Βράβευση: Βραβείo τoυ Κύκλoυ τoυ Ελλ. Παιδικoύ Βιβλίoυ

loti petrovits

φωτ. Η συγγραφέας Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου

 

 

Μπορεί ένα τραγούδι να σημαδέψει την τραγική ιστορία τριών ανθρώπων; Αυτό ερευνούν να μάθουν η Χριστίνα και ο Φίλιππος. Είναι μαθητές του Γυμνασίου κι έχουν αναλάβει να βοηθήσουν στην ετοιμασία της γιορτής για την 28η Οκτωβρίου. Αρχικά, σχεδίαζαν απλώς να βρουν ανθρώπους που έζησαν εκείνα τα δύσκολα χρόνια, να μαγνητοφωνήσουν τις αναμνήσεις τους από την Κατοχή και να τις παρουσιάσουν στη γιορτή. Βρίσκουν τα κατάλληλα πρόσωπα, αλλά τα όσα περίεργα μαθαίνουν στη διάρκεια των μαγνητοφωνήσεων κινούν την περιέργειά τους. Υποψιάζονται πως υπάρχει κάποιο κρυμμένο παλιό μυστικό και αποφασίζουν να εξιχνιάσουν τι ακριβώς είχε συμβεί.

Η κυρία Ελισάβετ Νόιγκερ, δασκάλα του πιάνου, που η Χριστίνα την αγαπά ιδιαίτερα, είναι ένα από τα πρόσωπα που επιλέγουν τα παιδιά για τις μαγνητοφωνήσεις τους. Ένα άλλο πρόσωπο είναι κάποιος ηλικιωμένος που συναντούν στον λόφο του Στρέφη, κοντά στο σπίτι της κυρίας Ελισάβετ – το ίδιο σπίτι όπου είχε ζήσει τα παιδικά της χρόνια στην Κατοχή. Το δεύτερο αυτό πρόσωπο ήταν μέλος μιας αντιστασιακής οργάνωσης, αλλά αποφεύγει να αναφέρει ποιας ακριβώς, μολονότι διηγείται σημαντικά πράγματα στα παιδιά.

Η κυρία Ελισάβετ, μικρό κορίτσι στα χρόνια της Κατοχής, δείχνει να θυμάται πολλά, δέχεται όμως με δυσκολία να διηγηθεί τις εμπειρίες της. Είναι προφανές ότι κάτι τη στενοχωρεί και τη φέρνει σε δύσκολη θέση. Τα δύο παιδιά καταλαβαίνουν πως υπάρχουν πράγματα που δε θέλει να τους αποκαλύψει, προφανώς επειδή εμπλέκονται άνθρωποι που βρίσκονται ακόμα στη ζωή. Τα όσα προσπαθεί να κρύψει σχετίζονται με την προδοσία και την εκτέλεση από τους Ναζί της νεαρής Όλγας, μιας κοπέλας που συμμετείχε στην αντίσταση.

Η Όλγα ήταν 17 χρονών όταν έφτασαν οι Ναζί στην Αθήνα τον Απρίλη του 1941. Ζούσε με την οικογένεια της Ελισάβετ ως ψυχοκόρη. Στην οικογένεια περιλαμβάνονταν επίσης δύο θείες και δύο νεαροί εξάδελφοι, ο Θεοδόσης και ο Μενέλαος, που ήταν και οι δύο ερωτευμένοι με την  Όλγα.

Παρακολουθώντας τις διηγήσεις της κυρίας Ελισάβετ, ο Φίλιππος και η Χριστίνα –μαζί τους και ο αναγνώστης– μεταφέρονται νοερά και παρακολουθούν όλο το χρονικό της Κατοχής, τον σχηματισμό των αντιστασιακών ομάδων, το ιδεολογικό τους πλαίσιο και τις διαμάχες τους. Ο Μενέλαος ανήκει σε δεξιά οργάνωση, ο Θεοδόσης σε αριστερή. Η διαμάχη τους μεταφέρεται μέσα στην οικογένεια. Ο καθένας τους θέλει η Όλγα να δουλεύει για τη δική του ομάδα. Εκείνη θλίβεται για το μίσος που χωρίζει τις οργανώσεις. Μισεί τους Ναζί, θέλει να βοηθήσει στην αντίσταση, αλλά θέλει τους Έλληνες ενωμένους. Έτσι, αποφασίζει να βοηθάει μυστικά όσο μπορεί και τις δύο πλευρές, όσο επικίνδυνο κι αν είναι κάτι τέτοιο για τη ζωή της.

Ο Μενέλαος και ο Θεοδόσης δεν είναι οι μόνοι που έχουν ερωτευτεί την Όλγα. Ερωτευμένος μαζί της είναι και ο Κώστας, ο τσαγκάρης της γειτονιάς. Μολονότι πολέμησε ηρωικά στο μέτωπο της Αλβανίας, δεν εντάχθηκε σε καμία αντιστασιακή ομάδα. Θέλει να επιζήσει πάση θυσία και εργάζεται σκληρά, γιατί θεωρεί χρέος του να εξασφαλίσει τροφή και προστασία στον μικρότερο αδελφό του Νίκο, ως μόνος προστάτης του. Ο Νίκος, ωστόσο, συνεργάζεται με την Όλγα κρυφά από τον αδελφό του.

Η υπόθεση περιπλέκεται όταν το 1943, με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, οι Ιταλοί που βρίσκονται στην Ελλάδα περιέρχονται σε δεινή κατάσταση και διώκονται από τους Ναζί, όπως ακριβώς και οι Έλληνες αντιστασιακοί. Η οικογένεια της Ελισάβετ κρύβει στο υπόγειο του σπιτιού έναν Ιταλό, τον Τζιάννι, όπως έκαναν πολλοί  Έλληνες από ανθρωπισμό προς τους πρώην εχθρούς τους. Ο Μενέλαος και ο Θεοδόσης δεν έχουν αντίρρηση. Εκείνος που θυμώνει σε λίγο καιρό με την περίθαλψη του Ιταλού είναι ο τσαγκάρης. Αιτία η ζήλια του, επειδή μαθαίνει ότι ο Τζιάννι γλυκοκοιτάζει την Όλγα.

Στις αρχές του 1944 οι έρευνες των Ναζί για κρυμμένους Ιταλούς εντείνονται. Ο Τζιάννι μεταφέρεται για ασφάλεια σε μια σπηλιά στον λόφο του Στρέφη. Η Όλγα και ο αδελφός του τσαγκάρη αναλαμβάνουν να του πηγαίνουν φαγητό. Ως σύνθημα για να καταλαβαίνει ότι πλησιάζουν έχουν συμφωνήσει να σφυρίζουν τον σκοπό από ένα πασίγνωστο ευρωπαϊκό τραγούδι που το ήξεραν και οι τρεις: Τη «Φλαμουριά» του Σούμπερτ.

Κάποια μέρα, παρ’ όλες τις προφυλάξεις τους, οι Ναζί συλλαμβάνουν και τους τρεις στον λόφο. Τους φυλακίζουν και τελικά τους εκτελούν. Είναι φανερό πως υπήρξε προδοσία. Ποιος απ’ όλους εκείνους που ήξεραν το κρησφύγετο ήταν ο προδότης;

Τη λύση σ’ αυτό το μυστήριο προσπαθούν με κάθε τρόπο να βρουν ο Φίλιππος και η Χριστίνα καθώς συνεχίζουν να συλλέγουν υλικό για τη γιορτή του σχολείου. Και αυτό που αναπάντεχα θα ανακαλύψουν θα βοηθήσει τελικά να μαθευτεί όλη η αλήθεια για κείνη την προδοσία και να ξεδιαλύνει μια υπόθεση που βασάνιζε για χρόνια τους πρωταγωνιστές της.

 

Κριτική:
“…΄Εvα ακόμη μυθιστόρημα της γvωστής συγγραφέα πoυ με άψoγη τεχvική, θαυμάσια γλώσσα και ρέoυσα αφήγηση συvδέει τo παρελθόv με τo παρόv, εvώ παράλληλα ζωvταvεύει μια επoχή και πρoβάλλει σύγχρovες αξίες.”
Μάvoς Κovτoλέωv, Περιoδικό ΔIΑΔΡΟΜΕΣ, τ. 25 – ‘Αvoιξη 1992

“…Πρωτότυπος ο τρόπος της παράλληλης παρουσίασης του τότε και του τώρα. Ελκυστική η πλοκή και η ανέλιξη των γεγονότων, που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη ως το τέλος, ρεαλιστική η περιγραφή των εφηβικών σχέσεων. Και έρχεται ύστερα η ωραία γλωσσική διατύπωση, ο σφiχτοδεμένος διάλογος, ο λυρικός στοχασμός…”
Μιχαλάκης Ι. Μαραθεύτης, Φιλόλογος – Παιδαγωγός τ. Διευθυντής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας της Κύπρου – 3.6.1992

“Η Λ.Π.-Α., με τo καιvoύριo της μυθιστόρημα για εφήβoυς, πρoτείvει μια βαθιά αvθρώπιvη στάση απέvαvτι στα γεγovότα πoυ σφράγισαv τo πρόσφατo παρελθόv και καθoρίζoυv, ως έvα βαθμό, τo παρόv και τo μέλλov αυτoύ τoυ τόπoυ”.
Περιoδικό ΔIΑΒΑΖΩ, τ. 290, 24 Ioυvίoυ 1992

“Η συγγραφέας, με δύvαμη πέvας εvάργειας, διείσδυση ψυχική, εμπειρία ιστoρική, μας ζωvταvεύει αvάγλυφα τηv επική φυσιoγvωμία τoυ πovεμέvoυ και περήφαvoυ λαoύ μας. ‘Ολα αυτά μαρτυρoύv πάθoς για τηv πατρίδα και τoυς αvθρώπoυς της”.
Iωάvvης Θεoχάρης, Εφημερίδα ΠΡΩIΝΟΣ ΛΟΓΟΣ, Iωάvvιvα 18 Μαρτίoυ 1992

“…Μαεστρία στο ξετύλιγμα των γεγονότων αλλά και ευστοχότατες επισημάνσεις… Μου άρεσε για τη μαστοριά, την ανθρωπιά και τη σωστή του θέση… ΄Ενα βιβλίο ντοκουμέντο”.
Ι.Δ. Ιωαννίδης, Πάτρα, 23.11.1992

“Αμεσότητα στηv αφήγηση, αρμovικά ζυγιασμέvη καταγραφή και αvάπλαση κάπoιωv ιστoρικώv δεδoμέvωv και κάπoιoυ σύγχρovoυ vεαvικoύ τρόπoυ σκέψης και συμπεριφoράς. Η αίσθηση τoυ τωριvoύ ρυθμoύ ζωής, τo συvεχές παρόv της oικειoπoιείται πλαστικά, “μoυσικά”, μιαv άλλη επoχή, χρωματίζovτάς τηv με γραμμές πoυ και τη σκληρότητά της απαλύvoυv και τov ηρωισμό της εξαίρoυv.”
ΔΕΛΤIΟ τoυ Κύκλoυ τoυ Ελληvικoύ Παιδικoύ Βιβλίoυ, 2 Απριλίoυ 1995

«Η διδασκαλία της Ιστορίας είναι στη χώρα μας δύσκολη υπόθεση. Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο στις σχέσεις μας με τους άλλους λαούς, αλλά και στον τρόπο που διαχειριζόμαστε τις μεταξύ μας διαμάχες και διχασμούς…  Εκεί όμως που σκοντάφτει η ατομική προσπάθεια των εκπαιδευτικών και αποτυγχάνουν τα συστήματα διδασκαλίας, έρχεται – εσκεμμένα ή όχι – η αρωγή της λογοτεχνίας… Σ’ αυτό το πλαίσιο είναι γραμμένο το βιβλίο της Λ.Π.-Α. Τραγούδι για τρεις. Με αφορμή τη συγκέντρωση υλικού από δύο μαθητές για τη γιορτή της 28ης Οκτωβρίου, ξεδιπλώνονται ιστορίες της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης που κόβουν την ανάσα. Παράλληλα με τη μυθοπλασία βλέπουμε ζωντανά το έπος του 40, την πείνα, την Αντίσταση στο βουνό και στην πόλη. ΄Ολα αυτά με ύφος απαράμιλλο, γλώσσα ρέουσα, περιγραφές ελκυστικές… Η συγγραφέας δεν παραθέτει απλά τα γεγονότα, έρχεται να προτείνει μια βαθιά ανθρωπιστική στάση απέναντί τους. Παρουσιάζει δίκαια την ιστορία, απομυθοποιώντας, όπου χρειάζεται, και προβάλλοντας νέες αξίες. Και με την τρυφερή συμπόνια των αρχαίων δραματικών προσφέρει, σ’ όσους χάθηκαν πολεμώντας, το θρήνο και τον έπαινο».
Θ. Μπουραζόπουλος, φιλόλογος
Εφημερίδα 6ου Γυμνασίου Γαλατσίου ΤΑΞΙΔΕΥΤΕΣ, τ. 17ο, Μάιος-Ιούνιος 2006

Περισσότερα για το βιβλίο: http://www.i-read.i-teen.gr/book/tragoydi-gia-treis