Η Κοντέσα Ασορτί του πριγκιπάτου του Ταίριαξτοουν, και η ανατριχιαστική ιστορία της (μιλάμε για θρίλερ), που συνεκλόνισε (τι περίεργο…) το Ταίριαξτοουν, αλλά και όλα τα γειτονικά πριγκιπάτα. Η Ασορτί ήτο μια σοβαρή και σεμνή κοντέσα που, ωστόσο, είχε ένα μικρό – μικρό θεματάκι: Ήθελε να ταιριάζει τα ρούχα της με οτιδήποτε.

Η Ασορτί, μεγάλωσε σε ένα πολυτελές λαχουράτο δωμάτιο, με φορεματάκια από λαχούρι, κορδελάκια από λαχούρι και παπουτσάκια από λαχούρι. Ανάλογα, δε, με το πού πήγαινε, άλλαζε και ρουχαλάκια, ώστε να ταιριάζει με τον περιβάλλοντα χώρο. Έτσι, στην σάλα του χορού φορούσε χρυσά φορέματα (για να ταιριάζει με την ταπετσαρία), στην αίθουσα διδασκαλίας ντυνόταν μαυροπίνακας, στο πάρκο λουλουδίτσα, στην άμαξα κάθισμα, και ούτω καθεξής, με αποτέλεσμα πολλές φορές να την χάνουν οι γονείς της και να την ψάχνουν για ώρες.

 

Έτσι πέρασε όλη η ζωή της Κοντέσας, διότι, πού την έχανες, πού την ξαναέχανες, γινόταν ένα με ταπετσαρίες, καθίσματα και τοίχους, με αποτέλεσμα υπήκοοι και ευγενείς να την αναζητούν, κάποιες φορές, και για ολόκληρες ημέρες. Αν κι έζησε δύο τρικυμιώδεις (μάλλον θυελλώδεις) έρωτες, με τον Λόρδο Κομπλέ και τον Σερ Σετ, δεν παντρεύτηκε ποτέ, διότι δεν ταίριαζε με κανέναν, πράγμα που την έκανε να ασφυκτιά. Έτσι, συνέχισε την ζωή της, αφιερωμένη στα σωστά ταιριάσματα ρούχου και χώρου. Μέχρι εκείνη την αποφράδα ημέρα που αποφάσισε να πάει στο πολυκατάστημα «Ola idia». Η Κοντέσα Ασορτί είχε βάλει ένα ασορτί φόρεμα με την μοκέτα του καταστήματος, ώστε να νιώθει άνετα στον χώρο. Πλην, δραματικόν απρόοπτον την σύγχυσε, διότι οι ιδιοκτήτες είχαν αλλάξει την μοκέτα, έναν τόνο πιο χρυσό απ’ ότι η προηγούμενη.

 

Μόλις το αντίκρισε αυτό η Ασορτί, άρχισε να δυσφορεί και να έχει νευρικότητα, μιας και δεν έβρισκε να ταιριάξει με κάτι μέσα στον χώρο (παρ’ ότι ομολογουμένως, οι κλάρες του φορέματος έμοιαζαν αρκετά με αυτές του πατώματος). Κόντεψε να σκάσει… Κι έσκασε (Μπαμ). Της ήρθε το κολπέτο, ταβλιάστηκε τ’ ανάσκελα και τίναξε τα πέταλα σε μία άκρη του καταστήματος. Αν και για κάποιες μέρες δεν την έβρισκαν, δεν ανησύχησαν, καθώς ήταν κάτι που συνέβαινε συχνά (να χάνεται). Εν τέλει, εβρέθη από την ηλεκτρική σκούπα, τουμπανιασμένη (φωτογραφία). Η Κοντέσα Ασορτί κηδεύτηκε σεταρισμένη, ενώ οι υπήκοοί της την έκλαψαν ασορτί (και σε ρούχα και σε κλαυθμούς). Ήταν τότε που ο Πρίγκιπας Κουδουνάτος άλλαξε το Πρωτόκολλο και υποχρέωσε τις γυναίκες να φορούν καπέλα στις επίσημες εμφανίσεις τους, ώστε οι ευγενείς κυρίες (όχι στην διαγωγή, στην καταγωγή) να έχουν κάτι να ταιριάξουν το φόρεμά του, και να μην σκάσουν από το κακό τους.

 

(Οι «Σουρεαλιστικές ιστορίες» είναι προϊόν φαντασίας)

newsroom/globalview.gr