Η Αθήνα των χαμένων οροφογραφιών

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ/ Καθημερινη 

Η αφανής πόλη ζει τη ζωή της λάθρα σε μισοσκότεινα δωμάτια, με τα παντζούρια κουφωτά και τις πόρτες μανταλωμένες. Συχνά αναλογίζομαι πόσες ζωγραφισμένες οροφογραφίες σε ερειπωμένα σπίτια της Αθήνας επιζούν ρηγματωμένες ή με σκασμένες τις επιφάνειες από τον χρόνο και την υγρασία. Αναρίθμητα κοσμήματα της πόλης θα χαθούν για πάντα, θα κονιορτοποιηθούν όπως αφανίστηκαν ακόμα περισσότερα και πολύ σημαντικά, σε όλους τους δρόμους της πόλης, ήδη από τον Μεσοπόλεμο.

Πρόσφατα στην είσοδο του παλιού ξενοδοχείου «Μπάγκειον» στην Ομόνοια, με τους περίτεχνους καθρέφτες της αθηναϊκής μπελ επόκ, το βλέμμα μου είχε τραβήξει μια σκαλισμένη μορφή, με εκείνα τα άφυλα χαρακτηριστικά, όμοια των αγγέλων ή των αρχαίων εφήβων. Υπήρχε μια θεατρικότητα και αυτή η έκφραση του δράματος εισέβαλε σε μια καθημερινότητα λίγο-πολύ τραγική με την έννοια της συνύπαρξης της ένδειας και της πλειοδοσίας. Εφερα στον νου ημίθεους και θεότητες, ήρωες και φρουρούς της πόλης, σε πηλό οι μορφές τους, σαν θεατρικές μάσκες, σε εκείνο το σημείο συνάντησης του κλασικού με την αρ νουβό, σε σπίτια του Ψυρρή, του Νέου Φαλήρου, της Αχαρνών. Μια διασπορά ηρωικών μορφών, σαν αυτές που τραγουδούσαν οι τροβαδούροι, σαν παλικάρια λαϊκών παραμυθιών και κόρες νεοκλασικών επιστυλίων.

Ολη αυτή η διασπορά κρατούσε ζωντανή την παράλληλη αφήγηση της ζωής, της ψευδαισθητικής αλλά τόσο σημαντικής για τη διαστολή της εμπειρίας. Οσα δεν μπορούμε να δούμε αλλά φανταζόμαστε εντείνουν την επιθυμία. Ερχονται στον νου οι φωτογραφίες από τα εσωτερικά των μεγάλων αρχοντικών της Αθήνας, ανοιγμένα από τις μπουλντόζες, φαγωμένα από μέσα, με ιωνικούς κίονες γερμένους, με μαρμάρινα κλιμακοστάσια ξεριζωμένα, με σφίγγες και Καρυάτιδες λεηλατημένες… οι φωτογραφίες του Παύλου Μυλωνά από το 1938 μαρτυρούν την κατεδάφιση της οικίας Αμβροσίου Ράλλη στην οδό Δραγατσανίου. Ενα από τα ονομαστά σπίτια της Αθήνας του Οθωνα, που γκρεμίστηκε για να ανοικοδομηθεί τελικά μεταπολεμικά, με τη μνήμη του πλέον εξαερωμένη, όπως και όλων των άλλων περίλαμπρων μεγάρων της Αθήνας που ήδη από το 1930-1935 είχαν αρχίσει να πέφτουν στην Ακαδημίας, στη Νίκης, στη Βασιλίσσης Σοφίας…

Οι θαμπές μνήμες των εσωτερικών αντανακλούν την παράλληλη, σιωπηρή πόλη, που επιζεί πλέον σε όσα σπίτια στέκουν ακόμη μαντρωμένα στην ερημιά τους. Αυτά τα εσωτερικά θα παραμείνουν αφανή, όπως είναι και η δίχως ίχνη μνήμη όσων προ πολλού έχουν γίνει σκόνη. Στην οδό Παλαιολόγου 25, στη συνοικία του Αγίου Παύλου, ένα από τα ωραία αθηναϊκά σπίτια, ονομαστό για την αρμονία του και τον ήρεμο αρχοντικό ρυθμό του, κρατάει μακριά από τη σκηνή της πόλης, τα πλούσια διακοσμημένα ταβάνια του. Τα βλέπω στο βιβλίο του Μάνου Μπίρη για την αθηναϊκή αρχιτεκτονική 1875-1925 όπως και τις οροφογραφίες από σπίτια που χάθηκαν, στην Πειραιώς και Γερανίου ή σε σπίτια που στέκουν σχεδόν κατεστραμμένα όπως στο νεοκλασικό σπίτι της οδού Κολοκυνθούς 45 με τις ροκοκό οροφογραφίες. Ποιος διαβάτης θα το φανταζόταν;

Η Αθήνα των μισοσκότεινων δωματίων που ζουν λάθρα αφηγείται βουβές ιστορίες. Χιλιάδες δωμάτια σαν αυτά εξαερώθηκαν και μαζί τους τα έπιπλα, οι καθρέφτες, τα χαρτιά… μετακινήσεις που φέρνουν στον νου το άδειασμα του καφενείου του Ζαχαράτου στην πλατεία Συντάγματος το 1963, το γκρέμισμα των αρχοντικών της οδού Ακαδημίας σχεδόν στο σύνολό τους, το μέγαρο Καλλιγά, στη Βασιλίσσης Σοφίας, το Μέγαρο Νεγρεπόντη, Αμαλίας και Οθωνος, τα σπίτια στην Καραγεώργη της Σερβίας, στη Βουλής, στην Απόλλωνος, στην Ευριπίδου… Οι σκιές των δωματίων δεν αφήνουν ίχνη.