Διαφήμιση

Ήταν άνοιξη του 2011, όταν άρχιζε ένα ακόμα επεισόδιο της πολλά υποσχόμενης τότε Αραβικής Άνοιξης, ο καταπιεσμένοι πολίτες της Συρίας εξεγείρονταν ειρηνικά, ζητώντας την φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος και την κατοχύρωση των ανθρώπινων και δημοκρατικών δικαιωμάτων τους. Δυστυχώς, όπως αποδείχθηκε η Αραβική Άνοιξη κράτησε ελάχιστα και, ότι άρχισε ως ένα δυναμικό μεν, ειρηνικό δε κίνημα πολιτών, εξελίχθηκε σε ένα σκληρό και πολλές φορές βάρβαρο και αποτρόπαιο εμφύλιο πόλεμο.

Η κατάσταση στην Συρία, θυμίζει για τους κινηματογραφόφιλους το φιλμ «Τέλεια Καταιγίδα», ένα πλήθος παραγόντων συνέβαλαν ώστε να δημιουργηθεί η παρούσα εκρηκτική κατάσταση, φέρνοντας στην επιφάνεια και αναμοχλεύοντας πάθη και διαιρετικές τομές αιώνων. Προσπαθώντας να ανιχνεύσουμε τους κυριότερους θα πρέπει καταρχάς να αναφερθούμε στον κυριότερο, στην ανθρωπογεωγραφία της χώρας . Η Μέση Ανατολή γενικότερα και η Συρία ειδικότερα, αποτελούν ένα πολύχρωμο μωσαϊκό πολιτισμών, φυλών, εθνοτήτων και θρησκειών. Στην χώρα κυριαρχούν οι Άραβες, υπάρχει μια μεγάλη Κουρδική μειονότητα, ενώ θρησκευτικά, το μεγαλύτερο ποσοστό των Αράβων είναι Σουνίτες (περίπου το 75%., ενώ ακολουθούν οι Αλαουΐτες (ένα παρακλάδι των Σιΐτών), οι Σιΐτες οι Δρούζοι, αλλά και οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί με ένα ποσοστό που άγγιζε στην αρχή του εμφυλίου το 10%. Όλες αυτές οι πολιτισμικές ομάδες κατάφερναν τις περισσότερες φορές να συμβιώνουν αρμονικά και η πανσπερμία αυτή είναι που δημιουργεί τη μαγεία και τη γοητεία της Ανατολής. Πάντοτε όμως η διαφορά έχει μέσα της και το σπόρο της αντιπαράθεσης, της σύγκρουσης και όταν άλλα συμφέροντα και παράγοντες επεμβαίνουν γινόμαστε μάρτυρες καταστάσεων όπως των σημερινών.

Ένας άλλος κύριος παράγοντας που πρέπει να εξετάσουμε, είναι το ποιος ασκεί την πολιτική εξουσία στη χώρα. Έτσι, παρότι όπως είδαμε η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι Σουνίτες, το καθεστώς Άσσαντ, που εκφράζει την επίσημη Συριακή κυβέρνηση, αποτελείται και στηρίζεται από το μειοψηφικό κομμάτι του πληθυσμού δηλαδή κατά βάση από τους Αλαουΐτες, τους Σιΐτες και τους Σύρους Χριστιανούς Ορθόδοξους. Η πλειοψηφική Σουνιτική κοινότητα πάντοτε θεωρούσε τον εαυτό της αποκλεισμένο, από τα κρατικά αξιώματα και παρότι δεν αντιδρούσε ανοικτά, πάντοτε υπέβοσκε ένα κλίμα δυσαρέσκειας. Παρά ταύτα, ίσως να μέναμε στο κλίμα αυτό της δυσαρέσκειας και της αυξημένης κοινωνικής αναταραχής, εάν δεν εμφανιζόταν και ένας ακόμα παράγοντας.

Αυτός ήταν η αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ. Εκεί σε αντίθεση με την Συρία, η πολιτική εξουσία βρισκόταν στα χέρια μιας Σουνιτικής μειονότητας (το καθεστώς Σαντάμ). Η ανατροπή του, οδήγησε σε ελεύθερες εκλογές και στην ανάδειξη στην πολιτική εξουσία της Σιΐτικής πλειοψηφίας. Δημιουργήθηκε λοιπόν ένας ενιαίος Σουνιτικός χώρος, που εκτεινόταν από το Ιράκ εως τη Συρία, ο οποίος βρέθηκε υπό την πολιτική εξουσία των Σιΐτών.

Κερδισμένο στη νέα αυτή κατάσταση ήταν το Σιΐτικό Ιράν, το οποία αύξησε κατακόρυφα την επιρροή του στη Μέση Ανατολή, ενώ αντίθετα η νέα αυτή κατάσταση, άρχισε να ανησυχεί και να προβληματίζει τα ισχυρά Σουνιτικά κράτη της περιοχής όπως η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία. Το εκρηκτικό αυτό μείγμα, δεν χρειαζόταν παρά μόνο μια θρυαλλίδα για να εκραγεί και αυτή ήρθε με την μορφή των ακραίων Ισλαμιστικών τρομοκρατικών οργανώσεων, όπως το Ισλαμικό Κράτος που μετέτρεψαν τις κοινωνικές και διακοινοτικές διαμαρτυρίες και εντάσεις σε ανοικτό, αιματηρό και βάρβαρο εμφύλιο τόσο στο Ιράκ όσο και στη Συρία. Ιδιαίτερα όμως η Συρία αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα όλων των εθνοτικών και θρησκευτικών διαιρετικών τομών των κοινωνιών της Μέσης Ανατολής, αλλά και των υπερεθνικών και διεθνών συμφερόντων που διαμορφώνουν την κατάσταση εκεί.

Έτσι εντός της χώρας συγκρούεται η Αλαουΐτική κοινότητα με ηγέτη τον Μπασάρ Άσσαντ που υποστηρίζεται από το Ιράν, με την Σουνιτική κοινότητα η οποία υποστηρίζεται από τα Σουνιτικά κράτη της περιοχής (Τουρκία, Κατάρ, Σαουδική Αραβία), παράλληλα όμως διεξάγεται και ένας σουνιτικός εμφύλιος μεταξύ διαφόρων σουνιτικών φατριών. Ο σουνιτικός εμφύλιος διεξάγεται μεταξύ των ακραίων σαλαφιστικών οργανώσεων όπως η Al Nusra, παρακλάδι της Al Qaida στη Συρία και το Ισλαμικό Κράτος και των πιο μετριοπαθών οργανώσεων όπως ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός.

Τηρουμένων των αναλογιών και για να δώσουμε ένα παράδειγμα κατανοητό από τον Έλληνα αναγνώστη, στη Συρία η κατάσταση θυμίζει τον Ελληνικό Εμφύλιο μεταξύ οπλαρχηγών και προκρίτων, που διεξήχθη κατά την διάρκεια της Εθνεγερσίας, ενώ οι Τούρκοι δεν είχαν ακόμα ηττηθεί και το μέλλον και η ελευθερίας της χώρας κρεμόταν από μια κλωστή. Η Συρία λοιπόν έχει πια de facto μοιραστεί σε γενικές γραμμές, στις παρακάτω ζώνες επιρροής: Η παραλιακή ζώνη ελέγχεται από τις δυνάμεις της Συριακής Κυβέρνησης και αποτελεί ζωτικής σημασίας χώρο για τη Ρωσία, η οποία διατηρεί εκεί την ναυτική βάση της Ταρτούς, τη μόνη πλέον που της έχει απομείνει εκτός Ρωσικού εδάφους. Η Βόρεια Συρία, ελέγχεται από μετριοπαθείς Ισλαμικές ομάδες και τους Σύριους Κούρδους και βρίσκεται κάτω από Τουρκική επιρροή. Η νοητή ευθεία στο κέντρο της χώρας που ενώνει την πρωτεύουσα Δαμασκό, με το Χαλέπι και τη Χόμς και η μεθόριος με το Λίβανο, βρίσκονται στα χέρια των Σιιτών, με τη βοήθεια της Λιβανικής οργάνωσης Χεζμπολά και έμμεσα υπό την επιρροή του Ιράν. Η ανατολική Συρία βρίσκεται στα χέρια του Ισλαμικού Κράτους. Η Νότια Συρία και το υψίπεδο του Γκολάν, παραμένουν σχετικά ήρεμα και αποτελούν χώρο ζωτικής σημασίας για το Ισραήλ.

Μέχρι τις αρχές του 2015, φαινόταν ότι η κατάσταση είχε περιέλθει σε αδιέξοδο με όλες τις πλευρές να βρίσκονται περιχαρακωμένες στους χώρους κυριαρχίας και επιρροής τους χωρίς καμία να μπορεί να επικρατήσει της άλλης. Ένα ακόμα λόγος πίσω από την αδυναμία της Σουνιτικής αντιπολίτευσης, η οποία όπως είδαμε στηρίζεται από την πλειοψηφία του πληθυσμού να επικρατήσει στο πεδίο της μάχης, αποτελούσε μέχρι τότε και η αδυναμία των ισχυρών Σουνιτικών κρατών της περιοχής (Σαουδική Αραβία, Τουρκία, Κατάρ), να συντονίσουν τη δράση τους, παραμερίζοντας τις διαφορές τους.

Επί παραδείγματι, η Τουρκία θεωρεί ότι η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι το Ισλαμικό Κράτος αλλά οι Κούρδοι του PKK, εναντίον των οποίων στρέφεται κυρίως η πολεμική της δράση, καλυπτόμενη υπό το πρόσχημα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας. Παρομοίως για τη Σαουδική Αραβία, και τα σουνιτικά κράτη του Αραβικού κόλπου, ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν προέρχεται από το Ισλαμικό κράτος αλλά από την αύξηση της επιρροής του Ιράν και των συμμάχων του στην περιοχή.

Ωστόσο, το Μάρτιο του 2015, φαίνεται ότι αυτοί οι κύριοι δρώντες, ξεπέρασαν τις διαφορές τους και δημιούργησαν μια νέα οργάνωση – συμμαχία την Jaysh al-Fateh (Ο Στρατός της Κατάκτησης), υπό τη σκέπη της οποίας τάχθηκαν οι περισσότερες σουνιτικές ομάδες με την εξαίρεση του Ισλαμικού Κράτους.

Η συμμαχία περιλαμβάνει ακόμα και την οργάνωση Jabhat al-Nusra, το παρακλάδι της Al-Qaeda στη Συρία, αλλά και άλλες οργανώσεις όπως οι Jund al-Aqsa, Ahrar al-Sham, Liwa al-Haqq, Jaysh al-Sunna, Ajnad al-Sham και η Faylaq al-Sham. Θεωρείται ότι η οργάνωση Faylaq al-Sham, χρηματοδοτείται και υποστηρίζεται από τη Σαουδική Αραβία, ενώ η Ahrar al-Sham από την Τουρκία, από την οποία λέγεται ότι λαμβάνει και εξοπλισμό. Ο συνολικός αριθμός των μαχητών όλων αυτών των οργανώσεων ανέρχεται στους 12 – 15.000 περίπου άνδρες. Χαρακτηριστικό των πολώσεων και αντιθέσεων που επικρατούν στην Συρία αυτή τη στιγμή είναι το γεγονός ότι η νέα αυτή οργάνωση στράφηκε εναντίον της οργάνωσης Harakat Hazm, η οποία χρηματοδοτούνταν και εξοπλιζόταν από τις ΗΠΑ, την κατατρόπωσε και απέκτησε όλο τον προηγμένο εξοπλισμό με τον οποίο την είχαν εφοδιάσει οι ΗΠΑ, ο οποίος περιελάμβανε και τον προηγμένο και ιδιαίτερα αποτελεσματικό στο είδος των μαχών που γίνονται στη Συρία, αντιαρματικό πύραυλο TOW.

Η νέα οργάνωση κατόπιν δραστηριοποιήθηκε στη βόρεια Συρία, με σημαντική επιτυχία καταλαμβάνοντας τη σημαντική πόλη Idlib και εδάφη στην επαρχία της Λατάκιας, η οποία αποτελεί το προπύργιο των Αλαουΐτών και η οποία θα έδινε στους αντικαθεστωτικούς αντάρτες έξοδο στη θάλασσα.

Για την κυβέρνηση του Μπασάρ Ασσάντ, αυτή ήταν η σοβαρότερη και η πλέον επίκινδυνη κατάσταση που είχε να αντιμετωπίσει από την αρχή του εμφυλίου. Επίσης από το καλοκαίρι η στάση της ΕΕ απέναντι στουςπρόσφυγες από τη Συρία σταδιακά άρχισε να αλλάζει ενθαρρύνοντας μια μαζική έξοδο του πληθυσμού. Ο πληθυσμός που έφευγε όμως, αποτελούνταν κυρίως από Αλαουίτες και Χριστιανούς Ορθόδοξους, από ομάδες δηλαδή που υποστήριζαν τον Άσσαντ.

Χαρακτηριστικά, σε άρθρο στο «ΒΗΜΑ» αναφέρεται ότι από 75.000 Χριστιανούς Ορθόδοξους που ζούσαν στην ευρύτερη περιοχή του Χαλεπίου κοντά στα σύνορα με την Τουρκία, έχουν απομείνει μόνο 1.900 οικογένειες. Και από τους 20 ιερείς που ποίμεναν την πόλη και τα χωριά γύρω από το Χαλέπι σήμερα παραμένουν μόλις 2. Εδώ θα θυμίσουμε ότι ο υποστηρικτικός προς τον Άσσαντ πληθυσμός ήταν ήδη μειοψηφία, έτσι η μαζική φυγή αποστέρησε τον Άσσαντ από άκρως απαραίτητους και δυσεύρετους μάχιμους άνδρες. Πλέον η πτώση του καθεστώτος φαινόταν όλο και πιο πιθανή.

Αυτή ακριβώς όμως η κατάσταση φαίνεται ότι λειτούργησε αντίστροφα προκαλώντας την ενεργή παρέμβαση της Ρωσσίας, η οποία λειτούργησε ως ο από μηχανής θεός, παρεμβαίνοντας με αεροπορικούς βομβαρδισμούς υπέρ των Αλαουιτών. Βέβαια, η Ρωσία δεν επέμβηκε μόνο και μόνο για να σώσει τον Άσσαντ. Επέμβηκε, κυρίως για να διασφαλίσει τα συμφέροντά της, την παρουσία της στην Μεσόγειο, μέσω της μοναδικής ναυτικής βάσης που διατηρεί εκτός της επικράτειάς της στην Ταρτούς της Συρίας και για να συμπεριληφθεί και να έχει λόγο στις απόφασεις που θα ληφθούν και θα αφορούν το μέλλον της Συρίας.

Ως προς αυτό να παρατηρήσουμε ότι ούτε οι ΗΠΑ, ούτε η ΕΕ ή ο ΟΗΕ αντέδρασαν έντονα στους ρωσικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Αυτό μάλλον συμβαίνει διότι η διεθνής κοινότητα δεν έχει καταλήξει για το πώς θα είναι η επόμενη ημέρα στη Συρία. Όλοι φοβούνται ότι μια κατάρρευση του Άσσαντ, χωρίς μια αξιόπιστη νέα πολιτική λύση θα οδηγήσει σε μια χαώδη κατάσταση παρόμοια με αυτήν στη Λιβύη. Ήδη ο τόνος των δηλώσεων έχει άλλάξει και από εκεί που ζητούνταν από τις ΗΠΑ, άμεση απομάκρυνση του Άσσαντ, πλέον γίνεται λόγος για μια μεταβατική περίοδο κατά την οποία θα βρίσκεται στην εξουσία. Ενδεικτικά, ενώ στις 10 Ιουλίου, ο υπουργός άμυνας των ΗΠΑ, Ash Carter δήλωνε “Syria…has the government of Assad, who has to go – Η Συρία έχει μια κυβέρνηση Άσσαντ, η οποία πρέπει να απομακρυνθεί”, στις 24 Σεπτεμβρίου ο ίδιος δήλωνε: “The U.S. and Russia share two interests: the lasting defeat of ISIL and a political transition from the Assad regime. – Οι ΗΠΑ και η Ρωσία έχουν δύο κοινά συμφέροντα, την ήττα του Ισλαμικού Κράτους και μια πολιτική μετάβαση από το καθεστώς Άσσαντ.” Όσον αφορά μια άλλη χώρα με επιρροή στην περιοχή, το Ισραήλ, φαίνεται ότι και εκεί η Ρωσία εξασφάλισε μια συμφωνία, ουσιαστικά συγκατανεύοντας στο να συνεχίσει το Ισραήλ να μάχεται τη Λιβανική Χεζμπολά (σύμμαχο του Άσσαντ) στα σύνορά του, αποτρέποντας επιθέσεις εναντίον του πληθυσμού του. Ας μην ξεχνάμε ότι για το Ισραήλ, κύρια απειλή είναι το Ιράν και η επαπειλούμενη απόκτηση πυρηνικών και όχι οι τρομοκρατικές ομάδες με περιορισμένες δυνατότητες όπως το Ισλαμικό Κράτος ή μια αποδυναμωμένη Αλαουιτική οντότητα. Επιπλέον, η συνεννόηση Ισραήλ – Ρωσίας, δίνει στο Ισραήλ μια ακόμα ευκαιρία επηρεασμού του Ιράν και μείωσης της επιρροής του.

Συμπερασματικά, παρότι η επέμβαση της Ρωσίας έσωσε το καθεστώς Άσσαντ και εξασφάλισε την παρουσία του σε μια μελλοντική Συρία – όποια και αν είναι η μορφή της – έχουμε πολύ δρόμο ακόμα μέχρι την τελική ειρήνευση. Η επόμενη κίνηση πρέπει να αναμένεται από τις Σουνιτικές χώρες, που φαίνεται ότι επιμένουν ακόμα στην άμεση και οριστική απομάκρυνση από την εξουσία του Άσσαντ.

 

 Newroom –  του ειδικού συνεργάτη

Διαφήμιση