Ο ουμανισμός και οι γνωστότεροι εκφραστές του

Ο όρος ουμανιστής ή ανθρωπιστής χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά τον 14ο αιώνα και αναφερόταν σε όσους δίδασκαν τις λεγόμενες ελευθέριες τέχνες (γεωμετρία, γραμματική, ποίηση, ρητορική και ηθική φιλοσοφία). Ο ουμανισμός ενθάρρυνε το ενδιαφέρον των ανθρώπων για την τέχνη, για την κλασική αρχαιότητα και την ανθρώπινη φύση. Έδινε έμφαση στον λόγο και στην έρευνα και αμφισβητούσε την θεολογική παράδοση που εξύψωνε το θείο και υποβίβαζε καθετί γήινο ως αμαρτωλό και διεφθαρμένο. Οι καλλιτέχνες αναπαριστούσαν το θείο χρησιμοποιώντας ως μοντέλα καθημερινούς ανθρώπους. Πίστευαν στη σημασία της εκπαίδευσης και στην πεποίθηση ότι η τέχνη μπορούσε να κωδικοποιηθεί σε κανόνες που θα εξυπηρετούσαν τους σκοπούς της διδασκαλίας. Ανάμεσα στους σημαντικότερους ουμανιστές καλλιτέχνες ήταν οι Ραφαήλ, Λεονάρντο ντα Βίντσι, Ντονατέλο, Τιντορό και Τιτσιάνο. Στην ακαδημαϊκή διδασκαλία, ο Πουσέν ήταν ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους της εποχής του.

375px Da Vinci Vitruve Luc Viatour

Ο άνθρωπος του Βιτρούβιου , Λεονάρντο ντα Βίντσι

 

280px Vecellio di Gregorio Tiziano   autoritratto

Τιτσιάνο

Ο ουμανισμός ήταν η κινητήρια δύναμη πίσω από την ανάδυση των κλασικών θεμάτων στην αναγεννησιακή τέχνη καθώς και της αναγέννησης της κλασικής αρχιτεκτονικής με τις ορθολογιστικές αρχές του σχεδίου και την έμφαση στην συμμετρία και την αναλογία.

Στην Ιταλία την εποχή αυτή, εγκαθιδρύθηκε ένα “ανθρωπιστικό” ή “ουμανιστικό” εκπαιδευτικό πρόγραμμα που κέρδισε πολύ γρήγορα την αποδοχή των ανώτερων τάξεων. Ήδη από τα μέσα του δέκατου πέμπτου αιώνα, οι ανώτερες τάξεις λαμβάνουν την ονομαζόμενη “ανθρωπιστική εκπαίδευση”, Studia Humanitatis, την μελέτη βασικά της Ελληνικής γλώσσας, της γραμματικής, της ρητορικής, της ιστορίας, την ποίησης και της ηθική φιλοσοφίας στα Πανεπιστήμια της εποχής. Οι μεταρρυθμίσεις στα Πανεπιστήμια της εποχής, το ρεύμα αυτό στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις για μελέτη και ανάλυση ξανά των χαμένων εώς τότε κλασικών Ελληνορωμαϊκών θεμάτων, θα δημιουργήσουν τις συνθήκες για την μετέπειτα εξέλιξη του δυτικού κόσμου αν αναλογιστεί κανείς πως, ανάμεσα σε άλλους, ο Γαλιλαίος, ο Γιοχάνες Κέπλερ έζησαν την εποχή του αναγεννησιακού ουμανισμού και ο Ισαάκ Νεύτων με το τέλος της εποχής αυτής.

330px

Γαλιλαίος

Επίσης, την ίδια εποχή, μερικοί από τους ανώτερους αξιωματούχους της Καθολικής Εκκλησίας ήταν ανθρωπιστές ή ουμανιστές, άτομα με αρκετούς οικονομικούς πόρους για τη συγκέντρωση σημαντικού αριθμού βιβλίων και την δημιουργία βιβλιοθηκών. Ένας από αυτούς ήταν και ο καρδινάλιος Βασίλειος Βησσαρίων λόγιος της εποχής του, υποψήφιος Πάπας. Ο Πάπας Ιννοκέντιος Ζ΄ θεωρείται ο πρώτος ανθρωπιστής Πάπας

300px Cristofano dellaltissimo teodoro gaza 1556 cropΟ Θεόδωρος Γαζής (περ. 1398 – 1475), ο επονομαζόμενος Θεσσαλονικεύς  στα λατινικά, ήταν Έλληνας ουμανιστής, μεταφραστής του Αριστοτέλη, επιστήμονας και λόγιος του 15ου αιώνα.

Αρχικά έφτασε στη Σικελία, απο κει στην Πίζα και τελικά στην Παβία με στόχο να σπουδάσει ιατρική, αν κι ακόμα δεν ήξερε ιταλικά. Το 1442 τον βρίσκουμε στο Μιλάνο, όπου εργάστηκε σαν αντιγραφέας της Ιλιάδας κι άλλων ελληνικών εργων κοντά στον παλιό του φίλο Φίλελφο, ενώ αφιέρωσε μια ελεγεία στον Κυριακό τον Αγκωνίτη. Κατόπιν, το 1443 στη Μάντοβα έμαθε καλύτερα τη Λατινική γλώσσα από τον ονομαστό δάσκαλο Βιτορίνο ντα Φέλτρε, δίδαξε και συνεισέφερε στη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων, συνεχίζοντας την παράδοση που είχε πριν από αυτόν ξεκινήσει ο Εμμανουήλ Χρυσολωράς. Βέβαιο είναι ότι σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Φερράρα ιατρική, φιλοσοφία, θεολογία και φυσικές επιστήμες. Τότε γνώρισε και το λόγιο και μακροχρόνιο συνεργάτη του Giovanni Andrea Bussi.

Στη Φερράρα

Ο Γαζής, αφού δίδαξε τα Ελληνικά γράμματα στη Μάντοβα και Σιένα της Τοσκάνης προσκλήθηκε και μετακόμισε το 1446 στη Φερράρα από το φιλέλληνα λόγιο Τζιοβάνι Αουρίσπα, ως καθηγητής ελληνικών στο πανδιδακτήριο της πόλης. Επίσης συνέχισε τις σπουδές της ιατρικής, ενώ διακρίθηκε με τον τίτλο rettore degli artisti το 1448–1449. Προσκλήθηκε και στη Φλωρεντία αλλά αρνήθηκε γράφοντας τον Ιούλιο του 1447 οτι σύντομα θα θελε να επιστρέψει στην πατρίδα του (πιθανώς την Κωνσταντινούπολη, αφού δε μπορούσε να πάει στη Θεσσαλονίκη). Στη Φερράρα συνέγραψε γραμματική της ελληνικής, που εκτύπωσε ο Άλδος Μανούτιος το 1495 στη Βενετία. Έλαβε τέτοια αγάπη από τους μαθητές του, που όταν έφυγε, όποιος περνούσε από το σπίτι όπου είχε κατοικήσει, έβγαζε από σεβασμό το καπέλο του

Στη Ρώμη

Το 1449 προσκλήθηκε στη Ρώμη από τον προστάτη της Παιδείας Πάπα Νικόλαο Ε’, δέχθηκε κι έφτασε στις αρχές του 1450. Μπήκε αμέσως στον κύκλο λογίων του καρδινάλιου Βησσαρίωνα του Τραπεζούντιου κι ασχολήθηκε αρχικά με τη μετάφραση Ελλήνων συγγραφέων και ιδίως του Θεόφραστου και του Αριστοτέλη (Το έργο “Προβλήματα” αν και σήμερα πια αμφισβητείται οτι ειναι πράγματι γραμμένο από το Σταγειρίτη φιλόσοφο), βελτιώνοντας τις υπάρχουσες βιαστικές διατυπώσεις του Βησσαρίωνα, που έφυγε για τη Μπολόνια σαν επίσκοπος. Διατήρησε μακροχρόνια φιλία κι αλληλογραφία με το Φίλελφο, που τότε του ζήτησε μ επιστολή του τα Λακωνικά του Πλουτάρχου. Τον Οκτώβρη του 1451 μετέφρασε την επιστολή του πάπα προς τον Κωνσταντίνο ΙΑ’ Παλαιολόγο, με την οποία ζητούσε να τεθεί σε εφαρμογή ή Ένωση των εκκλησιών και να αποκατασταθεί στο θρόνο ο Πατριάρχης Γρηγόριος Γ’ Μαμμής, που ήδη τον Αύγουστο είχε καταφύγει στη Ρώμη μετά την καθαίρεσή του.

Το 1454 του επιτέθηκε με επιστολή ο λόγιος Γεώργιο Τραπεζούντιο, εξηγώντας οτι είχε ήδη μεταφράσει τα Προβλήματα του Αριστοτέλη κι ο Γαζής δεν έπρεπε να δεχτεί. Ο Γαζής απάντησε εκτενώς το 1456 δικαιολογώντας την επιλογή του.

Στη Νάπολη

Μετά τον θάνατο του Νικολάου Ε’, το 1456 ο Γαζής πήγε στο βασιλιά της Νάπολης και τότε σύμμαχο του Πάπα Αλφόνσο Ε’ της Αραγωνίας, που τον δέχτηκε ευμενώς στη μεταφραστική του υπηρεσία. Απο κει έλαβε μέρος και στη διαμάχη που χε ξεσπάσει στη Ρώμη ανάμεσα σε Πλατωνικούς κι Αριστοτελικούς, μετά τις ομιλίες του Γεώργιου Γεμιστού Πλήθωνα στη Φλωρεντία το 1439 κι ενεπλάκη σε γραπτή διαμάχη με το Μιχαήλο Αποστόλη. Ωστόσο μετά από ούτε δυο χρόνια πέθανε ο βασιλιάς(1458).O Γαζής ξαναέφυγε περί το 1459/60 κι αποσύρθηκε νότια στην Καμπανία στη μονή San Giovanni a Piro της επαρχίας Policastro που ανήκε στην ποιμαντική δικαιοδοσία του καρδιναλίου Βησσαρίωνα[12] ασκώντας διοικητικά καθήκοντα. Για λίγο καιρό έμεινε και στο νότιο άκρο της Ιταλίας, το Gerace κοντά στον επίσκοπο Αθανάσιο Χαλκιόπουλο, σύμφωνα με γραπτή μαρτυρία του Κωνσταντίνου Λάσκαρι.

Επιστροφή στη Ρώμη

Το 1467 επέστρεψε στη Ρώμη κι εργάστηκε και πάλι γράφοντας και μεταφράζοντας περιστασιακά στην υπηρεσία του Giovanni Andrea Bussi. Εκεί συνεχίστηκε η διαμάχη του με τον Γεώργιο Τραπεζούντιο αλλά κι η εγκάρδια φιλική αλληλογραφία με το Βησσαρίωνα και το Φίλελφο. Μετά το 1471 ο νέος Πάπας Σίξτος Δ’, του πρόσφερε εργασία στην Καλαβρία, αλλά ο Γαζής την αρνήθηκε προτιμώντας την παραμονή του στη Ρώμη, όπου δίδασκε ελληνικά και συνέχισε να μεταφράζει ελληνικά έργα στα λατινικά. Ο Βησσαρίων όμως έλειπε συχνά στη Βενετία και δεν έβρισκε εύκολα πια δουλειές, ενώ μετά το θάνατό του (1472) η οικονομική κατάστασή του επιδεινώθηκε.

Ο Κων. Σάθας διηγείται ότι μια φορά ο Γαζής μετέφρασε το Περί Ζώων του Αριστοτέλη, κι αποφάσισε να το χρυσοδέσει για να ευχαριστήσει τον πάπα και να του το προσφέρει με αφιερωτική επιστολή. Όταν το έλαβε ο πάπας τον ρώτησε, πόσο του κόστισε να το χρυσοδέσει. Ο Γαζής απάντησε τετρακόσια χρυσά φλουριά. Τότε ο Πάπας είπε και τον πλήρωσαν μόνο πενήντα. Ο Γαζής απογοητεύτηκε από την αχαριστία και μονολόγησε “Ας φύγωμεν εντεύθεν, επειδή κι ο άριστος σίτος είναι ρυπαρός εις τας ρίνας των παχέων όνων”. Θεωρώντας ότι ο νέος πάπας δεν εκτιμά την εργασία του αποφάσισε, αν και πάμφτωχος να εγκαταλείψει οριστικά τη Ρώμη, περί το 1474.

Τελευταία χρόνια

Επέστρεψε πρώτα στην αγαπημένη του Φερράρα όπου τον συνέτρεξε πρώτα ο δούκας Έρκολε Α’ των Έστε, αλλά λίγο μετά επέστρεψε στη μονή Σαν Τζιοβάνι α Πίρο στη νότια Καμπανία. Εκεί άφησε την τελευταία του πνοή, πιθανότατα το 1476 ή 1475
Τα βιβλία του κληρονόμησε ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης με εξαίρεση τη Γεωγραφία του Στράβωνα που την άφησε στον Ανδρόνικο Κάλλιστο.
Επίγραμμα προς τιμήν του συνέγραψε ο Ιταλός λόγιος Άντζελο Πολιτσιάνο.

 

Γνωστότεροι ουμανιστές: Θεόδωρος Γαζής, Βασίλειος Βησσαρίων, Βοκάκιος, Πετράρχης, Άλδος Μανούτιος