Η ακηδία με όρους κοινωνικού κόστους

Η ακηδία βγαίνει από το «α» στερητικό και το «κήδος» (που σημαίνει φροντίδα, νοιάξιμο, σεβασμός για τον άλλο, π.χ. κηδεμόνας, κηδεία κ.α.). Για μία ακόμα φορά για όσους δεν καταλαβαίνουν, και για εκείνους που κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν, ζούμε το πιο δύσκολο καλοκαίρι, με έναν πολύ δυσκολότερο και άδηλο χειμώνα μπροστά μας. Η ακηδία κατισχύει ως σπορά δυστυχίας∙ ως απουσία αισιοδοξίας∙ ως καμπανάτο σύμπτωμα της λαϊκής ρήσης «πήγε άψαλτος». Περίπου «άψαλτες» ζουν δυο τουλάχιστον γενιές στην Ελλάδα σήμερα.

Κυριολεκτικά, όσοι ασχολούνται με τις ειδήσεις της τηλεόρασης, πηγαίνουν «ψαλμένοι» και «λιβανισμένοι»∙ όμως με άλλο τρόπο – τον χειρότερο. Και έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται πολλά πράγματα στραβά, γενικευτικά: ότι, κοντολογίς, όλοι ίδιοι είναι, ότι το λάφυρο είναι απλά η εξουσία με τα προνόμια που συνεπάγεται η διατήρησή της.

Παρά το γεγονός ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα, δυστυχώς, η χώρα οδηγείται σε σταθμούς στους οποίους κανείς δεν θα ήθελε να επιστρέψει: σε εποχές παρακράτους, σχεδόν, φίμωσης της διαφάνειας και του δημοσίου διαλόγου και φραγής σε κάθε τι που δεν ταιριάζει στο κομματικό καλούπι. Η ακηδία διαμορφώνει μια «υπερπραγματικότητα» (για να θυμηθούμε τον Ζαν Μποντριγιάρ).

Σχηματίζει μια ατζέντα που τα θέματά της στρεβλώνουν και αντιστρατεύονται την πραγματικότητα. Εξ αυτού, τα πραγματικά προβλήματα εξαφανίζονται από το προσκήνιο. Παραμένουν αθέατα. Παραπέμπονται στις «ελληνικές καλένδες». Μόνο το αποτέλεσμα είναι απλό και προβλέψιμο. Το κοινωνικό κόστος της. Και το κόστος της ακηδίας αυξάνεται αντιστρόφως ανάλογα σε σχέση με τα όποια οφέλη (αν υποθέσουμε ότι πρόκειται πράγματι για κομματικά οφέλη). Τα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά θέματα βοούν. Τα θέματα της περιοχής, τα παγκόσμια ζητήματα αξιώνουν ταχεία αντιμετώπιση.

Η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση, δυστυχώς, παραμένουν ο εαυτός τους. Αιφνιδιάζουν δυσάρεστα. Ο διάλογος έχει «μαφιόζικους αντιπερισπασμούς» και «διαδρομές χρήματος». Σκιάζονται και λερώνονται τα πάντα: αρχές, ιδέες, ιδεολογίες, θεσμοί της δημοκρατίας και κοινωνικά αναχώματα. Η ποιότητα της πολιτικής σφαίρας γίνεται μηδενική, απολύτως αντιπαραγωγική και παιδευτική για ό,τι χειρότερο. Οι αντίπαλες ομάδες επικαλυπτόμενων ελίτ που θεωρούν ότι «έχουν δίκαιο σε όλα» αποδεικνύουν εκ των πραγμάτων ότι όχι μόνον έχουν άδικο, αλλά και ότι ζουν κάπου αλλού.

Η ζωή «κάπου αλλού» σαν ιδέα δεν είναι καταδικάσιμη. Μερικές φορές είναι καλή. Ομως, είναι κακή για μια χώρα ταλαιπωρημένη. Είναι ακόμα χειρότερη για κουρασμένους κι απογοητευμένους πολίτες. Η αδιαφορία και η ακηδία των ελίτ είναι δύσοσμη και ντροπιαστική σε σχέση με τα προβλήματα του κόσμου.

Η αποκωδικοποίηση του γρίφου της ελληνικής δυσανεξίας γίνεται με πιασάρικα, μανιχαϊστικά και επαρχιώτικα κλισέ «δρακογενιά» VS «αριστεία». Αν δεν ήταν για κλάματα θα ήταν για γέλια. Κι αυτό αποδεικνύεται από την αγκύλωση των αντιδράσεων άλλοτε στις φαντασιώσεις της ελεύθερης αγοράς και άλλοτε στον μύθο του αγαθοεργού ρόλου του κράτους με βάση κουβέντες που έγιναν στοn Μεσοπόλεμο, που κατέληξαν κάπου μετά τον Β′ Παγκόσμιο Πόλεμο, και προωθήθηκαν από πολιτικούς και διανοούμενους πολλοί εκ των οποίων είχαν γεννηθεί στο τέλος του 19ου αιώνα.

Η ύλη αυτών των ιδεών είναι κάπου αζήτητη. Οι baby boomers αναρωτιούνται σήμερα για τον ρόλο του κράτους και τις χρήσεις του. Μπερδεύουν όμως το κράτος με την εξουσία, την ιδεολογία, τα συμφέροντα και τις επιλογές. Προφανώς υπάρχουν επιλογές. Υπήρχαν και στους δυο πολέμους της Ευρώπης. Ομως, σήμερα οι μονομάχοι παραβλέπουν το ακαταμάχητο. Οτι αυτό το ελαύνον πράγμα που δεν μας αρέσει (κάτι σαν την πανδημία ας πούμε) δεν θα επιζούσε αν το μόνο που είχε να κάνει ήταν απλώς να παρέχει τα μέσα στους πλούσιους να γίνουν πλουσιότεροι και σε όσους ασκούν την εξουσία, τη δυνατότητα να την ασκούν για πάντα.

Συμπερασματικά, όταν εκατομμύρια και πλούτος αλλάζουν χέρια στις οθόνες και στον Τύπο μαζί με την επανάκαμψη της πείνας, κάτι δεν πάει καλά. Οταν καταλαμβάνει τον δημόσιο διάλογο μόνον η ροή του χρήματος και υπάρχουν πολλοί άνεργοι και νοικοκυριά χωρίς ρεύμα και νερό, μιλάμε για φρίκη.

Οσο οι κυβερνώντες έχουν ξεχαρβαλώσει τα υφάδια του κράτους, τα δημόσια αγαθά, κι έχουν παραδώσει την ευημερία σε δίκτυα υπεργολάβων, τότε ασφαλώς μπορούν να καυχώνται για κουρνιαχτό ατομικότητας, για πόλεμο όλων εναντίον όλων –όπως στον «Λεβιάθαν» του Χομπς- και για ζωή που είναι φτωχή, μοναχική και κακάσχημη για τους πολλούς.

Το κόστος της ακηδίας είναι ήδη υψηλό. Μερικοί ας μαζευτούν. Αλλως, επιταχύνουν την αποτυχία της χώρας. Ας αρχίσουν από τα στοιχειώδη (φιλελεύθερα ή αριστερά): να σκεφτούν και να επινοήσουν καθαρή πολιτική σφαίρα, νέους μηχανισμούς δράσης, ανθρωπιάς, εντιμότητας και αλληλεγγύης που απαιτεί η σύνθετη κρίση.

πηγη