H Πανελλήνια Φιλοζωική Ομοσπονδία, το ελάφι, η Κιτσοπούλου και το Ιδρυμα Ωνάση

Στη δικαιοσύνη  προσφεύγει η Πανελλήνια Φιλοζωική Ομοσπονδία για την ταινία της Λένας Κιτσοπούλου, όπου ζαρκάδι σφάχτηκε, γδάρθηκε και τεμαχίστηκε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, αντιδρώντας έντονα στην βάναυση κακοποίηση του ζώου.

«Κανένα «καλλιτεχνικό πρότζεκτ» δε νομιμοποιεί την απροκάλυπτη σφαγή ενός ζώου και θέλουμε να πιστεύουμε ότι το Ίδρυμα Ωνάση θα διαχωρίσει τη θέση του από αυτή τη βαρβαρότητα. Θεωρούμε το ζήτημα εξαιρετικά σοβαρό και αναθέσαμε σε δικηγόρο  να εξετάσει όλες τις νομικές πτυχές του θέματος ώστε να προβούμε σε ενέργειες ενώπιον των αρμοδίων Αρχών και Δικαστηρίων» αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σε ανακοίνωση της Ομοσπονδίας.

​Αναλυτικά η ανακοίνωση έχει ως εξής:

«Κανένα ζώο δεν κακοποιήθηκε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας. Σφάχτηκε, γδάρθηκε, τεμαχίστηκε… Ο λόγος για την ταινία μικρού μήκους ΛΑΛΚΑ της Λένας Κιτσοπούλου.

​Μόνη σχετική αναφορά στο σημείωμα της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση που χρηματοδότησε την ταινία: «Το έργο περιέχει σκηνές που μπορεί να θεωρηθούν ενοχλητικές από ορισμένους θεατές. Κατάλληλο άνω των 18 ετών».  Οι σκηνές που «μπορεί να θεωρηθούν ενοχλητικές από ορισμένους» περιλαμβάνουν το κοντινό και επίμονο πλάνο ενός σκοτωμένου ζαρκαδιού κρεμασμένου ανάποδα πάνω από το αίμα του, το ολοκληρωτικό γδάρσιμό του, το ξεκοίλιασμα του ζώου με ροκ υπόκρουση, η επίδειξη των εντοσθίων του πριν τα καταβροχθίσει ωμά ο κεντρικός ήρωας, διακηρύσσοντας, σε κατάσταση βακχικής χαράς, τη φιλοσοφία του και μήνυμα της ταινίας, να «αγαπήσουμε τα ένστικτά μας, να τα γιορτάσουμε, τουλάχιστον να μην τα καταπιέζουμε άλλο στον βωμό μιας δήθεν πολιτισμένης και ανελεύθερης ζωής». Στη γιορτή των ενστίκτων βίας, να προσθέσουμε τα τραχιά επιφωνήματα ηδονής, στον ρυθμό του τεμαχίσματος του ζαρκαδιού με μπαλτά.

​Η Πανελλήνια Φιλοζωική Ομοσπονδία δεν αντιλαμβάνεται με ποιον τρόπο η απροκάλυπτη σφαγή και το on camera γδάρσιμο ενός ζαρκαδιού, εντάσσονται στον σκοπό του προγράμματος ENTER της Στέγης «να συμπεριλάβουμε και να κατανοήσουμε το παρόν, να διδαχτούμε από αυτό, να το αφηγηθούμε και να το ξορκίσουμε, δημιουργώντας παράλληλα μια ψηφιακή χρονοκάψουλα που θα διατηρήσει τη μνήμη αυτής της εποχής για τις μελλοντικές γενιές». Η τέχνη δεν έχει υποχρέωση να είναι ούτε ωραία – ούτε χρήσιμη. Η ταινία, όμως, ούτε ντοκιμαντέρ για σφαγεία είναι, ούτε κάποια μάχη επιβίωσης καταγράφει, και οι ευθύνες της Στέγης για τη συγκεκριμένη ανάθεση και τη χρηματοδότηση της «ψηφιακής χρονοκάψουλας» της Κιτσοπούλου είναι αναμφισβήτητες: το πολιτιστικό προϊόν είναι και προτρέπει στην ωμή βία, προάγει την  επίθεση στην άγρια φύση ως τρόπο ζωής και συνυφαίνει την επιστροφή στα ένστικτα με την απόλυτη έλλειψη σεβασμού στα ζώα.

​Ως φιλοζωική οργάνωση, δεν θα μπούμε στον πειρασμό να σχολιάσουμε περισσότερο το εγχείρημα Κιτσοπούλου. Κανένα «καλλιτεχνικό πρότζεκτ» δε νομιμοποιεί την απροκάλυπτη σφαγή ενός ζώου και θέλουμε να πιστεύουμε ότι το Ίδρυμα Ωνάση θα διαχωρίσει τη θέση του από αυτή τη βαρβαρότητα. Θεωρούμε το ζήτημα εξαιρετικά σοβαρό και αναθέσαμε στον δικηγόρο μας κ. Γιώργο Νικόπουλο να εξετάσει όλες τις νομικές πτυχές του θέματος ώστε να προβούμε σε ενέργειες ενώπιον των αρμοδίων Αρχών και Δικαστηρίων.

πηγη

Η Λένα Κιτσοπούλου και το άγχος της πρόκλησης

Σε μια παλιά της συνέντευξη δήλωνε: «Θα ήθελα να μη δουλεύω, να μην κοπιάζω και να παίρνω μόνο βραβεία». Το νέο της μίνι φιλμ, «Λάλκα», την επιβεβαίωσε. Δεν φάνηκε ούτε να δούλεψε, ούτε να κόπιασε ιδιαίτερα για να το παράξει. Αντίθετα, το βραβείο που φάνηκε να αναζητά το πήρε και με το παραπάνω: έγινε αφορμή για ακόμα έναν εμφύλιο στα social media, κερδίζοντας μια πρόσκαιρη δημοσιότητα. Όχι ότι την είχε ανάγκη. Κάθε έργο που παρουσιάζει, φροντίζει να φλερτάρει έντονα με τα άκρα και ως γνωστόν κάθε άκρο εγείρει προβληματισμούς.

Αυτή τη φορά, μας προτείνει «να αγαπήσουμε τα ένστικτά μας, να τα γιορτάσουμε, τουλάχιστον να μην τα καταπιέζουμε άλλο στον βωμό μιας δήθεν πολιτισμένης και ανελεύθερης ζωής», όπως έγραψε στο σημείωμα που συνοδεύει το φιλμ, μέρος του project Enter του Ιδρύματος Ωνάση. Κάπως έτσι είδαμε την εξονυχιστική σφαγή και εκδορά ενός ζαρκαδιού, είδαμε ωμοφαγία, είδαμε άφθονο αίμα και πολλά αυτάρεσκα, ξεπερασμένα, συμπλεγματικά ευφυολογήματα του στιλ «Μην κόβετε το κάπνισμα όσοι καπνίζετε. Δεν είναι ευπαθής ομάδα ο καπνιστής. Ευπαθής ομάδα είναι αυτοί που δεν καπνίσανε ποτέ».

Υπάρχουν καλλιτέχνες που γκρεμίζουν μόνοι τους όσα χτίζουν με το μυαλό τους. Κάτι παρόμοιο έγινε κι εδώ. Μπορεί η ιδέα της να μιλήσει για «το δικαίωμα του ανθρώπου να αφήνει τον χρόνο να κυλάει χωρίς την έπαρση του να πράττει όλη την ώρα καλοσύνες και σπουδαία έργα» να ήταν ένα ενδιαφέρον πεδίο διερεύνησης, ο τρόπος όμως που επέλεξε να το κάνει πράξη, ήταν ρηχός, νηπιακός, δήθεν, άξεστος, επιπόλαιος, σχεδόν προσβλητικός γι’ αυτόν που το παρακολουθεί. Δεν θα σταθώ στις αντιρρήσεις για τις σφαγές των ζώων. Είναι μια πραγματικότητα που υπάρχει, τίποτα το σπάνιο ή το περίεργο. To πρόβλημα είναι στην εκτέλεση. Μια εκτέλεση που αν δεν ξέραμε ποια είναι η Κιτσοπούλου που υπογράφει (μια καλλιτέχνης που έχει δώσει άριστα δείγματα γραφής στο παρελθόν, με εξαιρετικές δουλειές και έργα-προτάσεις), θα συμφωνούσαμε ότι είναι ακατάλληλη γι’ αυτό που κάνει.

Η «Κοκκινοσκουφίτσα» της, μια δουλειά που έφτιαξε το 2014 πάλι για τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, ήταν εξίσου προκλητική. Είχε, όμως, ρυθμό, καλοκουρδισμένες ερμηνείες, έξυπνο χιούμορ. Σατίριζε την πρωτοπορία, όντας πρωτοποριακό. Σε καλούσε να συγκρουστείς με τη σκέψη της στα ίσα. Στην προκειμένη, μοιάζει σαν να σε καλεί να συγκρουστείς με κάποιον που δεν έχει τίποτα να χάσει. Κι αυτό είναι πάντα ενοχλητικό. Απ’ την πρώτη σκηνή, ο αέρας της υπερφίαλης βεβαιότητας «εγώ θα σας πω τι γίνεται στον κόσμο» που εκπέμπει με όλο της το είναι, είναι τόσο αλαζονικός και πομπώδης, που δεν πείθει κανέναν. Όταν πέρσι ο Ίβο Βαν Χόβε (αυτός ο κορυφαίος Βέλγος σκηνοθέτης) παρουσίασε στην Επίδαυρο τη σκηνοθετική του πρόταση στις τραγωδίες του Ευριπίδη «Ηλέκτρα / Ορέστης», όλοι χειροκροτήσαμε το μέγεθος του καλλιτέχνη που απέδειξε ότι ένα έργο τέχνης μπορεί να είναι ακραίο και ποιητικό ταυτόχρονα, μπορεί να σε ανατριχιάζει με τις σκηνές του, χωρίς να είναι αποκρουστικό.

Η «Λάλκα» έχασε αυτή τη μαγική ισορροπία. Το πιο απογοητευτικό είναι ότι μοιάζει να μην την αναζήτησε καν. Και κάτι ακόμα. Όταν, σήμερα, οι καλλιτέχνες της χώρας, από τους πιο βολεμένους μέχρι τους πιο ονειροπόλους, βιώνουν μια κατάσταση πένθους, βλέποντας τα πάντα να γκρεμίζονται στη δίνη του κορωνοϊού, κάνοντας σκέψεις οριστικής αποχώρησης από έναν χώρο που υπηρέτησαν με αίμα και ιδρώτα γιατί αδυνατούν να βιοποριστούν, δεν σε τιμά καθόλου να βάζεις την υπογραφή σου σε μια τέτοια προχειρότητα. Πόσο μάλλον όταν την παράγεις για λογαριασμό ενός Ιδρύματος που προάγει, πληρώνει καλά, συντηρεί και έχει κάνει σημαία του την «καλή τέχνη», εντός και εκτός συνόρων.

ΒΛΑΣΗΣ ΚΩΣΤΟΥΡΟΣ

 

Πηγή: vogue.gr