Θανάσης Βασιλείου/ Το ρευστό ευρωπαϊκό όνειρο και η Ελλάδα

Μετά τις διευρύνσεις του 2004 και του 2007, η Ευρώπη των 28 είχε συνολικό πληθυσμό άνω των 500 εκατομμυρίων και ήταν η μεγαλύτερη ενιαία αγορά στον κόσμο. Εκείνη την περίοδο ο Τζέρεμι Ρίφκιν –από τους Αμερικανούς παγκόσμιους στοχαστές που ξέφευγαν από τον αμερικανικό σκεπτικισμό σε σχέση με το ευρωπαϊκό εγχείρημα– έβλεπε την Ευρώπη σαν «ένα τεράστιο εργαστήρι για την επανεξέταση του μέλλοντος της ανθρωπότητας». Στο βιβλίο του «Το ευρωπαϊκό όνειρο: Πώς το όραμα της Ευρώπης για το μέλλον επισκιάζει αθόρυβα το αμερικανικό όνειρο» (Λιβάνης, 2005) σημείωνε ότι «…ενώ το αμερικανικό όνειρο δίνει έμφαση στην ανεξέλεγκτη οικονομική ανάπτυξη, στον προσωπικό πλούτο και στην επιδίωξη ατομικού προσωπικού συμφέροντος, το ευρωπαϊκό όνειρο εστιάζει περισσότερο στην αειφόρο ανάπτυξη, την ποιότητα ζωής και την καλλιέργεια του κοινοτικού πνεύματος». Ομως, ο Ρίφκιν δεν έβλεπε ότι ο κόσμος, μετά το 1989 (πτώση του Τείχους του Βερολίνου και ενοποίηση της πρώην Ανατολικής Ευρώπης με τη Δύση), είχε εισέλθει σε έναν «Β’ Ψυχρό Πόλεμο», με άλλο ρόλο για το ΝΑΤΟ, με επιστροφή στην εχθρική ρητορική και επιδείξεις στρατιωτικής ισχύος, που πολλοί πίστευαν ότι είχαν εξαφανιστεί από την εποχή της λεγόμενης «χαμένης» δεκαετίας του 1970.

Οι παγκόσμιοι διάλογοι δεν ήταν εύκολοι – κάθε άλλο. Αρκετοί είχαν αντικαταστήσει τον παλαιό όρο «Χριστιανικός κόσμος» με τον όρο «Ευρώπη». Τόσο στη Δύση όσο και στην Κεντρο-ανατολική Ευρώπη πολλοί μιλούσαν για εξαπατημένο και διαστρεβλωμένο σοσιαλισμό και, όλοι από κοινού, για κάτι νέο που θα συνδύαζε ειρήνη, δημοκρατία, δικαιώματα, ευημερία, κοινωνία πολιτών και ανθρωπισμό. Ο Ιμάνιουελ Βαλερστάιν είχε επινοήσει ad hoc τον όρο «ουτοπιστική» (βλ. «Ουτοπιστική ή, αλλιώς, Ιστορικές επιλογές για τον 21ο αιώνα», εκδ. Κέδρος, 2011) εννοώντας όχι τις ανέφικτες «ουτοπίες», αλλά «τη σοβαρή επανεκτίμηση των ιστορικών εναλλακτικών λύσεων. Οχι κάποιο τέλειο, αλλά ένα καλύτερο εναλλακτικό και ιστορικά εφικτό μέλλον».

Η παγκόσμια οικονομική ύφεση του 2008 άλλαξε ριζικά τις προηγούμενες εκτιμήσεις. Η απότοκη κρίση της ευρωζώνης το 2010-12 ανέδειξε την ηγεμονία της Γερμανίας (χωρίς να επωμίζεται τα βάρη του ηγεμόνα) με τη μακρόβια καγκελάριο Μέρκελ να κάνει κάθε φορά υπερβάσεις προκειμένου να συνεχίσει να υπάρχει το ευρώ και η αγορά – αλλά τίποτα περισσότερο. Η διευθέτηση της ελληνικής περίπτωσης (της ελληνικής ιδιαιτερότητας στην κρίση χρέους) δημιούργησε μια χαμένη δεκαετία για την Ελλάδα και δημοσιονομικό πόνο για τους Ελληνες. Το ίδιο συνέβη με τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, με αποτέλεσμα η de facto οικονομική διαίρεση της Ευρώπης μεταξύ Βορρά και Νότου να διατηρείται το 2020.

Σήμερα, το ευρωπαϊκό όνειρο που επαινούσε ο Ρίφκιν είναι ρευστό, θαμπό και ημιτελές. Στα περισσότερα κράτη-μέλη της Ε.Ε. έχουν επανέλθει οι νεο-εθνικισμοί, οι προστατευτικές δυνάμεις, οι εθνικές καχυποψίες, ο αυταρχικός έλεγχος, ο ακροδεξιός λαϊκισμός, η αριστερή αφωνία. Η κρίση του μεταναστευτικού-προσφυγικού το 2015 έδειξε αδυναμίες. Η εξάπλωση των συγκρούσεων στην Ουκρανία ή τη Συρία και η αποδυνάμωση των κανόνων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ιδίως σε σχέση με τους αιτούντες άσυλο και τους μετανάστες, δείχνει μια φοβική ήπειρο. Το 2016 –με ολοκληρωμένο πια το Brexit– δεν είναι τόσο μακρινό ώστε να μη θυμίζει τα αδιέξοδα των «νεο-εθνικισμών». Ο ασύντακτος «παγκόσμιος Τραμπισμός» και ο «νεο-οθωμανικός Ερντογανισμός», τα συμφέροντα της Γαλλίας (λ.χ., στη Λιβύη) ή της Γερμανίας (λ.χ., στην Τουρκία) ή της Αγγλίας (λ.χ., στην Κύπρο ή στην Τουρκία) είναι εδώ για να θυμίζουν την κατάργηση της γνώριμης διεθνούς τάξης που βοήθησε στην οικοδόμηση της ειρήνης και της Ευρωπαϊκής Ενωσης στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.

Η κατάσταση, όπως έχει, περιγράφεται καλύτερα από τον Ζίγκμουντ Μπάουμαν στο «Europe: An Unfinished Adventure» (Ευρώπη: Μια ημιτελής περιπέτεια). Καθώς η μεταπολεμική τάξη διαλύεται, δεν έχει αποκρυσταλλωθεί μια νέα για τον 21ο αιώνα. Αυτός ο ρευστός κόσμος χρειάζεται τις ποιότητες της Ε.Ε. Το Ταμείο Ανάκαμψης και το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο είναι ένα βήμα. Αλλωστε, δεν υπάρχει κάτι καλύτερο. Ομως, δεν επιλύει τα προβλήματα της Ε.Ε. Ούτε βέβαια τα θεμελιώδη προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας.

Η Ελλάδα έχει αποφύγει τα χειρότερα. Αλλά θα πρέπει να αποφασίσει το οικονομικό της μοντέλο, τη θέση της στον διεθνή καταμερισμό και στην παγκόσμια κοινότητα (θέλουμε μόνον τουρισμό ή και κάτι άλλο; Τι γίνεται με την Τουρκία του Ερντογάν;), Και αυτό είναι το δικό μας ρευστό μέρος: οι εθνικές πολιτικές. Οχι της κυβέρνησης, αλλά του όλου πολιτικού συστήματος. Και με τη βαθιά επίγνωση ότι κάθε ευρωπαϊκή ολιγωρία, ρευστότητα ή αδυναμία θα επηρεάζει δυσμενώς την Ελλάδα.