`Ενας χρόνος διακυβέρνησης ΝΔ: η διαχείριση δύο μεγάλων κρίσεων, τα επιτεύγματα, τα λάθη, τα επόμενα βήματα

«Μέσα σε ένα χρόνο, έγιναν όσα δεν είχαν προχωρήσει για δεκαετίες» είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αναφερόμενος στην μείωση φόρων, στην ψηφιοποίηση του κράτους και την πρόσβαση των πολιτών σε βασικές υπηρεσίες χωρίς ουρές, αλλά και στην αντιμετώπιση δύο μεγάλων κρίσεων.

«Ένας χρόνος όλα ανάποδα» αντέτεινε ο Αλέξης Τσίπρας και υποστήριξε ότι σε αυτόν τον έναν χρόνο η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει διαψεύσει όλες τις προσδοκίες που δημιούργησε, έχει επιστρέψει την οικονομία σε μνημονιακά μεγέθη, έχει επιτεθεί στον κόσμο της εργασίακαι «στήνει» ένα αυταρχικό κράτος

Οι δημοσκοπήσεις, ακόμα και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους, αυτά που κοιτούν περισσότερο οι αναλυτές για να βγάλουν συμπεράσματα, δείχνουν ότι το πολιτικό σκηνικό που δημιουργήθηκε την επομένη των εκλογών δεν έχει αλλάξει. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης διατηρεί μεγάλο προβάδισμα έναντι του Αλέξη Τσίπρα, η Ν.Δ. είναι πολύ μπροστά έναντι του ΣΥΡΙΖΑ και έναν χρόνο μετά τις εκλογές η φθορά της αξιωματικής αντιπολίτευσης καταγράφεται μεγαλύτερη από τη φθορά της κυβέρνησης.

Οι πολίτες δηλώνουν ότι δεν θέλουν εκλογές, ότι βλέπουν θετικά τη διενέργεια ανασχηματισμού, ότι φοβούνται θερμό επεισόδιο με την Τουρκία και ότι ανησυχούν για την πορεία του κορονοϊού, την πορεία της οικονομίας, την ανεργία.

Στους 12 μήνες που παρήλθαν από την 7η Ιουλίου 2019, η κυβέρνηση ήρθε αντιμέτωπη με δύο σημαντικές εθνικές, έκτακτες κρίσεις: την κρίση του Έβρου και την ασύμμετρη απειλή στα ελληνοτουρκικά σύνορα και την πανδημική κρίση του κορωνοϊού. Και στις δύο αυτές κρίσεις, «στα μεγάλα» όπως λέει έμπειρος πολιτικός αναλυτής και δημοσκόπος, κρίνεται, μέχρι στιγμής, θετικά.

Στο πεδίο της αντιμετώπισης της πανδημικής κρίσης, η κυβέρνηση γνωρίζει διεθνή αναγνώριση και εμπιστοσύνη από την κοινή γνώμη. Με βάση τις δημοσκοπήσεις, οι πολίτες πιστώνουν στην κυβέρνηση Μητσοτάκη ότι σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που κατά τεκμήριο είναι μπροστά από εμάς, κινήθηκε έγκαιρα, προχώρησε άμεσα στα αναγκαία μέτρα με κόστος πολιτικό και οικονομικό, και πέτυχε εκεί που άλλοι απέτυχαν. Δεν επέτρεψε στον Covid-19 να κυκλοφορήσει στην Ελλάδα.

Ο πρόεδρος της επιτροπής αντιμετώπισης της πανδημίας, λοιμωξιολόγος Σωτήρης Τσιόδρας και ο υφυπουργός Νίκος Χαρδαλιάς – αμφότεροι επιλογές του πρωθυπουργού – έγιναν τα πρόσωπα που κυριάρχησαν τις ημέρες που ο κορωνοϊός επιτίθετο με δριμύτητα στις γειτονικές μας χώρες και συμβόλισαν την ικανότητα της ελληνική Πολιτείας να ανταπεξέρχεται στα δύσκολα. Στα θετικά και η ισχυρή πολιτική βούληση της κυβέρνησης Μητσοτάκη που χρειάστηκε για να ξεπεραστούν θέματα όπως π.χ. η άρνηση της Εκκλησίας και των πιστών να πειθαρχήσουν στα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης ή η δυσαρέσκεια των γονιών για το κλείσιμο των σχολείων.

Στο πεδίο της κρίσης του Έβρου, η κυβέρνηση επίσης κινήθηκε γρήγορα και με αποφασιστικότητα, κάτι που αναγνωρίστηκε από την ελληνική κοινή γνώμη. Μετά το πέρασμα των πρώτων ημερών και των αντιδράσεων για την εκτεταμένη χρήση της φράσης «εισβολής στον Έβρο» ή την πρόθεση επικοινωνιακής εκμετάλλευσης του θέματος, σιωπηλά αναγνωρίστηκε και από την αξιωματική αντιπολίτευση.

Σε άλλους κρίσιμους τομείς διακυβέρνησης όπως η οικονομία, η παιδεία, τα εργασιακά, όπου κλήθηκε να διαχειριστεί μέσα στις έκτακτες συνθήκες της πανδημικής κρίσης, η εικόνα δεν είναι αντίστοιχη.

Στην οικονομία, ενώ είναι εμφανής η βελτίωση του οικονομικού κλίματος και αποτυπώνεται στη συμπεριφορά των αγορών έναντι των ελληνικών ομολόγων, η κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει να πείσει την κοινή γνώμη ότι δεν ευθύνεται για την ύφεση που παρουσιάστηκε πριν τον κορωνοϊό και βαθαίνει μέσα στην πανδημική κρίση. Παράλληλα, δεν έχει καταφέρει να δείξει ότι μπορεί να προστατεύσει την εργασία και τους εργαζόμενους, καθώς τα θετικά μέτρα στήριξης δεν εφαρμόζονται όπως ανακοινώνονται, και καλλιεργείται η εικόνα ότι κάτω από το ραντάρ των ελέγχων, επικρατεί εργοδοτική ασυδοσία και μεγάλη ανασφάλεια για τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα.

Παρόλα αυτά, είναι εμφανής η προσπάθεια της κυβέρνησης Μητσοτάκη από τους πρώτους κιόλας μήνες τις διακυβέρνησής της, να δείξει ότι είναι στρατηγική της επιλογή να στηρίξει τη μεσαία τάξη και επιχείρησε και επιχειρεί να το κάνει αυτό με τις επιλογές της στην οικονομία και την ασφάλεια. Ψήφισε μειώσεις στον ΕΝΦΙΑ, στη φορολογία επιχειρήσεων, στον φόρο επιτηδεύματος. Η πορεία αυτή ανακόπηκε λόγω της κρίσης του κορωνοϊού, εξαρτάται πλέον απολύτως από τα νέα δεδομένα (βάθος ύφεσης, ανεργία, βοήθεια από το Ταμείο Ανάκαμψης) και αποτελεί ερώτημα αν η τακτική της μείωσης των φορολογικών επιβαρύνσεων θα συνεχιστεί.

Στο κρίσιμο ζήτημα της ασφάλειας, τοποθετώντας στη θέση του υπουργού Προστασίας του Πολίτη, τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη – για τον οποίον γκρινιάζουν στη Νέα Δημοκρατία, όπως και για όποια άλλη μη κομματική επιλογή έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ακόμα και μέσα στο Μαξίμου – ο πρωθυπουργός είχε στόχο να δείξει από την αρχή ότι η αποκατάσταση της τάξης και η μείωση της εγκληματικότητας, είναι προτεραιότητες. Οι αστυνομικές περιπολίες αυξήθηκαν στις μεγάλες πόλεις και ενώ δεν έλειψαν κρούσματα αστυνομικής αυθαιρεσίας και βίας κατά πολιτών, η κυβέρνηση δείχνει να επενδύει στην ατζέντα των λεγόμενων νοικοκυραίων, όπως φαίνεται και από το νομοσχέδιο για τον έλεγχο των διαδηλώσεων, που παρά τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης ψηφίζεται μέσα στην ερχόμενη εβδομάδα.

Η διαχείριση των εθνικών θεμάτων, επίσης δεν συγκαταλέγεται στα αρνητικά της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Εν μέσω κατηγοριών της αντιπολίτευσης για έλλειψη σχεδίου και αποφασιστικότητας, την περίοδο που η Τουρκία συνυπέγραψε μνημόνιο με τη Λιβύη, ο Ερντογάν προκαλούσε όλο και περισσότερο φτάνοντας στην κρίση του Έβρου και στην αμφισβήτηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στην νοτιο-ανατολική Μεσόγειο, η κυβέρνηση επέλεξε ήπιους τόνους και πολυδιάστατη τακτική. Έγιναν διπλωματικές κινήσεις και υπογράφηκαν συμφωνίες με κράτη που έχουν κοινά στρατηγικά συμφέροντα με την Ελλάδα. Η Ελλάδα συμφώνησε με Κύπρο και Ισραήλ για τον αγωγό East Med, καθόρισε την ΑΟΖ με την Ιταλία και κινείται για να υπογράψει και με την Αίγυπτο. Παράλληλα, επέμεινε στη γραμμή της διεθνοποίησης των ελληνοτουρκικών διαφορών προκαλώντας τον ενεργό ρόλο από την ΕΕ, τις ΗΠΑ και τους διεθνείς οργανισμούς. Και όταν έγιναν οι παρεμβάσεις, επιχείρησε να ανοίξει ξανά τους διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία με την αποκατάσταση της προσωπικής επικοινωνίας Μητσοτάκη – Ερντογάν.

Μεγάλο πονοκέφαλο για την κυβέρνηση Μητσοτάκη συνεχίζει να αποτελεί η διαχείριση του προσφυγικού προβλήματος, όπου είχε δημιουργήσει μεγάλες προσδοκίες αντιετώπισης του θέματος, κατηγορώντας την προηγούμενη κυβέρνηση για έλλειψη πολιτικής βούλησης και διαχειριστική αδυναμία. Οι ως τώρα χειρισμοί δεν έχουν δείξει μεγάλες διαφορές και η επανίδρυση του υπουργείου Μετανάστευσης που ο κ. Μητσοτάκης με απόφασή του είχε καταργήσει, δεν συγκαταλέγεται στα θετικά. Η εικόνα στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου με τους προσφυγικούς καταυλισμούς δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα σε σχέση με το παρελθόν και το μεταναστευτικό είναι από τα θέματα με διεθνείς, αλλά και εγχώριες προεκτάσεις όπου η κοινή γνώμη πιστεύει ότι πολλά λέγονται και λίγα γίνονται.

Από το ξεκίνημα, ο κ. Μητσοτάκης θέλησε να δείξει ότι θα ακολουθήσει διαφορετικό σύστημα διακυβέρνησης και θα αποκαταστήσει την αξιοπιστία και τη λειτουργία των θεσμών. Το πρώτο νομοσχέδιο της κυβέρνησης αφορούσε το «επιτελικό κράτος», δηλαδή ένα σύστημα όπου τα πάντα θα περνούν και θα ελέγχονται από το Μέγαρο Μαξίμου. Θεσπίστηκαν διαδικασίες μηνιαίων ελέγχων ανά υπουργείο, ενώ οι κ. Γεραπετρίτης και Σκέρτσος φέρονται να έχουν αναλάβει το βάρος του καθημερινού ελέγχου υπουργών και υφυπουργών.

Επίσης, ο κ. Μητσοτάκης θέλησε από την αρχή να δείξει ότι η σύνθεση της κυβέρνησης θα είναι προσωπική του υπόθεση και δεν θα ακολουθεί κανόνες κομματικών ισορροπιών. Στην πρώτη του κυβέρνηση επέλεξε πρόσωπα από άλλους πολιτικούς χώρους, πρόσωπα της αγοράς, έβαλε σε καίριες θέσεις πρόσωπα με τα οποία ο ίδιος είχε στενή συνεργασία αλλά δεν ήταν ευρύτερα γνωστοί στην κοινή γνώμη ή ακόμα και στους τομείς που σήμερα έχουν κληθεί να διαχειριστούν από τις κυβερνητικές θέσεις που κατέχουν.

Για να απαντήσει και στις κατηγορίες περί νεοφιλελευθερισμού και σκληρής δεξιάς και να υπερασπιστεί το επιχείρημά του ότι η κυβέρνηση είναι μία φιλελεύθερη κυβέρνηση (σ.σ. και αυτές οι επισημάνσεις του προκαλούν γκρίνια στο εσωτερικό της Ν.Δ. και ιδιαιτέρως στη λαϊκή δεξιά και τους υποστηρικτές του κομματικού κράτους και των συντηρητικών αρχών της ελληνικής δεξιάς) ο κ. Μητσοτάκης έχει επιλέξει σε επίπεδο ουσίας, αλλά και συμβολισμού να επιδείξει διαφορετικότητα.

Καταρχάς ανέδειξε την πρώτη γυναίκα Πρόεδρο Δημοκρατίας, εγκλωβίζοντας πολιτικά τόσο την εσωκομματική όσο και την αξιωματική αντιπολίτευση. Η εκλογή της κ. Κατερίνας Σακελλαροπούλου  με 261 ψήφους ήταν μία πολιτική νίκη για τον κ. Μητσοτάκη αφού την υποψηφιότητά της στήριξε και ο ΣΥΡΙΖΑ και το Κίνημα Αλλαγής, παρά; Το γεγονός ότι είχε το δικαίωμα – μα βάση την τελευταία συνταγματική αναθεώρηση – να εκλέξει πρόεδρο μόνο με τις ψήφους της πλειοψηφίας.

Γιάννης Καμπουράκης
gkamp@naftemporiki.gr