρπας (Κέδρος, 1993)
  • Θυμάμαι τη Μαρία (Καστανιώτης, 1994)
  • Η μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω (Κέδρος, 1996)
  • Δύο φορές Έλληνας (Κέδρος, 2001)
  • Nώε (Κέδρος, 2003)
  • Η γυναίκα που πετάει (Κέδρος, 2006)
  • Θυμάμαι την Μαρία (Καστανιώτης, 2007)
  • Το Show είναι των Ελλήνων (Κέδρος, 2008)
  • Σ’ ένα στρατόπεδο άκρη στην ερημιά (Κέδρος, 2009)
  • Ξεχασμένη φρουρά (Καστανιώτης, 2010)
  • Οι αλεπούδες του Γκόσπορτ (Κέδρος, 2011)
  • Ο θησαυρός του χρόνου (Πατάκης, 2014)

Μετάφραση

  • Χέρμαν Χέσε, Ντέμιαν (1961)
  • Κάρσον ΜακΚάλερς, Η μπαλάντα του λυπημένου καφενείου (1969)
  • Γουίλιαμ Φόκνερ, Καθώς ψυχορραγώ (1970)
  • Λιούις Κάρολ, Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων (1972)
  • Γκέοργκ Μπίχνερ, Λεντς (1977)
  • Χέρμαν Μέλβιλ,, Μπάρτεμπλυ ο γραφιάς και άλλες ιστορίες (Οδυσσέας, 1980)
  • Φ.Σ. Φιτζέραλντ , Το πλουσιόπαιδο (1980, 1996)
  • Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Οι φονιάδες (Κέδρος, 1995)
  • Ε.Α Πόε, Στη δίνη του Μάελστρομ (Κέδρος, 1995)
  • Χέρμαν Μέλβιλ, Τρεις απόκληροι. Μπάρτλεμπυ, ο γραφιάς. Ο βιολιστής. Τζίμυ Ρόουζ (Καστανιώτης, 2010)

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/11