Ένα καφεδάκι σε χοντρό φλυτζανάκι

Screenshot 2020 09 12 at 1.16.18 PMΝαι, αλλά μαζί με το καφεδάκι πήγαινε και εφάρμοζε στη γεύση ένα γλυκάκι του κουταλιού από τα χέρια της οικοδέσποινας, ένα μπισκότο, ένα λουκουμάκι… Ήταν η μεγάλη στιγμή της χαλάρωσης των παλιών μας συντοπιτών αλλά ήταν και η καλημέρα τους!. Ούτε γαλλικό ούτε και εσπρέσο, αυτό εννοείται!

Στα τέλη του 18ου αιώνα οι κάτοικοι της πόλης έπιναν τούρκικο καφέ κυρίως στα σπίτια τους, αν και στη Βόρειο Ελλάδα υπήρχαν ήδη πολλά καφενεία. Οι περισσότεροι δεν είναι Έλληνες, είναι Τούρκοι σε μεγαλύτερο ή μεγάλο ποσοστό. Ο Παπαδιαμάντης γράφει ότι από το 1760 η συνήθεια του καφέ μεταδόθηκε σε όλη την Ελλάδα.
Στα τέλη του 19 ου αιώνα μαγαζιά για τον καφέ άρχισαν να σπέρνονται στην Αθήνα. Έφερναν οι έμποροι ποικιλίες καφέ σε κόκκους, οι μαγαζάτορες τον έκοβαν με τις παλιές μπρούτζινες μηχανές ή λίγο αργότερα με αυτοσχέδιους μύλους, όπως εξ άλλου έκαναν οι Μικρασιάτες. Τον καβούρδιζαν μέσα σε βαθιά τηγάνια. Στα καφενεία λοιπόν σέρβιραν καφέ στους μερακλήδες θαμώνες και το άρωμα του προσκαλούσε κι άλλους.. κι άλλους. Η χόβολη ήταν ανέκαθεν το μυστικό του τούρκικου καφέ. Οι Βεδουίνοι της Μέσης Ανατολής που ιστορικά θεωρούνται οι πρώτοι πότες του καφέ, τοποθετούσαν το σκεύος για να ψήσουν καφέ πάνω στην άμμο, που αυτή κάλυπτε τα κάρβουνα για να τα κρατήσει αναμμένα. Η διαδικασία έμοιαζε με ιεροτελεστία!

Screenshot 2020 09 12 at 1.14.57 PM
Ο καιρός περνά. Κάποιες νοικοκυρές επιλέγουν να αγοράζουν τους πράσινους κόκκους και να κάνουν την επεξεργασία στο σπίτι, προσθέτοντας λίγο σιτάρι, κριθάρι ή ρεβίθι για να στοιχίζει φθηνότερα το καφεδάκι, αλλά και για να κρατάει περισσότερες μέρες το άρωμα. Τα καφενεία και τα καφεκοπτεία εξελίσσονται σε δυο ειδικά καταστήματα. Τα μπακάλικα πωλούν έτοιμο καφέ, για τους πελάτες που πηγαίνουν για να αγοράσουν τα τρόφιμα. Ο οίκος Μπέλκα στην πλατεία Δημοτικού Θεάτρου (Πλατεία Κοτζιά) και το καφενείο του Ανδρέα Ριζόπουλου, είναι τα πρώτα καφενεία της τότε Αθήνας. Ο Ριζόπουλος σύμφωνα με τους παππούδες μου ήταν σπουδαίος ταμπής, δηλαδή παρασκευαστής, αλλά δεν μαρτυρούσε τα μυστικά του χαβουρδίσματος. Ο Μπέλκας δεν έλεγε τίποτα για τα μυστικά του ψησίματος. Σε αυτόν απέδιδαν τους μοναδικούς τύπους ψησίματος, πώς να πετύχει ο σκέτος, ο βαρύ γλυκός, ο μέτριος και ο μετά ολίγης.
Η τελετουργία ήταν αυστηρή και ακόμα σήμερα, οι φανατικοί απολαμβάνουν μόνον το ψήσιμο του ελληνικού καφέ, από συγκεκριμένο χέρι! Οι ειδικοί συμβούλευαν: Το μπρίκι πρέπει να είναι μικρό για να πετύχει το παχύ καϊμάκι. Υποχρεωτικά πρέπει να χρησιμοποιούμε καμινέτο. Το νερό να μην είναι ζεστό αλλά ούτε πολύ κρύο. Μέσα στο νερό μπαίνει πρώτα η ζάχαρη, ακολουθεί καλό ανακάτωμα, μετά από λίγα δευτερόλεπτα μπαίνει ο καφές. Πρέπει να περιμένουμε μέχρι να πάρει δύο βράσεις. Το μπρίκι ανάμεσα στις δύο βράσεις σηκώνεται από το καμινέτο είκοσι πόνους πάνω χωρίς να κουνιέται πέρα δώθε και ξανακατεβαίνει για δευτερόλεπτα στη φωτιά. Μετά, σερβίρεται στο φλυτζανάκι ακουμπώντας επάνω του.
Screenshot 2020 09 12 at 1.14.49 PM

Το 1914 ανοίγει το καφεκοπτείο Μισεγιάννη – Μάστορη στην  οδό Σκουφά στο Κολωνάκι δημιουργώντας πελατεία αναγνωρίσιμων Αθηναίων και τους απαραίτητους ανταγωνισμούς. Τα καφενεία είναι τώρα δύο κατηγοριών, τα παλιά καλά και τα μοντέρνα. Ο Γεώργιος Μισεγιάννης από την Μικρά Ασία άνοιξε μοντέρνο μαγαζί στην οδό Σκουφά 3, που αργότερα έπεισε τους Αθηναίους να πίνουν όχι μόνον ελληνικό καφέ, αλλά και γαλλικό και αμερικάνικο. Ανάμεσα στους πελάτες του ξεχωρίζουν προσωπικότητες μεγάλου εκτοπίσματος, όπως ο Μάριος Πλωρίτης, ο Κώστας Βάρναλης, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Μάνος Κατράκης, ο Άγγελος Τερζάκης, ο Μ. Καραγάτσης, που είχε εξ άλλου γεννηθεί σε ένα γωνιακό σπίτι των οδών Ακαδημίας και Θεμιστοκλέους, ο Στρατής Μυριβήλης, και ο Μάνος Χατζιδάκις.
Στρίβοντας στην οδό Λεβέντη, μοσχοβολάει και σήμερα ο δρόμος! Το κατάστημα των παιδιών και των εγγονών του ιδρυτή βρίσκεται στον αριθμό 7. Ο κόσμος αλλάζει κι αλλάζουν οι καιροί. Το βλέπετε μπαίνοντας στο σημερινό κατάστημα.

Θα σας πάω όμως στη Λειψία τώρα, για ένα καφεδάκι απρόσμενο!
Η «Καντάτα του Καφέ» BWV 211, ίσως σε αρκετούς να μη λέει τίποτα. Πολλούς όμως θα τους παραπέμψει στην πανέμορφη μουσική, στην μικρή κωμική «όπερα», που ο Μπαχ συνέθεσε σατιρίζοντας την αμφιθυμία της εποχής απέναντι στο κακό (ή το καλό) που έκριναν τότε ότι κάνει ο καφές, βάζοντας ως θέμα του στη σύνθεση την εξάρτηση από τον καφέ, του…διαβολικού ποτού της εποχής, που οδηγούσε – σύμφωνα με τους κατηγόρους δαιμονολόγους-  στο πρόβλημα εξάρτησης, από το οποίο «υπέφεραν» οι καφεπότες των 2-3 καφέδων ημερησίως, στη Λειψία τον 18 ο αιώνα. Το «αφέψημα του Διαβόλου» ήταν υπαίτιο για πολλές αρρώστιες και για προβλήματα ψυχικά, κατά την άποψη των πολέμιων.
Η Καντάτα πρωτοπαρουσιάστηκε στη Λειψία για πρώτη φορά. Στις μέρες μας παρουσιάζεται και σκηνικά, με κοστούμια εποχής, αλλά τότε παρουσιαζόταν κυρίως με την ορχηστρική μορφή, χωρίς κινηση. Ο επίσημος τίτλος του έργου είναι Schweigt stille, plaudert nicht, μεταφράζω: Ήσυχα, μην φλυαρείτε. Aπολαύστε τη μουσική της χάρη και το άρωμα εποχής:

Στην άρια Ei! Wie schmeckt der Kaffee süße, η καημένη η Lieschen κάνει ερωτική εξομολόγηση στον καφέ της! Εξάρτηση όχι… αστεία! Ο δόλιος πατέρας, ο Schlendrian δεν ξέρει πώς να την καταφέρει να μεταστρέψει το ενδιαφέρον της σε άλλα όμορφα πράγματα, μεταχειρίζεται ένα σωρό τρόπους, αλλά ματαίως. Απαιτεί από την κόρη του να σταματήσει να πίνει συνεχώς καφέ, την εκβιάζει ότι δεν θα ετοιμάζει πια φαΐ, δεν θα της αγοράζει ρούχα που τόσο αγαπά. Η κόρη του αδιαφορεί! Ευτυχώς όμως, κάποια στιγμή η Lieschen δείχνει να παίρνει θετικά την διαβεβαίωση του πατέρα της ότι θα βάλει πρώτο καθήκον του να της βρει σύντροφο. Ευχαριστεί τον πατέρα της και ορκίζεται να μην πιεί ποτέ καφέ από τη στιγμή που θα βρει τον αγαπημένο της. Μια έκπληξη μας οδηγεί στο φινάλε του έργου: οι μνηστήρες συρρέουν στο σπίτι για να τους γνωρίσει και να διαλέξει ενδεχομένως η κόρη σύντροφο, αλλά ο αφηγητής επισημαίνει ότι ενώ ο Schlendrian αισιοδοξεί για την έκβαση, η κόρη του έχει ήδη βρει τρόπο να ειδοποιήσει τους επίδοξους μνηστήρες της, ότι θα διαλέξει μόνον αυτόν που θα της επιτρέπει να πίνει καφέδες. Το έργο ολοκληρώνεται με την παραδοχή που ενθουσιάζει όλους εμάς τους λάτρεις του καφέ: Το να πίνεις καφέ δεν είναι παρά μια επιλογή απολαυστική και λογική!!!!