Πόσο ακριβά μπορεί να πουλάει σήμερα (ως μόδα) ένα τελικά ενδυματολογικό ισοδύναμο της φτώχειας
Γράφει ο Θανάσης Δρίτσας
Στιγμιότυπο 2020 05 23 6.54.26 μμ
Γιατί η κυρίαρχη προσέγγιση εξηγεί το φαινόμενο του μαζικού πάθους με τα σχισμένα τζιν ως «μόδα» και ποια υπήρξε η μετεξέλιξη του ενδύματος.

Πολύ στιλάκι έχει γίνει για μικρούς και μεγάλους-ιδιαίτερα τους εφήβους-το σχισμένο μπλου τζίν (blue jean). Μάλιστα η εικόνα του ενδύματος παραπέμπει στην πραγματική του προέλευση (υποσυνείδητος αυτόματος συνειρμός) που είναι ο συνδυασμός σκληρής εργασίας, φθοράς και φτώχειας. Μαθαίνω από τα παιδιά μου που γνωρίζουν πολλές πληροφορίες για «τα σχισμένα τζιν» ότι η τιμή ενός τέτοιου τζιν-που περιέχει μάλιστα περισσότερο κενό και λιγότερο ύφασμα-μπορεί να φτάσει τα 100-150 ευρώ. Πόσο ακριβά μπορεί να πουλάει σήμερα (ως μόδα) ένα τελικά ενδυματολογικό ισοδύναμο της φτώχειας! Το 1875 ο δημιουργός του μπλού τζιν Λιβάι (Levi Strauss) επέκτεινε την μικρή επιχείρησή του και εξασφάλισε τότε το λαμπρό μέλλον της Levi Strauss & Co. Μια δωδεκάδα τζιν του Λιβάι πωλούνταν έναντι 13 δολαρίων το 1875!

Ας εξετάσουμε όμως προσεκτικά την ιστορία του θρυλικού παντελονιού με βάση αξιόπιστες ιστορικές πηγές και ένα ενδελεχές γκουγκλάρισμα. Ο όρος «τζιν» έλκει την καταγωγή του από την Τζένοα και τους ναύτες που ταξίδευαν εκεί. Η ιταλική πόλη ήταν περίφημη για τα βελούδα, τα κοτλέ και τα βαμβακερά της υφάσματα εδώ και τουλάχιστον 3 αιώνες πριν από τη γέννηση του Λιβάι, αλλά και τα καραβόπανα φυσικά που χρησιμοποιούσαν οι ναυτικοί για την προστασία των αγαθών πάνω στο κατάστρωμα. Είναι λοιπόν από το χαρακτηριστικό μπλε χρώμα των καραβόπανων της Τζένοα, το γαλλικό «bleau de Genes», που προήλθε ο αγγλικός όρος «blue jeans», που αργότερα κουτσουρεύτηκε στο απλό «jeans». Ταυτοχρόνως, από τη γαλλική πόλη της Νιμ και το ανθεκτικό ύφασμα που κατασκευαζόταν εκεί, ένα είδος βαμβακερού καραβόπανου, προερχόταν ο όρος «de Nimes», που έγινε στις ΗΠΑ «denim», συνώνυμο δηλαδή του τζιν. Ασφαλώς και όλα αυτά ανήκουν στην προϊστορία του μπλε καραβόπανου, που μπορεί να ήταν ήδη γνωστό στην Ευρώπη από την εποχή του Χριστόφορου Κολόμβου (είναι πιθανό ότι τα πανιά των καραβιών του θρυλικού εξερευνητή που έφτασε στον Νέο Κόσμο το 1492 ήταν φτιαγμένα από τζιν ύφασμα) ουδείς όμως είχε σκεφτεί να το μετατρέψει σε ανθρώπινο ένδυμα.

Ήταν λοιπόν στα 1872 που η ιδέα σφηνώθηκε στον Λιβάι Στρος όταν ένας πελάτης στο χονδρεμπορικό του, ο ράφτης από τη Νεβάδα, Τζέικομπ Ντέιβις, του ζήτησε τη βοήθειά του: ο Ντέιβις, που προμηθευόταν καραβόπανο από τον Λιβάι, είχε αναπτύξει μια τεχνική για να κάνει το παντελόνι ανθεκτικότερο, χρησιμοποιώντας μεταλλικές κόπιτσες στις τσέπες. Τα παντελόνια του πολεμούσαν έτσι τη φθορά, καθώς οι τσέπες δεν σκίζονταν πλέον. Ως συνεργάτες πλέον, οι Στρος και Ντέιβις κατοχύρωσαν την πατέντα την επόμενη χρονιά. Ο Λιβάι μάλιστα έψαχνε εδώ και καιρό ένα ανθεκτικότερο παντελόνι για τις κακουχίες των χρυσοθήρων στα ποτάμια και τα ορυχεία της Άγριας Δύσης. Το πρώτο μπλου-τζίν με μεταλλικές κόπιτσες κυκλοφόρησε το 1873 και έγινε αμέσως ανάρπαστο. Το παντελόνι εργασίας όμως του Ντέιβις, κατασκευασμένο από το καραβόπανο που του προμήθευε ο Στρος, ήταν βαρύ και άκαμπτο, καθόλου κατάλληλο για ανθρώπινη χρήση. Οι χρυσοθήρες παραπονούνταν άλλωστε για δερματικούς ερεθισμούς που προκαλούσαν τα μπλουτζίν των δύο συνεργατών, μια λύση λοιπόν έπρεπε να βρεθεί. Αυτή τη φορά ήταν ο Λιβάι που κατέληξε στη χρυσή λύση: αντικατέστησε το καραβόπανο με το γαλλικό βαμβακερό από τη Νιμ, διαγώνιας μάλιστα ύφανσης, το οποίο ονομαζόταν στη Γαλλία «Serge de Nimes», «de Nimes» αρχικά στην Αμερική πριν κοπεί στο «denim» (ντένιμ, δίμιτο στα ελληνικά). Ταυτοχρόνως, ο Λιβάι έβαψε το μέχρι τότε μπεζ τζιν του με μπλε βαφή προκειμένου να κρυφτούν οι αντιαισθητικές ραφές και να λερώνεται λιγότερο. Ο Στρος έραβε τα πρώτα του τζιν προσλαμβάνοντας μοδίστρες που δούλευαν στα σπίτια τους. Όταν όμως η αγορά έδειξε ενδιαφέρον, ο Λιβάι ίδρυσε μια μικρή βιοτεχνία στο Σαν Φρανσίσκο για τη μαζικότερη παραγωγή τους. Το 1875 ο Λιβάι επέκτεινε την επιχείρησή του και εξασφάλισε έτσι το μέλλον της Levi Strauss & Co. Το 1875 ο Λιβάι επέκτεινε την επιχείρησή του και εξασφάλισε έτσι το μέλλον της Levi Strauss & Co. Μια δωδεκάδα τζιν του Λιβάι πωλούνταν έναντι 13 δολαρίων.

Τζιν παντελόνια

Προοδευτικά το τζιν (όχι μόνον μπλέ αλλά σε διάφορα χρώματα πλέον) έγινε παγκόσμια μόδα αφού υπέστη και τεράστια προώθηση μέσα από μεγάλα ονόματα σχεδιαστών μόδας. Σήμερα το επεξεργάζονται πάμπτωχα εργατικά χέρια ασιατών με μεροκάματο ύψους ολίγων λεπτών του ευρώ ενώ στις χώρες της Δύσης μοσχοπουλιέται προς 100-150 ευρώ (ίσως και πολύ ακριβότερα σε ορισμένες περιπτώσεις) το κομμάτι. Υπάρχει μάλιστα συστηματοποιημένη παραγωγή «σχισμένων» τζιν με ολίγον ύφασμα και πολλές τρύπες έτσι ώστε πρακτικά να ισοδυναμεί με ακριβή πώληση «κενού χώρου». Η έννοια της μόδας είναι και αυτή (εν μέρει) επινόηση της εποχής του marketing, είναι μια ασταθής και ευμετάβλητη έννοια η οποία βασίζεται σε μια κατευθυνόμενη καταναλωτική ψυχολογία.

Τα χρόνια περνούν, οι μόδες αλλάζουν. Από τις μεγάλες καμπάνες, από τα στενά στα φαρδιά και σήμερα στα σχισμένα ρούχα. Όσο πιο σχισμένο τόσο πιο μοδάτο, τόσο πιο μοντέρνο. Μάλιστα πριν από μερικά χρόνια μια φιλοζωική ομάδα κατάφερε να μαζέψει αρκετά χρήματα πουλώντας τρία ζευγάρια jeans τα οποία είχαν σχιστεί από λιοντάρια και τίγρεις. Η ομάδα Mineko club, σχεδίασε τα Zoo Jeans ώστε να συγκεντρωθούν χρήματα για την WWF και τον τοπικό ζωολογικό κήπο Kamine στην πόλη Hitachi. Οι εθελοντές έριξαν τα υφάσματα στα ζώα τα οποία όρμησαν πάνω τους, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα που τα μηχανήματα οίκων μόδας προσπαθούσαν πολύ καιρό να επιτύχουν. Τα σχισμένα παντελόνια πουλήθηκαν στην ιστοσελίδα Yahoo και η προσφορά ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Την μεγαλύτερη ζήτηση είχε μάλιστα το σχισμένο τζίν από λιοντάρι, η τιμή του έφτασε τα 1. 500 δολάρια. Μάλιστα η WWF επιβεβαίωσε τη δωρεά αλλά… διαφώνησε με την τεχνική!

Γυναίκα που φορά σκισμένο τζιν

Το άνοιγμα της κοινωνικής και οικονομικής ψαλίδας οδηγεί σήμερα σε φτωχοποίηση μια όλο και μεγαλύτερη μερίδα των κοινωνιών σε παγκόσμιο επίπεδο. Η κοινωνία του ευδαιμονισμού αφένος αντιμετωπίζει την φτώχεια ως «ανεπιθύμητη ασθένεια» αφετέρου χρησιμοποιεί τα σύμβολα της φτώχειας και του ανθρώπινου μόχθου ως εμπορικά προιόντα. Η κυρίαρχη απλουστευμένη προσέγγιση εξηγεί το φαινόμενο του μαζικού πάθους με τα σχισμένα τζιν ως τίποτε άλλο παρά «μόδα». Τα βαθύτερα νοήματα όμως «της μόδας των σχισμένων τζίν» και «της ακριβής πώλησης του τίποτα» αποτελούν, κατά τη δική μου άποψη, μάλλον σημεία των καιρών. Αυτές οι τάσεις πώλησης του άδειου, της φούσκας, του κενού χώρου θα πρέπει ίσως να προβληματίσουν όσους ελαχίστους εξ ημών (εξακολουθούν) να σκέπτονται.

AthensVoice.gr