Αρκεί το Ταμείο Ανάκαμψης για να αναστραφεί το brain drain;

Αναλύει ο Ρωμανός Γεροδήμος*

Η συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Ταμείο Ανάκαμψης και το πακέτο 72 δισ. ευρώ που εξασφάλισε η Ελλάδα για τα επόμενα επτά χρόνια, μέσα από επιχορηγήσεις, δάνεια, το ΕΣΠΑ και την ΚΑΠ, αποτελούν σημαντικές εθνικές επιτυχίες. Η κυβέρνηση προχωράει με γρήγορα βήματα στη δημιουργία ενός εκτελεστικού μηχανισμού που θα συντονίσει τη διαχείριση του πακέτου, σε συνδυασμό με την επεξεργασία και εφαρμογή των προτάσεων της επιτροπής Πισσαρίδη. Μετά από δέκα χρόνια βαθιάς συστημικής κρίσης, η Ελλάδα φαίνεται να μπαίνει για τα καλά σε μια τροχιά οικονομικής ανάκαμψης.

Κατά πόσον όμως μπορεί αυτή η στρατηγική να αντιμετωπίσει τις βαθύτερες παθογένειες που μαστίζουν τη χώρα; Σε ποιo βαθμό είναι σωστές αυτές οι προτεραιότητες αυτές για να καταστήσουν την Ελλάδα μια χώρα που θα προσελκύει και θα διευκολύνει, αντί να διώχνει και να δυσκολεύει ανθρώπους, επενδύσεις, πρωτοβουλίες, καινοτομία, παραγωγή και δημιουργία; Μπορεί, για παράδειγμα, το Ταμείο Ανάκαμψης όχι απλώς να ανακόψει, αλλά και να αναστρέψει, τη διαφυγή πολύτιμου ανθρώπινου δυναμικού απ’ τη χώρa (το λεγόμενο brain drain); «Αρκεί» ένα πακέτο 72 δις για να γίνει η Ελλάδα – ας μου επιτραπεί για χάριν του επιχειρήματος αυτή η οριενταλιστική και κάπως άδικη έκφραση – μια «κανονική» χώρα;

Χωρίς σε καμία περίπτωση να υποτιμούμε τη σημασία της επιτυχίας αυτής, καθώς και τα οφέλη του πακέτου, των προτάσεων και των θεσμικών αλλαγών, υπάρχει ο κίνδυνος να υποπέσουμε στην κλασική παγίδα: να θεωρήσουμε, δηλαδή, ότι υπάρχουν οικονομικές λύσεις σε πολιτικά προβλήματα.

Οι στρατηγικές προτεραιότητες του Ταμείου και της κυβέρνησης φαίνεται να είναι η μείωση φόρων και οι ιδιωτικές επενδύσεις, η πράσινη ανάπτυξη, η επανακατάρτιση εργαζομένων, η ψηφιοποίηση του κράτους, οι υποδομές και ο παραγωγικός μετασχηματισμός. Είναι περιττό το να πει κανείς ότι αυτοί οι στόχοι είναι ζωτικοί∙ είναι πράγματα που θα έπρεπε να τα είχαμε κάνει εδώ και χρόνια∙ πράγματα χωρίς τα οποία δεν θα μπορέσουμε να επιβιώσουμε τον 21o αιώνα.

Ας μου επιτραπεί στο σημείο αυτό να κάνω μια εντελώς υποκειμενική εκτίμηση από την προσωπική μου εμπειρία. Θεωρώ ότι αυτά τα πράγματα δεν θα μπορέσουν να εφαρμοστούν – ή δεν θα επιφέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα – εάν δεν αντιμετωπίσουμε ταυτόχρονα ή και πρωταρχικά, τρεις άλλες προκλήσεις∙ τρεις λόγους για τους οποίους πολλοί άνθρωποι είτε έφυγαν απ’την Ελλάδα, είτε διστάζουν να επιστρέψουν. Δύο λόγοι είναι ενδογενείς∙ ένας είναι εξωγενής.

α) Κράτος δικαίου.

Ένα υγιές νομικό και δικαστικό σύστημα που λειτουργεί με διαφάνεια και αποτελεσματικότητα είναι συστατικό χαρακτηριστικό μιας ανεπτυγμένης χώρας. Η Ελλάδα είναι μια χώρα στην οποία ο καθένας μπορεί με το παραμικρό και χωρίς κόστος να σε σέρνει στα δικαστήρια (π.χ. με αφορμή τον προβληματικό αντιρατσιστικό νόμο), με ένα καφκικό σύστημα με φατρίες εισαγγελέων και ωμές πολιτικές παρεμβάσεις, με χιλιάδες υποθέσεις να εκκρεμούν για πολλά χρόνια, με καμία εγγύηση ότι ως νομοταγής πολίτης θα βρεις το δίκιο σου ή θα προστατευτείς από την ανομία, με τα δικαστικά μέγαρα σε αποσύνθεση και το οργανωμένο έγκλημα να οργώνει τη χώρα με μαφιόζικες δολοφονίες και επιθέσεις με βιτριόλι σε όσους απειλούν τα συμφέροντα τους. Η ισονομία, το κράτος δικαίου, ο νόμος και η τάξη, η προστασία του πολίτη δεν μπορεί παρα να είναι η νούμερο ένα προτεραιότητα οποιαδήποτε στρατηγικής ανάκαμψης μιας χώρας, γιατί χωρίς αυτό το θεμέλιο δεν μπορεί να χτιστεί τίποτε άλλο.

β) Καθημερινότητα.

Η Ελλάδα έχει εξαιρετικούς επιστήμονες, γιατρούς, καθηγητές και δασκάλους. Η Ελλάδα παράγει χιλιάδες καταρτισμένους, σκεπτόμενους ανθρώπους που δουλεύουν πολύ σκληρά υπό αντίξοες συνθήκες. Γιατί πρέπει να είναι σε τέτοια κατάσταση τα εφημερεύοντα και οι εντατικές των νοσοκομείων, οι τουαλέτες των σχολείων και κάποιες δημόσιες υπηρεσίες; Η κυβέρνηση έχει κάνει εξαιρετική πρόοδο στην ψηφιοποίηση του κράτους και αυτό είναι κάτι που θα αλλάξει ριζικά την ποιότητα ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων – ειδικά των ασθενών και των ηλικιωμένων. Ωστόσο, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ψηφιοποίηση, ούτε η έλλειψη πόρων (αν και σαφώς παίζει ρόλο, ειδικά στο σύστημα υγείας).

γ) Μόνιμη απειλή πολέμου.

Εάν οι δύο πρώτοι παράγοντες είναι ενδογενείς και εντελώς «στο χέρι μας», ο τρίτος είναι εξωγενής, και δεν είναι άλλος το ότι η Ελλάδα ζει εδώ και δεκαετίες υπό μια μόνιμη και άμεση απειλή πολέμου με την Τουρκία. Εάν δεν έχεις ζήσει σε άλλες χώρες (π.χ. της Δυτικής Ευρώπης), δεν συνειδητοποιείς πόσο διαφορετική, πόσο απομακρυσμένη, είναι η εμπειρία του Έλληνα πολίτη από αυτές άλλων χωρών ως προς αυτό. Στα μάτια ενός Βρετανού ή Γερμανού ή Βέλγου, η ιδέα ότι από στιγμή σε στιγμή η χώρα σου μπορεί να δεχθεί πολεμική επίθεση είναι απλώς γκροτέσκα. Δεν συνειδητοποιούμε το πόσο πολύ εξαντλεί τους πόρους μας η κατάσταση αυτή, το πώς διαβρώνει τις προοπτικές της χώρας, αλλά και το πώς εργαλειοποιείται, συνειδητά ή μη, στο εσωτερικό και το εξωτερικό από δυνάμεις που θέλουν να κρατήσουν την Ελλάδα στο παρελθόν. Δυστυχώς η Ελλάδα δεν ελέγχει από μόνη της αν θα εξαλειφθεί αυτός ο παράγοντας. Ωστόσο, υπάρχουν πράγματα που μπορούμε να κάνουμε∙ στρατηγικές και πρωτοβουλίες αποτροπής και διπλωματίας στο πλαίσιο του ρεαλισμού και του διεθνούς δικαίου που σοφά εφαρμόζει η κυβέρνηση, και που μακροπρόθεσμα –ίσως, αν και όταν, ο τουρκικός λαός αποφασίσει να γυρίσει σελίδα – μπορούν να τον εξουδετερώσουν.

Το ζητούμενο δεν είναι να γίνει η Ελλάδα άλλος ένας φορολογικός παράδεισος για να πουλήσει χρυσές βίζες σε Ρώσους μαφιόζους, σε νεόπλουτους Άραβες και σε Κινέζους νεοαποικιοκράτες.

Το ζητούμενο δεν είναι να ξαναγίνει η Ελλάδα ο εστιάτορας και ο ξενοδόχος της «πολιτισμένης Δύσης», όπως φανταζόμαστε ότι ήμασταν τη δεκαετία του 1960.

Το ζητούμενο δεν είναι καν να γίνει η Ελλάδα πόλος έλξης μερικών πλούσιων, απάτριδων χιπστεράδων που ζούνε σε αεροδρόμια και AirBnB.

Αυτοί δεν είναι τρόποι οικοδόμησης μιας βιώσιμης οικονομίας∙ αντιθέτως, κάθε ένας από αυτούς τους τρόπους είναι εξασφαλισμένη συνταγή διάβρωσης του κοινωνικού ιστού και εγκατάλειψης των τοπικών κοινωνιών. Το γνωρίζουν καλά όσοι έχουν περάσει έξω απ’ τις ερμητικά κλειστές και έρημες πολυκατοικίες σε (πρώην) τουριστικά θέρετρα της Πορτογαλίας και σε εφήμερους «κόμβους ψηφιακής καινοτομίας» που τη μία μέρα είναι της μόδας, και με την πρώτη δυσκολία ή αναποδιά μετατρέπονται σε γειτονιές-φαντάσματα.

Το ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν κοινότητες με ανθεκτικότητα∙ κοινότητες ανθρώπων που έχουν κοινωνικό κεφάλαιο, δηλαδή, δεσμούς και δίκτυα υποστήριξης∙ γειτονιές στις, και για τις, οποίες οι κάτοικοι νοιάζονται και επενδύουν τον χρόνο τους ως ενεργοί πολίτες∙ όχι μόνο για να παράγουν πλούτο (ασφαλώς απαραίτητο) αλλά για να παράγουν κοινωνικό ιστό∙ σχέσεις εμπιστοσύνης, αλληλεγγύης και ευημερίας.

Τα προβλήματα της Ελλάδας δεν ξεκίνησαν με την κρίση, και η ρίζα των προβλημάτων μας δεν είναι οικονομική, αλλά βαθιά ψυχολογική και πολιτική. Το πρόβλημα μας είναι η έννοια της ευθύνης και η πρακτικής της ενηλικίωσης. Το πώς μαθαίνουμε να επικοινωνούμε, να συμβιβαζόμαστε, να επιλύουμε τις διαφορές μας, να συμμετέχουμε, να συνυπάρχουμε. Η αντίληψη που έχουμε για τον ρόλο του ατόμου, της οικογένειας, της γειτονιάς, της επιχείρησης, του οργανισμού, της τοπικής κοινωνίας, των φορέων και του κράτους. Με άλλα λόγια το πρόβλημα μας είναι η έλλειψη ενός ηθικού πλαισίου αξιών και κανόνων το οποίο να ρυθμίζει τη συμπεριφορά, όχι των άλλων, των διπλανών, αλλά τη δική μας. Δεν ξέρω κατά πόσον ένα πακέτο 72 δις ή 720 δις αρκεί από μόνο του για τα αλλάξει αυτά.

Όλα αυτά είναι βέβαια λίγο άχαρο να τα γράφει κάποιος που ζει ήδη, 20 χρόνια τώρα, εκτός Ελλάδας και άρα ασκεί κριτική απ’ την εξέδρα, ή φαίνεται σα να θέτει στη χώρα του προϋποθέσεις για να επιστρέψει. Αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Υπάρχουν σίγουρα άνθρωποι που δεν τους κόστισε τίποτα το να φύγουν απ’τη χώρα∙ άνθρωποι που είναι απολύτως ευχαριστημένοι με τη ζωή τους εκτός Ελλάδας∙ που δεν νοιάζονται και δεν έχουν καμία πρεμούρα να γυρίσουν.

Υπάρχουν, υπάρχουμε, όμως και πολλοί για τους οποίους η απόφαση αυτή είχε και εξακολουθεί να έχει μεγάλο και συνεχές προσωπικό κόστος. Άνθρωποι που δεν έκαναν μόνο μια φορά αυτόν τον «λογαριασμό» του αν το κόστος του να μένουν έξω είναι μεγαλύτερο απ’το όφελος, αλλά που το κάνουν κάθε χρόνο, κάθε μήνα, κάθε εβδομάδα. Άνθρωποι που αν η Ελλάδα γινόταν επιτέλους μια «κανονική» χώρα, χωρίς ένα σάπιο κράτος δικαίου, χωρίς μια μόνιμη απειλή πολέμου, χωρίς μια καθημερινότητα στην οποία όλοι τιμωρούμε αλλήλους και εαυτούς μέσα απ’την αδιαφορία ή την αμέλεια μας, θα θυσίαζαν μισθούς, θέσεις και ανέσεις για να επιστρέψουν και να συνεισφέρουν στην προσπάθεια αυτή∙ και υπάρχουν και πολλοί άλλοι μη ή εν δυνάμει Έλληνες που θα ερχόντουσαν και αυτοί, και τους χρειαζόμαστε.

Δεν είναι σωτήρες όλοι αυτοί οι άνθρωποι, ούτε ανώτεροι, ούτε καλύτεροι απ’ όσους δεν θέλησαν ή δεν μπόρεσαν να φύγουν. Δεν θα αλλάξουν μαγικά οι τύχες της χώρας αν γυρίσουν ή μετακομίσουν μερικές δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι απ’ το εξωτερικό στην Ελλάδα. Έχουν όμως πέντε, δέκα πράγματα να προσφέρουν∙ έχουν εμπειρίες ζωής σε άλλες κουλτούρες, γνωρίζουν άλλα συστήματα, έχουν διεθνείς επαφές και δίκτυα, έχουν δεξιότητες και καλή προϋπηρεσία, έχουν μάθει να επιβιώνουν σε δυσκολίες, έχουν μάθει να χτίζουν τη ζωή τους απ’το μηδέν χωρίς βύσματα και πατρονίες. Και κυρίως νοιάζονται για τη χώρα τους και για τον τόπο τους∙ για την ιστορία του, για το μέλλον του.

Screenshot 2020 08 08 at 9.57.54 AM

*Ρωμανός Γεροδήμος

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα και ζει στο Λονδίνο. Είναι πολιτικός επιστήμονας, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Bournemouth, καθηγητής στο Salzburg Academy on Media & Global Change, και ιδρυτής του Greek Politics Specialist Group της Βρετανικής Εταιρίας Πολιτικών Σπουδών. Το 2015 συνεπιμελήθηκε τον συλλογικό τόμο “The Politics of Extreme Austerity: Greece in the Eurozone Crisis” (από τις εκδόσεις Palgrave Macmillan) και σκηνοθέτησε τις ταινίες μικρού μήκους “At the Edge of the Present” («Στην Τομή του Χρόνου») και “A Certain Type of Freedom” («Μια Κάποια Ελευθερία»)

 

https://www.athensvoice.gr/