ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ/ Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

 

Φ. ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ Σιμονέττι
Jpeg

Η λογοτεχνία είναι ένας απέραντος κήπος. Περπατώντας στα δρομάκια του συναντάς κάθε είδους φυτά, από πανέμορφα και εντυπωσιακά λουλούδια μέχρι βότανα, αλλά και αγκάθια. Σ’ αυτόν τον κήπο ήρθε να προστεθεί και το «Κήπος», ένα συγκινητικό μυθιστόρημα του Χιλιανού συγγραφέα Πάμπλο Σιμονέττι, που δεν αφορά την Χιλή, αλλά τις ενδοοικογενειακές σχέσεις τών ανθρώπων.

Ο τίτλος δεν είναι μεταφορικός. Κυριολεκτεί. Ένας κήπος γίνεται ο άξονας γύρω απόν οποίο θα περιστραφεί ένα τμήμα τής ζωής τεσσάρων ανθρώπων. Μιας ηλικιωμένης μητέρας, μιας κόρης και δυο γιων.

Η μητέρα, χήρα, ζει σε μια μονοκατοικία που περιβάλλεται από έναν πανέμορφο κήπο, με μοναδικά φυτά, δέντρα και εντυπωσιακά λουλούδια. Η περιποίησή του απορροφά όλη της την ενέργεια και δεν μπορεί να φανταστεί την ζωή της χωρίς αυτόν, του οποίου γνωρίζει κάθε σπιθαμή, αλλά θυμάται και την ιστορία κάθε φυτού, από τη φύτευσή του μέχρι και το πώς αναπτύσσεται.

Η συνοικία όπου βρίσκεται το σπίτι τής ηλικιωμένης γυναίκας αποτελεί μέρος σχεδίου μιας γενικής ανοικοδόμησης, που στοχεύει στην αντικατάσταση των μονοκατοικιών από μεγάλα οικοδομικά συγκροτήματα, που θα αναβαθμίζουν την εμπορική αξία τής περιοχής.

Η μονοκατοικία και ο κήπος της γίνονται αντικείμενο μεγάλης οικονομικής ανταλλαγής. Η προσφορά δελεάζει τα τρία παιδιά, αφήνει, όμως, ασυγκίνητη την μητέρα. Η δική της ζωή είναι στο περιβόλι τών αναμνήσεών της, στον κήπο της, όπου συνομιλεί με τα δέντρα, τα λουλούδια, τις μυρωδιές και το χώμα. Άλλωστε, στην ηλικία που βρίσκεται μπορεί και ζει με τα ελάχιστα. Η αναπόληση του πεθαμένου συζύγου και των όμορφων στιγμών δεν απαιτεί οικονομικές δαπάνες.

Η εξέλιξη της ιστορίας συμβαίνει μέσα από την αφήγηση του ενός από τους δυο γιους, του Χουάν. Αυτός θα μιλάει για την μητέρα του, την Λουίζα Μπαρμπάλια:

«Μέσα στα χρόνια η μητέρα μου είχε τελειοποιήσει ένα καλεντάρι λιπάνσεων του χώματος που της επέτρεπε να διατηρεί το έδαφος εμπλουτισμένο και οξύτερο, προστατεύοντας τους θησαυρούς της απ’ τις συνέπειες της επαπειλούμενης χλώρωσης. Είχε επίσης μελετήσει τις ανάγκες σε νερό των φυτών, και τα πιο ζεστά απογεύματα του καλοκαιριού τους πρόσφερε ένα αναζωογονητικό λουτρό. Διέθετε μια ειδική ευαισθησία ώστε να αντιλαμβάνεται πότε ένα φυτό δεν ήταν στα καλύτερά του. Αρκούσε να το κοιτάξει από μακριά για να καταλάβει τι λογής βασικό πρόβλημα – ήλιος, νερό, χώμα – ή αρρώστια είχε…»

Η αδελφή του η Φαμπιόλα, ισχυρίζεται ότι το σπίτι πρέπει να πουληθεί για να απαλλαγεί η μητέρα τους από τις αναμνήσεις που φθείρουν την υγεία της. Ο αδελφός του, ο Φράνκο, γιατί είναι ευκαιρία όλοι τους να πάρουν μια σημαντική ανάσα μετά από τα χρόνια της κρίσης. Στον ίδιο θα δώσει την δυνατότητα ν’ αποκτήσει μια εξοχική μονοκατοικία για να ζήσει με τον σύντροφό του. Διαφορετικά τα κίνητρα για τον καθένα, που χτίζει τις προσδοκίες του ερήμην τής μητέρας.

Για την αδελφή του Φαμπιόλα θα πει πως «…υποστήριζε ότι η μαμά ζούσε στο μισοσκόταδο, νιώθοντας παντού την παρουσία του πατέρα μας, κυριευμένη από τη νοσταλγία. Παρόλο που είχε εμάς, τις φίλες της, τα εγγόνια και τα δισέγγονά της, έλεγε ότι, από τον θάνατο του μπαμπά και μετά, η ζωή δεν είχε πλέον νόημα για κείνην. Κι αυτό της συνέβαινε επειδή είχε αγκιστρωθεί σ’ εκείνο το σπίτι και σε όλα όσα βρίσκονταν μέσα του. Δεν είχε αλλάξει θέση ούτε σε ένα κάδρο. Έπρεπε να φύγει από κει το συντομότερο δυνατό…»

Η πώληση του σπιτιού και το μοίρασμα των φυτών γίνεται η αιτία να βγουν στην επιφάνεια κάποιες θαμμένες εμμονές μεταξύ τών αδελφών, ιδιαίτερα μεταξύ του Φράνκο και του Χουάν. Ο Φράνκο δεν μπορεί ν’ ανεχθεί την πραγματικότητα, ότι δηλαδή ο Χουάν είναι γκέι και πως αυτό είναι δικαίωμά του.

Η μητέρα θα πεθάνει χωρίς να φορτώσει με τύψεις τα παιδιά της για την πώληση του σπιτιού της, αλλά εκδηλώνοντας την επιθυμία της να τα δει αγαπημένα. Ο συγγραφέας επιχειρεί για μια ακόμα φορά την προσέγγιση της διαφορετικότητας των χαρακτήρων και το επιτυγχάνει, χαρίζοντάς μας μια συγκινητική νουβέλα…

Αγιόκαμπος Λάρισας, 9 – 7 – 2020