Στα συλλογικά ασυνείδητα η κυρίαρχη αίσθηση ύστερα από μια πολιτική νίκη –όταν μάλιστα στην εξουσία εναλλάσσονται δυο διαφορετικά πολιτικά κόμματα– έχει να κάνει με ό,τι θα έρθει μετά: με τις επιλογές, τις δράσεις και τις υλοποιήσεις. Και αυτό που έρχεται, π.χ. έναν χρόνο μετά, έχει να κάνει με τη συνταγή της «επιτυχίας». Και, με τη σειρά της, η συνταγή της «επιτυχίας» είναι απολύτως επιλεκτική. Αρκετοί κόβονται· δεν ακουμπούν όλοι την ευτυχία. Π.χ. το «όλες οι Ελληνίδες και όλοι οι Ελληνες», ή το «προχωράμε όλοι μαζί» είναι ένα ευκολόπιοτο πολιτικό ροσόλι. Ορισμένοι γίνονται ευτυχισμένοι και άλλοι –οι περισσότεροι– γίνονται δυστυχισμένοι.

Η συνταγή της «επιτυχίας» περιλαμβάνει ορισμένα ιδεοτυπικά χαρακτηριστικά, που –στις μετανεωτερικές μορφές διακυβέρνησης– κείνται πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς πλήττοντας το κοινωνικό σύνολο και προσβάλλοντάς το. Θα σταθούμε σε μερικά από αυτά.

Το πρώτο συνδέεται με την κομματική πεποίθηση ότι «το πρόγραμμά μας» τυγχάνει της πλήρους αποδοχής συμπάντων των καφενείων, των νοικοκυριών αλλά και της Ιστορίας. Συνήθως, «το πρόγραμμά μας» έχει μαξιμαλιστικούς στόχους και απλώνεται σε όλα πεδία της κοινωνικής ζωής. Οι συγγραφείς «του προγράμματος» είναι παντελώς άσχετοι με την πραγματικότητα αυτών των πεδίων. Απλά είναι μυημένοι στην παλαιοεπιστημονική αυτοπεποίθηση της επιδέξιας χρήσης των κοινωνικών δεδομένων για ιδιοτελείς πολιτικούς σκοπούς.Advertisement

Το δεύτερο έχει να κάνει με τους ενοχοποιητικούς φακέλους του βασικού πολιτικού αντιπάλου. Η αντίπαλη ανηθικότητα και –γιατί όχι– η αντίπαλη ανικανότητα γίνεται υπερόπλο της ημέτερης ηθικής και ικανότητας. Βεβαίως, μιλάμε για όπλο τελείως άσφαιρο, δεδομένου ότι η ανικανότητα του άλλου ποτέ, πουθενά, δεν εγγυήθηκε ούτε απέδειξε την ημέτερη κυβερνητική ικανότητα και αποτελεσματικότητα. Επιπλέον, στην πιο πάνω λογική ενδημεί μια από τις πιο στέρεες πτυχές της λαϊκιστικής πολιτικής: αυτή που διαχωρίζει «εμάς» ως καλούς και ικανούς από τους «άλλους» ως κατωτεράτζα.

Το τρίτο συστατικό της «επιτυχίας» εμπεριέχει το υλικό στοιχείο. Πρέπει «να είναι με το μέρος μας» το μεγάλο κεφάλαιο και οι ισχυρές επιχειρήσεις. Αυτή η ιδέα έχει συζητηθεί και αναλυθεί όσο καμία άλλη. Το αποτέλεσμα της εύκολης χρήσης της είναι η κατίσχυση του οικονομικού επί του πολιτικού και η πάγια ικανοποίηση των συμφερόντων μόνον του κεφαλαίου – με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη φτώχεια, την ανεργία, την εγκληματικότητα, την οργή αλλά και την κοινωνική παραίτηση και λοιπούς αναχωρητισμούς. Είναι το συστατικό που ανατρέπει στην πράξη τα πιο παραδεισένια κοινωνικά προγράμματα.

Το τέταρτο στοιχείο της συνταγής έχει να κάνει με την πνευματική ελίτ και τη διανόηση. Εδώ τα πράγματα είναι σχετικά εύκολα, γιατί το υπόβαθρο αυτής της κατηγορίας είναι –χωρίς να γενικεύω– λίγο πολύ ρηχό και ναρκισσευόμενο. Οι διανοούμενοι δεν είναι αναγκαίο «να είναι με το μέρος μας», αρκεί να λένε τα δικά τους. Μερικοί που ξεχωρίζουν, ας παίρνουν θέσεις, μισθούς ή βραβεία, για να μην έχουν χρόνο να ασχολούνται με την πολιτική – και όταν ασχολούνται, να φαίνονται γραφικοί, εμπαθείς και γελοίοι.

Το πέμπτο στοιχείο συνδέεται με τα μίντια – έναν επίσης πολυσυζητημένο θεσμικό, δημόσιο χώρο: με τον Τύπο και το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο στο οποίο, τις τελευταίες δεκαετίες, έχει προστεθεί το χαοτικό φορτίο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ποτέ στο παρελθόν δεν υπήρξε τόσο μεγάλη πληροφόρηση και ποτέ τόσο μεγάλη αποβλάκωση. Ποτέ δεν αξιοποιήθηκε τόσο η γραμμή στη «Σημειολογία» του Ουμπέρτο Εκο για τα μίντια, την είδηση και το γεγονός.

Ολοι οι πολιτικοί σχηματισμοί και οι κομματικές ηγεσίες αλληθωρίζουν μπροστά σε αυτό το κάστρο της σύγχρονης δημοκρατίας που, προκειμένου να αυτοσυντηρηθεί, είναι πρόθυμο να κάνει θέμα το παραπολιτικό και όχι την ουσία· να κάνει ορισμένες επικοινωνιακές εκπτώσεις αθώας συλλογικής παραπλάνησης, κρατώντας με καμάρι τον ρόλο του θυροφύλακα (gatekeeper) της είδησης, της πληροφορίας, εντέλει, «της δύναμης κατασκευάζουμε και να ανεβοκατεβάζουμε ηγέτες, ήρωες, πολιτικές αξίες, διασημότητες, μάγους και αγίους».

Με αυτά και με τούτα, και με αυτόν τον ελλειπή αλλά ιδεοτυπικό ενδεικτικό κατάλογο της πολιτικής «επιτυχίας», μπορούμε να ανιχνεύσουμε τα αποτυπώματα της συλλογικής αποτυχίας και δυστυχίας. Αυτή η συνταγή θεωρεί εκ προοιμίου ηλίθιους τους πολίτες. Προφανώς δεν είναι βήμα προόδου αλλά βέβαιη οπισθοδρόμηση.

Αλλωστε, «το της πόλεως όλης ήθος, ομοιούται τοις άρχουσιν» όπως θύμιζε ο Ισοκράτης στους αρχαίους Αθηναίους. Βεβαίως, κάθε φορά, αυτή τη σοφία έρχεται να τη συμπληρώσει μια παντοδυναμία: η σοφία της λαϊκής ψήφου. Αλλά αυτή η δύναμη είναι στιγμιαία, αντιπροσωπευτική, η μόνη οπλισμένη και η μόνη που –ενώ φαινομενικά δεν σκοτώνει κανέναν– μπορεί να σκοτώσει το μέλλον μιας ολόκληρης χώρας· των επόμενων γενεών.

 πηγη,