Η εποχή, η εκδίκηση και ο απόηχος του Κόμη Μοντεχρίστου

Στο έργο ο Αλέξανδρος Δουμάς παρακολουθεί τη δική του «εποχή των πολλών ευρωπαϊκών κρατιδίων» και «των αλλεπάλληλων επαναστάσεων»

● Το κυριότερο επίτευγμά του είναι η αφήγηση μιας κοινωνικής ελίτ αμφίβολης ποιότητας στην εποχή της μεταναπο­λεόντειας Γαλλίας που κουβαλούσε το δικό της εθνικό τραύμα παράλληλα με τον φόβο της Ευρώπης που προσπαθούσε να σβήσει κάθε ίχνος της Γαλλικής Επανάστασης –σαν να μην έγινε ποτέ.

Ο «Κόμης Μοντεχρίστος» γράφτηκε σε μια περίοδο που είχαν εκδιωχθεί οι Βουρβόνοι με την Επανάσταση του 1848 και είχε σταματήσει η δίωξη των Βοναπαρτιστών στη Γαλλία. Ο Αλέξανδρος Δουμάς (1802-1870) άρχισε να γράφει το έργο το καλοκαίρι του 1844 και το ολοκλήρωσε στις 15 Ιανουαρίου του 1846 – μάλιστα, κατά παραγγελίαν του εκδότη του για να ανταγωνιστεί την επιτυχία τού επίσης λαϊκού και δημοφιλούς μυθιστορήματος συνεχειών «Τα μυστήρια των Παρισίων», του Ευγένιου Σύη (δημοσιευόταν στη «Journal des Débats», το διάστημα 1842-1843).

Ο «Κόμης Μοντεχρίστος» πέρασε στις παγκόσμιες αφηγήσεις εκδίκησης, όπως π.χ. η «Ηλέκτρα» του Ευριπίδη με θέμα την εκδίκηση της Ηλέκτρας για τον θάνατο του πατέρα της, Αγαμέμνονα, ή ο «Aμλετ» του Σέξπιρ με θέμα την εκδίκηση του πρίγκιπα Aμλετ για τον θάνατο του δικού του πατέρα.

Η εποχή

Ο χρόνος της αφήγησης απλώνεται σε δύο περιόδους για τη Γαλλία. Η υπόθεση του Εδμόνδου Νταντές αρχίζει το 1814 στο λιμάνι της Μασσαλίας, με βασιλιά τον Λουδοβίκο ΙΗ΄ – αδελφό του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄. Ο Ναπολέων Βοναπάρτης, εξόριστος στη νήσο Ελβα, δραπετεύει και, τον Μάρτιο του 1815, επιστρέφει στην εξουσία για τις περίφημες «Εκατό Ημέρες». Οι Ευρωπαίοι αντίπαλοί του (Αγγλία, Αυστρία, Πρωσία, Ρωσία) οργάνωσαν μεγάλες στρατιές εναντίον του με αποτέλεσμα την οριστική συντριβή του στο Βατερλό (15-18 Ιουνίου 1815).

Ουσιαστικά μιλάμε για την περίοδο της Παλινόρθωσης των Βουρβόνων έως την πτώση τους (1815-1830). Οι νικήτριες δυνάμεις του Εβδομου Συνασπισμού, μετά το Βατερλό, εισέβαλαν στη Γαλλία και αποκατέστησαν στον θρόνο τον Λουδοβίκο ΙΗ΄. Ο Ναπολέων παραιτήθηκε, παραδόθηκε στους Βρετανούς και εξορίστηκε στην Αγία Ελένη, όπου και πέθανε το 1821. Η Ευρώπη είναι χωρισμένη σε κρατίδια και αυτό φαίνεται με το πόνημα του «τρελού εκατομμυριούχου» Αβά Φαρία στη φυλακή του Ιφ, με τίτλο «Σπουδή εγκαθιδρύσεως Κράτους εν Ιταλία».

Η πτυχή της υποκριτικής ηθικής στη Γαλλία αποκαλύπτεται με αριστοτεχνικό τρόπο στα πρόσωπα των αντιπάλων του Εδμόνδου Νταντές (του Κόμη Μοντεχρίστου) -του βασιλικού εισαγγελέως ντε Βιλφόρ, του τραπεζίτη Νταγκλάρ, του Φερνάντο (του κόμη Μορσέρφ) και του απατεώνα Καντερούς- παρότι εκφράστηκε το ίδιο άριστα στο απέναντι εχθρικό βασίλειο της Αγγλίας της βικτοριανής περιόδου. Η δεύτερη περίοδος για τη Γαλλία ήταν η Ιουλιανή Μοναρχία (1830-1848) όπου ο Λουδοβίκος Φίλιππος (1773-1850), ο «αστός βασιλιάς» από το 1830 έως το 1848 εκπροσωπούσε τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου. Είναι ορατές όλες τις κοινωνικές μεταβολές που προκάλεσε η εμφάνιση της βιομηχανίας χάρη στην ατμομηχανή σε συνδυασμό με την εμφάνιση των σιδηροδρόμων, στους οποίους ήθελε να επενδύσει κερδοσκοπικά ο τραπεζίτης Νταγκλάρ (ο σχετικός νόμος του Γκιζό το 1842 απέβλεπε στη συστηματική οργάνωση της κατασκευής τους στη Γαλλία).

Στο έργο ο Αλέξανδρος Δουμάς παρακολουθεί τη δική του «εποχή των πολλών ευρωπαϊκών κρατιδίων» και «των αλλεπάλληλων επαναστάσεων», τη λάμψη και την παρακμή της, την αρετή και την κακία, τα όνειρα της εποχής και τις ματαιώσεις τους. Ο διάλογος ανάμεσα στον διευθυντή Μποσάμ της εφημερίδας «Αμερόληπτος» και στον υποκόμη Αλβέρτο Μορσέρφ είναι ενδεικτικός: «Σ’ αυτές τις επαναστάσεις που στην εποχή τους γεννηθήκαμε, λίγοι είναι αυτοί που τις διασχίσανε χωρίς κάποιος λεκές από λάσπη ή αίμα να μη λερώσει τη στρατιωτική τους στολή ή τη δικαστική τους τήβεννο».

Οι αναφορές στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, στον λόρδο Μπάιρον, τον Οθωνα και τον Αλή Πασά Τεπελενλή και την κυρά Βασιλική (παρά τις ιστορικές ανακρίβειες στην πλοκή του έργου) εκφράζουν τον οριενταλισμό του Δουμά αλλά και την έναρξη του ευρωπαϊκού προβληματισμού για τον «Μεγάλο Ασθενή» που δεν ήταν άλλος από την κλονιζόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Το κυριότερο όμως επίτευγμα του Δουμά -κι αυτό διαφεύγει από τους περισσότερους- είναι η αφήγηση μιας κοινωνικής ελίτ αμφίβολης ποιότητας στην εποχή της Μεταναπολεόντειας Γαλλίας που κουβαλούσε το δικό της εθνικό τραύμα παράλληλα με τον φόβο της Ευρώπης που προσπαθούσε να σβήσει κάθε ίχνος της Γαλλικής Επανάστασης –σαν να μην έγινε ποτέ. Το τελευταίο εκφράζεται στο πρόσωπο του παλιού Ιακωβίνου και γερουσιαστή του Ναπολέοντα, Νουαρτιέ ντε Βιλφόρ, –που ζει ακίνητος, ένα σάψαλο σε μια αναπηρική πολυθρόνα και επικοινωνεί μόνο με τα μάτια.

Η εκδίκηση

8 afissa

Ο Δουμάς -που λέγεται ότι πίστευε πως «μετά τον Θεό, ο Σέξπιρ ήταν εκείνος που έκανε τα περισσότερα πράγματα»– έστησε το δίκτυο των δικών του χαρακτήρων με απίστευτη μαεστρία. Στο τέλος, δεν μένει η επίγευση του happy end με την καλλονή κόρη τού Αλή Πασά, τη Χάιδω, στο πλάι του Κόμη Μοντεχρίστου. Στην ουσία, οδηγεί τον αναγνώστη του στις πολλές όψεις δράσεις και αυτοσυνείδησης μέσα από τις οποίες ο καθένας θα μπορούσε να αναγνωρίσει τον εαυτό του στις κλιμακώσεις των πράξεων εκδίκησης.

Η εκδίκηση μοιάζει να τρυπώνει παντού στα λαϊκά μυαλά μέσα από την αρχιτεκτονική του Δουμά και τα γενικευτικά σχόλιά του γύρω από την έπαρση της ανθρωπότητας: «Κάθε άνθρωπος θεωρεί πως είναι πολύ δυστυχέστερος από οποιονδήποτε κλαίει κι αναστενάζει δίπλα του».

Ενώ όμως στον Σέξπιρ η εκδίκηση καταλήγει να είναι σχεδόν μια άστοχη, δευτερεύουσα και καθυστερημένη σκέψη του Αμλετ, στον «Μοντεχρίστο» είναι κυρίαρχη. Καταλαμβάνει κάθε σελίδα του βιβλίου με ανατροπές, στοιχεία τρυφερότητας, βίας, χιούμορ αλλά και κορυφώσεων ελέγχου των ορίων της χάρη στους θαυμάσιους μονολόγους του Εδμόνδου Νταντές – Κόμη Μοντεχρίστου: «Προχώρα λοιπόν ξαναγεννημένε άνθρωπε∙ προχώρα λοιπόν εκκεντρικέ πλούσιε∙ προχώρα λοιπόν κοιμισμένε που ξύπνησες∙ προχώρα λοιπόν παντοδύναμε οραματιστή∙ προχώρα λοιπόν ανίκητε εκατομμυριούχε, ξαναπάρε για λίγο αυτή την πένθιμη προοπτική μιας άθλιας και πειναλέας ζωής∙ ξαναπέρασε από εκείνους τους άθλιους δρόμους στους οποίους σε έριξε η Μοίρα, όπου σε οδήγησε η δυστυχία, όπου σε υποδέχτηκε η απελπισία. Σήμερα, ο καθρέφτης στον οποίο ο Μοντεχρίστος κοιτάζει τον εαυτό του και βλέπει τον Νταντές είναι παραφορτωμένος από διαμάντια και χρυσάφι, ακτινοβολώντας από ευτυχία. Κρύψε λοιπόν αυτά τα διαμάντια, λέρωσε αυτά τα χρυσάφια, σβήσε αυτές τις ακτίνες. Εσύ που είσαι πάμπλουτος, ξαναβρές τον πάμφτωχο. Ελεύθερος εσύ, ξαναβρές τον φυλακισμένο. Αναστημένε, ξαναβρές το πτώμα».

Ο απόηχος του έργου

Ο «Κόμης Μοντεχρίστος» είχε τέτοια επιτυχία ώστε ο Δουμάς με τα χρήματα που κέρδισε έχτισε μια ολόκληρη έπαυλη που την ονόμασε «έπαυλη Μοντεχρίστου». Το ίδιο έκανε 30 χρόνια αργότερα ο Αμερικανός ηθοποιός Τζέιμς Ο’ Νιλ (ο πατέρας του νομπελίστα δραματουργού Ευγένιου Ο’ Νιλ), ο οποίος από το 1875 ερμήνευσε στο θέατρο πάνω από 6.000 φορές τον ρόλο του Κόμη Μοντεχρίστου. Το οικογενειακό καλοκαιρινό σπίτι που έφτιαξε στο Κονέκτικατ το ονόμασε Monte Cristo Cottage. Στη Μασσαλία υπάρχουν δρόμοι που φέρουν τα ονόματα των ηρώων του έργου.

Το εκπληκτικό με το έργο είναι ότι άρχισαν να δουλεύουν ως συγκοινωνούντα δοχεία τα πάντα στην τέχνη. Εκτός από το θέατρο, τη ζωγραφική, τους συγγραφείς που ανέλαβαν τις συνέχειες του έργου, πρωτοστάτησε ο κινηματογράφος. Γυρίστηκαν πολλές ταινίες τα σενάρια των οποίων ανταγωνίστηκαν, άλλαξαν, παραποίησαν και έφεραν στα μέτρα τους τον Δουμά. Η Encyclopedia of the Sword του Nick Evangelista (Η εγκυκλοπαίδεια του ξίφους, 1995), καταγράφει δεκατέσσερις ταινίες (1908, 1910, 1911, 1912 [γυρίστηκαν 2 ταινίες], 1915, 1917, 1922… 1975, σημειώνοντας ως πιο πετυχημένη την εκδοχή του 1934 με τον τίτλο The Count of Monte Cristo με τον Βρετανό ηθοποιό Ρόμπερτ Ντόνατ στον ομώνυμο ρόλο. Ακολούθησαν πολλές τηλεταινίες και σειρές έως τις μέρες μας. Το πιο εντυπωσιακό στη φιλμογραφία ήταν τα πάμπολλα σίκουελ του έργου. Γυρίστηκαν ταινίες με χαρακτηριστικούς τίτλους, όπως π.χ., «Ο γιος του Μοντεχρίστου» (1940), «Η επιστροφή του Μοντεχρίστου» (1946), «Η γυναίκα του Μοντεχρίστου», «Η κόρη του Μοντεχρίστου», «Ο θησαυρός του Μοντεχρίστου» κ.λπ. αλλά και πολλές θεατρικές προσαρμογές.

Το έργο παραμένει επιδραστικό, ζωντανό, η γλώσσα του σημερινή, οι σημειώσεις του μεταφραστή Ωρίωνα Αρκομάνη λύνουν την κάθε απορία του αναγνώστη. Οπως για την εποχή του έτσι για τη δική μας λειτουργεί ως μεγάλη, ψυχωφελής λαϊκή παραμυθία που αρχίζει στο λιμάνι της Μασσαλίας το 1814 και τελειώνει είκοσι με τριάντα χρόνια μετά, με τρεις λέξεις: «Καρτερείτε και ελπίζετε!». Η ποιότητα της έκδοσης στη σειρά κλασικής λογοτεχνίας Orbis Literae των εκδόσεων Gutenberg και των συντελεστών της ακολουθεί το πνεύμα του εμπνευστή Δημήτρη Αρμάου. Το ίδιο η δουλειά του Γιάννη Μαμάη και της υπεύθυνης της σειράς, Ζωής Μπέλλα. Κανείς δεν έχασε διαβάζοντας αυτό το βιβλίο.

το διαβάσαμε εδώ