Θανάσης Βασιλείου/ Η έπαρση των άλλων

Οταν είχε ξεκινήσει η κρίση του ευρώ με τα greek statistics και το ελληνικό χρέος –πριν από μία δεκαετία– αρκετοί είχαν προβλέψει ότι η λιτότητα που επιβλήθηκε στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου θα αποτύχει. Μια μερίδα οικονομολόγων των ΗΠΑ –περίπου, κεϊνσιανοί– έδιναν ελάχιστες ελπίδες στην αρχιτεκτονική του ευρώ και της ευρωζώνης. Βέβαια, το ευρώ δεν κατέρρευσε, ούτε και η Ελλάδα, και αυτό έδειξε τη χαμηλή προβλεπτική ικανότητα της επιστήμης που, όταν λειτουργεί με έπαρση, γίνεται ανυπόληπτη μελλοντολογία ιδεολογικών και «πολιτικών» μαγειρείων.

Δυστυχώς, αυτό που προέκυψε ήταν μια χώρα αλλαγμένη αλλά περίπου ίδια με τη χώρα πριν από την κρίση. Με αύξηση της ανεργίας, αύξηση της φτώχειας και της ανισότητας, της παθογένειας και με μια χαμένη δεκαετία. Προφανώς, η Ελλάδα είχε ανάγκη τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις πολύ πριν από την κρίση. Το καμπανάκι κινδύνου ήδη χτυπούσε στη μεταολυμπιακή φάση. Από το 2004 έως το 2009 όλοι βλέπαμε να απαξιώνεται μπροστά στα μάτια μας η ολυμπιακή κληρονομιά και δεν κάναμε τίποτα. Το θέμα αυτό, όμως, ποτέ δεν ήταν μόνο μια εσωτερική υπόθεση. Ηταν αποτέλεσμα του κανόνα των άλλων, της ιδιοτέλειάς τους, του μέτρου τους ή, τέλος, της δικής τους έπαρσης για τον νεοφιλελεύθερο κανόνα.

Τόσο η Ευρώπη όσο και η ευρωζώνη χρειάζονταν τις δικές τους μεταρρυθμίσεις. Και η Ελλάδα, ακόμα περισσότερες. Ομως, η συντριπτική μερίδα του ελληνικού πολιτικού συστήματος –η μερίδα με την ευθύνη για την κρίση, Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ– ενώ έβλεπε ότι τα μέτρα στο σύνολό τους ήταν υφεσιακά, δεν είχε καμία αντίρρηση να τα εφαρμόσει, αφ’ ενός γιατί δεν είχε κατά νου κάποια άλλη στρατηγική και αφ’ ετέρου γιατί η εγχώρια έπαρση αυτού του πολιτικού συστήματος έδινε παράλληλη μάχη να κουκουλώσει την ευθύνη της για τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό.

Εκτός από την περίοδο του ΣΥΡΙΖΑ –που κάτι ψέλλισε για την Ευρώπη, δίχως να κάνει πολλά για την Ελλάδα και δίχως να έχει απαλλαγεί από τον ογδοντάχρονο σταλινισμό του–, δεν ακούστηκε παρά ευκαιριακά κάποιο αίτημα για αλλαγή της λειτουργίας της Ευρώπης και κανένα ουσιαστικό αίτημα για ορθολογική λειτουργία των ελληνικών θεσμών. Δεν γονιμοποιήθηκε καν ο αντικρατισμός του Μαρξ.

Παραδείγματος χάρη, όταν απόφοιτοι Δημοτικού αμείβονται σε κάποια «ΠΑΣΟΚικού τύπου» πρώην ΔΕΚΟ με 45.000-60.000 ευρώ ετησίως, αλλά χιλιάδες πτυχιούχοι και ταλαντούχοι είναι άνεργοι, αζήτητοι ή μεταναστεύουν έτοιμοι να ευεργετήσουν τη Γερμανία, την Αγγλία ή την Ολλανδία και το Βέλγιο, τότε κάτι δεν πάει καλά τόσο για τους νεοφιλελεύθερους όσο και για τους κομμουνιστές. Οταν ο έντιμος που δηλώνει το εισόδημά του των 25.000-30.000 ευρώ, δεν μπορεί να στείλει το παιδί του στη φοιτητική εστία γιατί λογίζεται πλούσιος, αλλά το στέλνει εύκολα εκείνος που δηλώνει 3.000 και 5.000 (ενώ βγάζει εισόδημα 40.000-60.000 ευρώ ετησίως), τότε κερδίζει το λαμόγιο και τιμωρείται ο έντιμος. Πάλι κάτι δεν πάει καλά.

Ωστόσο, η έπαρση που υποστηρίζει ότι «όλα βαίνουν καλώς» στην τροχιά του νόθου κρατικού καπιταλισμού με αγορά, ενώ το μόνο που παράγεται είναι «υπερπραγματικότητα» και συσκότιση της πραγματικότητας, εμποδίζει τα πάντα. Εξανεμίζει εναλλακτικές ευκαιρίες. Καίει όλες τις εμπειρίες και τα οφέλη της μεταπολεμικής δυναμικής και δυνητικής ευημερίας. Στρώνει χαλί στον συγκεντρωτισμό, τη διόγκωση της κομματικοκρατικής διακυβέρνησης και δίνει το πάνω χέρι στον νεποτισμό, την αναξιοκρατία και τις αντιπαραγωγικές πολιτικές –ως πρακτικές οδυνηρής, και άδηλου μέλλοντος, έρπουσας κρίσης.

Κάποιοι φταίνε. Ομως, οι φταίχτες δεν είναι μονομερώς, οι ξένοι ή ο αντίπαλος πολιτικός σχηματισμός. Επιπλέον, το «ποιος φταίει» –ακόμα και για υποθέσεις που απασχολούν την επικαιρότητα, όπως το Μάτι ή η Novartis, η Marfin ή παλιότερα η Siemens, το Βατοπέδι κ.λπ. κ.λπ.–τελικά ίσως να είναι μια λάθος ερώτηση που δεν απαντάει στο: «Και τώρα τι κάνουμε;». «Πού θα βρούμε βρακί να βάλουμε στον ξεβράκωτο βασιλιά;». Εδώ, η έπαρση γίνεται εγχώριο δεινό.

Ο λαός –ο μύθος που δεν κάνει λάθη– με την εύνοιά του και με την ενοχή του επιτρέπει την αναπαραγωγή κληρονομικών πολιτικών ελίτ που καμία σχέση δεν έχουν με την πραγματικότητα γιατί δεν ζουν στον πραγματικό κόσμο, με αναμενόμενα αποτελέσματα.

Ωστόσο η έπαρση (τα «όλοι μαζί για τη νίκη»), η οίηση, οι μαξιμαλισμοί, η ωραιοποίηση και το ψέμα ως μέσα πολιτικής επιβίωσης, κάποια στιγμή, τελειώνουν. Το ερώτημα είναι: «Θα σταματήσει το ατελείωτο –και επώδυνο– αφήγημα της μετα-ωραίας Ελλάδας;». Δύσκολο! Το είχε πει ο Λα Ροσφουκό το 1664: «Αν δεν ήμασταν επηρμένοι, δεν θα δυσανασχετούσαμε με την έπαρση των άλλων»