Φτου ξελευθερία

Γράφει ο Γιώργος Πολυμενέας στο περιοδικό Κ της Καθημερινής

Πιθανόν αυτή να είναι η λιγότερο αναμενόμενη διαπίστωση για τη μοναδική παρουσιάστρια της ελληνικής τηλεόρασης που κατόρθωσε να καρφώσει με πυγμή τα τακούνια της στην κρεατομηχανή των πλατό και των μετρήσεων και επέλεξε η ίδια τη στιγμή που θα αποσυρθεί από τα τηλεοπτικά δρώμενα. Το δικαίωμα στην αποχώρηση είναι ένα προνόμιο που καμία άλλη γυναίκα συνάδελφός της δεν έχει απολαύσει στη χώρα μας και κατακτήθηκε έπειτα από 29 χρόνια αδιάλειπτης τηλεοπτικής παρουσίας, εκ των οποίων τα 25 τελευταία στο καθημερινό πρόγραμμα, κάτι που πολύ δύσκολα θα επαναληφθεί: μια μέρα του 1995 συστηνόταν ως η νέα παρουσιάστρια μιας πρωινής δημοφιλούς εκπομπής («Πρωινός καφές») και την Τετάρτη θα μας αποχαιρετήσει ως η γυναίκα που διαμόρφωσε και μετέτρεψε σε συνώνυμο του ονόματός της μια ολόκληρη ζώνη προγράμματος και ένα format εκπομπής. Και δεν σταμάτησε εκεί: δάμασε με επιτυχία και αναπαύθηκε στον αφρό ετερόκλητων εποχών και συνηθειών, δημιούργησε νέες καταναλωτικές επιθυμίες στις τηλεθεάτριες, έκανε δικαίως να λυγίσουν από τις αμοιβές της τα κελιά των excel καναλαρχών και διαφημιστών, γέννησε το μοντέλο για μια στρατιά λιγότερο ή περισσότερο επιτυχημένων μιμητριών, επιβάλλοντας τις ξανθές αποχρώσεις στις πρωινές και τις μεσημεριανές εκπομπές. Πώς γίνεται να μην είναι ελεύθερη;

Και όμως, ακριβώς αυτή τη λέξη χρησιμοποίησε η ίδια πριν από μερικές εβδομάδες, όταν ανακοίνωσε μέσω της εκπομπής της ότι του χρόνου δεν θα κάνει τηλεόραση. Ο τόνος της φωνής της συνδύαζε την αποφασιστικότητα για μια επιλογή που έχει ήδη γίνει με τη λαχτάρα για την αποδοχή αυτής της επιλογής. Ήταν ο ίδιος τόνος με εκείνον που είχε χρησιμοποιήσει πριν από 15 χρόνια, όταν καλωσόρισε το κοινό της από τη νέα της τότε τηλεοπτική στέγη, τον Alpha. Θα έλεγε κανείς ότι η Μενεγάκη συνόψισε όλη την κερδισμένη εμπειρία από την έκθεση σε social media, τηλεοπτικούς και φωτογραφικούς φακούς σε μία συγκεκριμένη φράση, κάθε λέξη της οποίας συμπλήρωνε τις καθοριστικές ψηφίδες για να σχηματιστεί η πιο μεστή και ειλικρινής περιγραφή για το –προσωρινά;– τερματικό σημείο της τηλεοπτικής της διαδρομής: «Η επόμενη σεζόν θέλω να με βρει ελεύθερη».

Η κουλτούρα μιας διαδρομής

«Η φιγούρα της Ελένης Μενεγάκη εδραιώθηκε την εποχή κατά την οποία αναδύθηκε στην Ελλάδα η κουλτούρα των celebrities», σχολιάζει στο «Κ» η Ιωάννα Βώβου, επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου. Μια εποχή που συνέπεσε με την αποστροφή του κοινού προς τις πολιτικές ελίτ και με την καταλυτική συνδρομή της ιδιωτικής τηλεόρασης, το κενό έσπευσαν να καλύψουν νέες προσωπικότητες.

Η διαδρομή της στην τηλεόραση ήταν στιβαρή, άλλα όχι απόλυτα γραμμική: στην επικράτειά της συναρθρώνονταν ποικίλες και αντιφατικές ταυτότητες. Ως συμπαρουσιάστρια, έκανε τους φωτεινούς παντογνώστες στη Mega Banca να ξεροκαταπίνουν και λίγα χρόνια αργότερα χειραγωγούσε τις ανδρικές φαντασιώσεις με την ίδια ευκολία που έφτιαχνε το στράπλες της. Αρκετά γρήγορα, όμως, φάνηκε ότι μπορεί να σταθεί πολύ πιο πάνω από το στερεότυπο της αφελούς, bombshell ξανθιάς παρουσιάστριας και της φασιαριόζας socialite, βολεμένης μέσα στα όρια που έθετε για εκείνη το ανδρικό βλέμμα.

Την ώρα, λοιπόν, που για ένα μέρος του κοινού της θα έπρεπε να σιδερώνει ημίγυμνη τα ρούχα της, η ίδια αποχωριζόταν με το απαραίτητο νάζι αυτή την απεικόνιση και γινόταν η κόρη που θα ήθελαν πολλές μητέρες να είχαν, η επιτυχημένη επαγγελματίας με την πιο θρυλική μεταγραφή στην ιστορία της ελληνικής ιδιωτικής τηλεόρασης, η εγκάρδια μητέρα, η διαζευγμένη σύζυγος ενός μεγαλοστελέχους των ελληνικών μίντια, η γυναίκα με δύο γάμους και τέσσερα παιδιά πριν από τα πενήντα της. «Η Μενεγάκη μεγάλωνε μαζί με το κοινό της», σχολιάζει η κ. Βώβου. «Ήταν σαν η ίδια και οι τηλεθεάτριες να είχαν παράλληλους βίους, και αυτό συνέβαλε ώστε το κοινό να ταυτιστεί μαζί της. Ακόμα και οι μάλλον κοινότοπες τομές και ρωγμές της διαδρομής της μετατρέπονταν σε τεκμήρια της αυθεντικότητάς της».

Από τις τηλεοράσεις στα smartphones

Σαν μια άτυπη εμπειρία τεχνολογικού φετιχισμού, ας φανταστούμε το μέσο σαλόνι την εποχή που η Ελένη Μενεγάκη έβρισκε τον δικό της ζωτικό χώρο στο μιντιακό στερέωμα. Ας προσέξουμε την ογκώδη τηλεοπτική συσκευή με το βαρύ κρύσταλλο, ας κουνήσουμε λίγο την εσωτερική κεραία λήψης για την ενίσχυση του σήματος, ας κρυφοκοιτάξουμε στην κουζίνα για να εντοπίσουμε τον μικρό 14άρη δέκτη, ας δούμε πώς η τηλεοπτική οθόνη γίνεται όλο και πιο λεπτή και επίπεδη με τα χρόνια, ας κάνουμε λίγο στην άκρη για να μη λερωθούμε από τους φρεσκοβαμμένους τοίχους της ανακαίνισης με χρηματοδότηση επισκευαστικού δανείου, ας παραμερίσουμε λίγο στον καναπέ, προκειμένου να απλώσει κάποιος τα πόδια του και να ακουμπήσει στην κοιλιά του ένα λάπτοπ, ας σκρολάρουμε στην οθόνη του κινητού μας, η οποία επιζητά επίσης την αμέριστη προσοχή, ας αναλογιστούμε πόσο αλλάξαμε μέσα σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα, πώς και πόσο άλλαξαν οι ζωές μας και ας ρίξουμε ξανά μια τελευταία ματιά στον τηλεοπτικό δέκτη: η φιγούρα της Ελένης Μενεγάκη θα είναι εκεί. Στην πραγματικότητα, όχι μόνο εκεί.

Η εικόνα της, διαμεσολαβούμενη από τα ΜΜΕ και τα social media, βρισκόταν και βρίσκεται παντού: στα εξώφυλλα των περιοδικών, στο βιαστικό και γεμάτο pixel κάδρο των ακροβολισμένων παπαράτσι, στα τηλεοπτικά σποτ και εσχάτως στο feed του Instagram. Με τον τρόπο αυτόν, η Ελένη από τμήμα της τηλεοπτικής πραγματικότητας έγινε αξία. Κάποιος αναγνώστης με ισχυρή μνήμη πιθανόν να θυμάται ένα από τα πολλά εξώφυλλά της για το περιοδικό Dowtown: λίγο πριν περάσει στην πίστα και στις υποχρεώσεις της μητρότητας, και λουσμένη από τη λαγνεία του θέρους, φωτογραφήθηκε μπροστά από ένα πιάτο μουσακά και μια παγωμένη μπίρα. Το νέο μας «εθνικό προϊόν» ήταν εδώ.

Η «Ελένη» ως «μάρκα»

«Μια celebrity influencer σαν την Ελένη Μενεγάκη είναι βέβαιο ότι θα φέρει στο προσκήνιο ένα brand που θα συνεργαστεί μαζί της με πολύ άμεσο και καταλυτικό τρόπο», εξηγεί η Γεωργία Ζαχαράκη, Digital Strategy & Innovation Director στην Tempo OMD. «Θα μπει στο news feed μιας μεγάλης μερίδας κοινού και θα “καταχωρισθεί” στη συνείδησή του ως μια μάρκα που αξίζει τον κόπο να δοκιμάσει ή να συνεχίσει να καταναλώνει». Ειδικά στο πεδίο των social media η Ελένη Μενεγάκη είναι η δημοφιλέστερη Ελληνίδα με 1,2 εκατ. ακολούθους στο Instagram και βρίσκεται πίσω μόνο από τον Γιάννη Αντετοκούνμπο. Μπορεί η ισχυρή τηλεοπτική της παρουσία να εξασφάλιζε έως έναν βαθμό την αντίστοιχα δυναμική παρουσία στο Instagram, όμως δεν συνιστούσε από μόνη της μια επαρκή συνθήκη. «Μιλάμε για ένα μέσο διαφορετικών αναγκών και απαιτήσεων από το κοινό που το χρησιμοποιεί, συγκριτικά με την τηλεόραση. Πάντρεψε πολύ ωραία τα δύο μέσα μεταξύ τους και μεγιστοποίησε την αποτελεσματικότητά τους», σημειώνει η κυρία Ζαχαράκη.

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του Sirens by Adjust, μιας marketing τεχνολογίας που χρησιμοποιείται από την Tempo OMD, περίπου το 5,47% των ακολούθων της αλληλεπιδρά με το περιεχόμενό της, τη στιγμή που άλλοι παρόμοιοι λογαριασμοί βρίσκονται στο 1,26%. Επίσης, το Audience Quality Score της, δηλαδή το ποσοστό των ακολούθων που βρίσκονται σε διάδραση με το περιεχόμενο που ανεβάζει η ίδια, ανέρχεται στο 93/100. Πρόκειται για «μια εντυπωσιακά υψηλή επίδοση και δείχνει την ποιότητα του account», σχολιάζει η κυρία Ζαχαράκη.

Η επιτυχημένη εκδοχή του μέσου όρου

Μήπως τελικά αυτή η περίοδος, από την εποχή του σημιτικού εκσυγχρονισμού μέχρι το σημερινό τοπίο μετά την οικονομική κρίση, χαρακτηρίζεται από τη διαρκώς ορατή και επαναλαμβανόμενη εκδίκηση μιας «ξανθιάς»; Όχι, διότι η Μενεγάκη δεν εκδικήθηκε. Η κ. Βώβου σχολιάζει ότι «διεκδίκησε το δικαίωμα στην ορατότητα. Είναι επαναληπτικά παντού: στον Τύπο, στα βίντεο τηλεοπτικών εκπομπών, στα posts και στα stories που αναπαράγονται στα sites και στην τηλεόραση. Αυτή η κουλτούρα της ορατότητας της επέτρεψε να διεισδύσει στην καθημερινότητα όλων. Ακόμα και όσοι δεν την παρακολουθούν έχουν σχηματίσει μια αναπαράσταση για εκείνη».

Εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες ισορροπεί με ζηλευτή δεξιοτεχνία ανάμεσα σε πολλαπλές ταυτότητες και ρόλους. Είναι προσιτή, μα ταυτόχρονα στέκεται ψηλότερα από το κοινό της. Αυτό το διαλεκτικό παιχνίδι ανάμεσα στην εγγύτητα και την απόσταση είναι το κλειδί για να κατανοήσουμε τη διαχρονικότητά της, εξηγεί η κ. Βώβου. «Δεν είναι ακριβώς το κορίτσι της διπλανής πόρτας, αλλά μια βελτιωμένη και πολύ επιτυχημένη, με όρους αγοράς, εκδοχή του μέσου όρου». Αν και πρόκειται για μια πολυεκατομμυριούχο με μαζική απεύθυνση, σε ένα αποκλειστικά συμβολικό επίπεδο βρισκόταν μόλις μισό βήμα πιο μπροστά από το κοινό της, σαν τον έναν τόνο πιο έντονης ξανθιάς απόχρωσης που μια τηλεθεάτρια δίστασε να δοκιμάσει ή σαν μια αυθεντικά απλοϊκή απορία που μια γυναίκα δεν τόλμησε να εκφράσει.

Στην τηλεοπτική ιστορία η Ελένη Μενεγάκη έχει ήδη κατακτήσει τη θέση της «εθνικής μας παρουσιάστριας». Είναι το γνώριμο πρόσωπο που έχει κερδίσει το δικαίωμα να καθησυχάζει το κοινό, κάθε μέρα, σε πρωινό ή μεσημεριανό πρόγραμμα, με σταθερή θεματολογία και πολλούς σταθερούς συνεργάτες. Ακόμα και το διαζύγιό της υπήρξε μια καθησυχαστική εμπειρία για το ακροατήριό της. Δεν έμεινε μόνη, δεν άλλαξε πολλούς συντρόφους, αλλά ακολούθησε την καρδιά της, ξαναπαντρεύτηκε και απέκτησε ένα παιδί από τον νέο της γάμο. Η ισχύς ενός συντηρητικού θεσμού, όπως η τηλεόραση, εδραιώνεται από ανθρώπους που μπορούν να δημιουργούν την αίσθηση ότι όλα είναι κανονικά, όσο κι αν το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον αναδιαμορφώνονται περισσότερο ή λιγότερο βίαια, και από πρόσωπα πάνω στα οποία ξεκουράζεται το βλέμμα του θεατή όταν πέσει σε μια οθόνη. Από την επόμενη σεζόν η ελληνική ιδιωτική τηλεόραση θα απολέσει τη μοναδική φιγούρα που επιβεβαίωνε κάθε προσδοκία. Ταυτόχρονα, θα κληθεί να διαχειριστεί μια εικασία που διαρκώς θα επανέρχεται: αν και εφόσον η Ελένη Μενεγάκη επιστρέψει, θα αναδιατάξει για μία ακόμα φορά το γνώριμο μοτίβο ή θα επιχειρήσει, ελεύθερη πλέον, μια τολμηρή μετατόπιση; Εκτός από μια εικασία, ίσως αυτό το ερώτημα να αφήνει και την υπόσχεση για μια πιο ενδιαφέρουσα τηλεόραση.■

Περιοδικό “Κ”