Η Olivia de Havilland, μία από τις τελευταίες ηθοποιούς της περίφημης Χρυσής Εποχής του Χόλιγουντ, πέθανε σε ηλικία 104 ετών.    Κατά τη διάρκεια της καριέρας της, η Βρετανίδα ηθοποιός βραβεύτηκε με δύο Όσκαρ για τις ερμηνείες της στις ταινίες To Each His Own (1946) και The Heiress (1949). Στην ταινία «Όσα παίρνει ο Άνεμος» είχε ενσαρκώσει την ηρωίδα Μέλανι Χάμιλτον -ρόλος με τον οποίο έγινε πασίγνωστη και για τον οποίον είχε επίσης προταθεί για Όσκαρ, όπως και για τις ερμηνείες της στα φιλμ The Snake Pit και Hold Back the Dawn.   Πρωταγωνίστησε μεταξύ άλλων στις ταινίες Κάπτεν Μπλαντ του 1935, Ρομπέν των δασών του 1938. Η αντιπαλότητα με την αδελφή της και πασίγνωστη ηθοποιό Τζόαν Φοντέιν αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης στο χώρο του Χόλιγουντ για χρόνια.

Η κατά κόσμον Olivia Mary de Havilland γεννήθηκε στο Τόκιο από Βρετανούς γονείς, τον δικηγόρο Ουόλτερ Ντε Χάβιλαντ και την ηθοποιό Λίλιαν Αυγούστα Ρουζ. Οι γονείς της χώρισαν όταν αυτή ήταν ακόμα τριών ετών και μετανάστευσε με τη μητέρα της και την αδελφή της Τζόαν στην Σαρατόγκα της Καλιφόρνια. Οι δυο αδελφές είχαν κακές σχέσεις από μικρές κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη αποξένωσή τους από το 1975 κι έπειτα. Στα 18 της η de Havilland, ακόμη φοιτήτρια στη δραματική σχολή επιλέχθηκε να ερμηνεύσει το ρόλο της Έρμια στο Όνειρο Θερινής Νυκτός του Σαίξπηρ που ανέβαινε εκείνη την περίοδο σ’ ένα θέατρο της Καλιφόρνια.   Την ίδια χρονιά η εταιρεία παραγωγής Warner Bros χρηματοδότησε τη μεταφορά του θεατρικού στη τηλεόραση και η de Havilland βρέθηκε να ερμηνεύει ξανά το ρόλο της Χέρνια, αυτή τη φορά στη μεγάλη οθόνη. Ακολούθησε το συμβόλαιο με τη Warner Bros και μια σειρά ταινιών στις οποίες αποτέλεσε το κινηματογραφικό έτερον ήμισυ του Έρολ Φλιν.   Η αναγνώριση για τη de Havilland ήρθε το 1939, μετά τη συμμετοχή της στην ταινία του Βίκτορ Φλέμινγκ «Όσα παίρνει ο άνεμος», αλλά έχασε το όσκαρ Β’ γυναικείου ρόλου από τη συμπρωταγωνίστριά της Χάτι Μακ Ντάνιελ.

Η ιστορική νίκη στα δικαστήρια   Η de Havilland δεν ήταν ευχαριστημένη με τον τρόπο που αξιοποιείτο από τη Warner Bros, όπως αργότερα και η φίλη της Μπέτι Ντέιβις. Το 1943 η de Havilland πήγε στα δικαστήρια με τη Warner Bros και κατάφερε να αποδεσμευτεί από τους όρους του συμβολαίου της, μετά από μία μακρά σειρά επιτυχημένων ταινιών.   Για αυτή της την νομική νίκη έμεινε στην ιστορία, διότι κέρδισε μόνη της μια σημαντική μάχη, υποστηρίζοντας πως τα δεσμευτικά χρόνια μετράνε ημερολογιακά, και όχι ανάλογα με τις ταινίες που το στούντιο προσφέρει στους σταρ με αποκλειστικότητα.   Ο όρος πήρε έκτοτε το όνομά της: De Havilland Law, ή De Havilland Clause, κι έκτοτε πολλοί καλλιτέχνες το έχουν επικαλεστεί ως δεδικασμένο για να λύσουν τη δέσμευσή τους από άδικα δεσμά, όταν υπάρχει δημιουργική διαφωνία.   Ήταν γνωστή και αγαπητή για την ειλικρίνειά της και την γεμάτη ζωντάνια ενσάρκωση των ρόλων που αναλάμβανε. Σπάνια αποφάσιζε να ερμηνεύσει ρόλους κακών ηρωίδων αν και θεωρείτο κορυφαία και σε αυτό.        Κοιτάζοντας πίσω την μακρά καριέρα της, η de Havilland είχε δηλώσει στον Independent ότι ένιωθε πως είχε ζήσει μια πλήρη ζωή. «Δεν νιώθω χαρούμενη, ούτε ικανοποιημένη αλλά κάτι άλλο. Ευγνωμονώ που έζησα και έκανα τόσα πολλά πράγματα που ήθελα, και τα οποία είχαν νόημα για άλλους ανθρώπους».

Πηγή: www.lifo.gr