Ζούμε σε μια χώρα, όπου οι Ρώσοι, απο μεγάλη μερίδα του πληθυσμού αντιμετωπίζονται ως οι φυσικοί μας σύμμαχοι, υπέρμαχοι της ορθοδοξίας και αιώνιοι αντίπαλοι των γειτόνων μας Τούρκων. Το ξανθό γένος, μέσα απο προφητείες, παραδόσεις και θρύλους είναι ιδιαίτερα αγαπητό. Στους χαλεπούς καιρούς της κρίσης, πολλοί μάλιστα πίστεψαν, ότι η Ρωσία, θα βοηθήσει και οικονομικά τη χώρα. Μέσα σε αυτό κλίμα, είναι κατανοητό γιατί η επαναπροσέγγιση Ρωσίας – Τουρκίας και η διαφαινόμενη, αν όχι σύμπλευση, τουλάχιστον αλληλοκατανόηση και ανοχή, μεταξύ των δύο αυτών χωρών, στην Συριακή κρίση, ιδίως μετά απο μια βαθιά κρίση, που προκάλεσε η κατάρριψη, ενός ρωσικού μαχητικού αεροσκάφους απο τουρκικά μαχητικά, έχει προκαλέσει σύγχυση και απορία σε πολλούς.

Ξεκινώντας απο την δική μας σχέση με τη Ρωσία, θα πρέπει να πούμε καταρχάς, ότι ο συναισθηματισμός μας, είναι εν μέρει δικαιολογημένος. Παρότι οι Ρώσοι, εγκατέλειψαν τους επαναστατημένους Ελληνες το 1770, στην τύχη τους και το μαχαίρι των Τουρκαλβανών, ο θάνατος του Τσάρου Αλεξάνδρου το 1825, πρωτεργάτη της Ιεράς Συμμαχίας και η άνοδος στο θρόνο του Τσάρου Νικολάου, συνήργησαν αρχικά στο να συμφωνηθεί η αυτονομία της Ελλάδας, μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, και κατόπιν μετά των Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1829, κατά τον οποίο τα ρωσικά στρατεύματα έφτασαν μέχρι την Αδριανούπολη και το Ερζουρούμ, η Τουρκία, με τη Συνθήκη της Αδριανούπολης, αναγνώρισε την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Η παρέμβαση αυτή, μαζί με το γεγονός των συνεχών ρωσοτουρκικών πολέμων, καθώς τα δύο αυτά γειτονικά κράτη, για δύο και πλέον αιώνες ανταγωνίζονται για επιρροή και κυριαρχία στις ίδιες περιοχές, (Κριμαία, Καύκασος, Κεντρική Ασία, Μέση Ανατολή), εξηγεί την εικόνα που έχει επικρατήσει για τη Ρωσία στη χώρα μας. Ωστόσο, εάν αφήσουμε πίσω μας τους συναισθηματισμούς και αποφασίσουμε να μελετήσουμε σοβαρά την ιστορία των δύο χωρών, αλλά και την φύση των διεθνών σχέσεων σε ένα άναρχο διεθνές σύστημα , μάλλον οι απορίες πολλών θα επιλυθούν.

Έτσι, σχεδόν αμέσως μετά την Ελληνική επανάσταση, η Ρωσία επεμβαίνει για να σώσει την Οθωμανική αυτοκρατορία απο την διάλυση και την κατάρρευση. Αυτό μάλιστα την φέρνει αντιμέτωπο, με δύο γνωστές σε εμάς ιστορικές προσωπικότητες, τον Μεχμέτ Αλή, πασά της Αιγύπτου και τον γιό του Ιμπραήμ Πασά. Ο Μεχμέτ Αλί, μετά την καταστροφή του στόλου του στο Ναβαρίνο, θεωρώντας ότι δεν κέρδισε αρκετά απο τη συμμετοχή του στην προσπάθεια καταστολής της ελληνικής επανάστασης, στράφηκε εναντίον του επικυρίαρχού του Σουλτάνου και αφού κατέκτησε τη Συρία, στράφηκε προς την Μικρά Ασία. Στις 27 Δεκεμβρίου 1832, ο Ιμπραήμ κατανίκησε τον οθωμανικό στρατό στην Κόνυα, (το βυζαντινό Ικόνιο) ανοίγοντας το δρόμο ακόμα και για την κατάκτηση τη Κωνσταντινούπολης. Στη δύσκολη αυτή στιγμή προς βοήθεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας προσέτρεξε μόνο ο Τσάρος, ο οποίος αποβίβασε ρωσικά στρατεύματα στην Κωνσταντινούπολη, τον Απρίλιο του 1833, αποθαρρύνοντας έτσι κάθε περαιτέρω επιθετική ενέργεια των Αιγυπτίων. Οι Ρώσοι διέσωσαν την οθωμανική αυτοκρατορία, διότι θεωρούσαν τον Μεχμέτ Αλί, υποχείριο των Γάλλων και θεωρούσαν ότι σε τυχόν νίκη των Αιγυπτίων, θα είχαν πλέον να αντιμετωπίσουν μια υπολογίσιμη δύναμη στην περιοχή με ευρωπαική στήριξη, ενώ παράλληλα υπέγραψαν αμυντική συμφωνία με την Οθωμανική αυτοκρατορία, η οποία περιείχε κρυφό άρθρο, που προέβλεπε ότι σε περίπτωση εμπλοκής της Ρωσίας σε πόλεμο με ξένη δύναμη, αυτή θα έκλεινε τα Δαρδανέλλια σε όλα τα πολεμικά πλοία, πλήν των Ρωσικών. Εδώ, θα πρέπει να πούμε ότι η συνθήκη αυτή αύξησε τα αντιρωσικά αισθήματα στην ναυτική δύναμη της εποχής, την Μεγάλη Βρετανία, η οποία είδε με ανησυχία τη Ρωσία να αποκτά επιρροή στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Η δεύτερη φορά, που η Ρωσία, σε μια κρίσιμη περίοδο για την Τουρκία στάθηκε ο μοναδικός της σύμμαχος, ήταν αμέσως μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ηττημένη Τουρκία, βρέθηκε υπό την κατοχή των δυνάμεων της Αντάντ, με Βρετανικά στραττεύματα να αποβιβάζονται στην Κωνσταντινούπολη, Γαλλικά και Ιταλικά στην νότια Τουρκία και στην Συρία, ενώ Ελληνικά στρατεύματα αποβιβάζονταν στη Σμύρνη. Την ίδια στιγμή, στη Ρωσία έχουν επικρατήσει οι μπολσεβίκοι, οι οποίοι το 1921, υπογράφουν σύμφωνο φιλίας με τους εθνικιστές τούρκους, οι οποίοι συμφωνούν στο να αποκτήσει ρόλο η Σοβιετική Ενωση στο καθεστώς των Στενών, με αντάλλαγμα την παροχή στρατιωτικού υλικού και χρυσού, τα οποία οι εθνικιστές, χρειαζόντουσαν απεγνωσμένα για τον πόλεμο που διεξήγαν εναντίον των Ελληνικών δυνάμεων. Η συνθήκη αυτή, αποτέλεσε και την αρχή της μεταστροφής των υπολοίπων μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες φοβούμενες την ρόλο και την επιρροή που θα μπορούσε να αποκτήσει η Ρωσία στην Τουρκία, άρχισαν να συνεργάζονται και να συναλλάσσονται με τον Κεμάλ.

ottomanempire1801Βλέπουμε, λοιπόν ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών, οι οποίες μπορεί να συγκρούονται σε πολλά θέματα, ωστόσο συντονίζονται και συνεργάζονται, όταν θεωρούν ότι οι παρεμβάσεις τρίτων δυνάμεων στην περιοχή, απειλούν ζωτικά τους συμφέροντα. Εδώ να θυμίσουμε, ότι το περίφημο Ανατολικό Ζήτημα, αφορούσε στο πως να διαλυθεί η Οθωμανική αυτοκρατορία, διευθετώντας τις απαιτήσεις των υπόδουλων λαών, με την ταυτόχρονη ικανοποίηση των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, χωρίς ωστόσο, να διαταραχθεί η ισορροπία της ισχύος ανάμεσα τους και χωρίς να χρειαστεί για αυτό ένας γενικευμένος πόλεμος. Το Ανατολικό Ζήτημα, ήταν η κύρια ανησυχία και προτεραιότητα όλων στην Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα, και κρίνοντας απο το γεγονός ότι τελικά ο πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, είχε ως αφορμή τις σερβικές εδαφικές διεκδικήσεις στα Βαλκάνια, μάλλον το ενδιαφέρον αυτό ήταν δικαιολογημένο.

kurdΩς εκ τούτου, το γεγονός ότι οι Ρώσοι, συναίνεσαν στην τουρκική επιχείρηση στη Βόρεια Συρία, η οποία στρέφεται εναντίον εκείνων των δυνάμεων που δυνητικά θα μπορούσαν να επιφέρουν την διάλυση ή τον κατακερματισμό της Τουρκίας και οι οποίες θα λειτουργούσαν ως δυτικά προπύργια στην Μέση Ανατολή, μόνο έκπληξη δεν θα πρέπει να μας προκαλεί. Ένα ανεξάρτητο συριακό Κουρδιστάν που θα οφείλει την ανεξαρτησία του στην αμερικανική βοήθεια, που θα αποτελεί τον πιο πιστό τους σύμμαχο στην περιοχή και που θα μπορεί να χρησιμοποιείται εργαλειακά, εναντίον συμμαχικών χωρών όπως η Συρία και το Ιράν ή που θα αποτρέψει για πάντα την πιθανότητα μιας πιο στενής συμμαχίας με την Τουρκία θα ήταν εφιάλτης για τη Ρωσία. Παράλληλα, η Ρωσία, χρειάζεται πάντοτε την εγγύηση της Τουρκίας, όσον αφορά στη χρήση των Στενών, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την προώθηση ναυτικών δυνάμεων οι οποίες μπορούν να απειλήσουν τις περιοχές του Καυκάσου και της Μαύρης Θάλασσας. Ιδίως τώρα, που η Ρωσία έχει εμπλακεί στο Ουκρανικό ζήτημα, η ουδετερότητα και κυρίως η φιλία της Τουρκίας, είναι ιδιαίτερα σημαντική.

Γιατί, όμως η Τουρκία επενέβη τώρα και όχι πρίν απο δύο χρόνια; Η επέμβαση που επιθυμούσε τότε η Αγκυρα περιοριζόταν στην δημιουργία μιας μεθοριακής ζώνης ασφαλείας, υπό την προστασία της αμερικανικής αεροπορίας. Ωστόσο, η άρνηση των ΗΠΑ να κηρύξουν τον εναέριο χώρο της Βόρειας Συρίας ως Χώρο Απαγόρευσης Πτήσεων, (No Fly Zone), και να συναινέσουν στην δημιουργία μιας παρόμοιας ζώνης, αύξανε κατά πολύ τον κίνδυνο για τα τουρκικά στρατεύματα. Η Τουρκία θεωρούσε, ότι ο Μπασάρ Ασσαντ θα έπεφτε, χωρίς η ίδια να χρειαστεί να επέμβει, απλά υποστηριζοντας, τις σουνιτικές ένοπλες δυνάμεις της συριακής αντιπολίτευσης. Θεωρούσε, ότι η ανάδειξη μιας σουνιτικής κυβέρνησης στη Συρία, ξεκάθαρα εξαρτώμενης απο αυτήν, χωρίς ωστόσο η ίδια να χρεωθεί μια στρατιωτική επέμβαση, εναντίον μας αραβικής μουσουλμανικής χώρας, εξυπηρετούσε το νεοοθωμανικό όραμα, της ανασύστασης στην Μέση Ανατολή της παλαί ποτέ Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ξεκάθαρα, οι προσδοκίες αυτές ήταν υπεραισιόδοξες και η γενικότερη τουρκική πολιτική μέχρι πρότινος στη Μέση Ανατολή αποδείχθηκε μια παταγώδης αποτυχία.

Χρειάστηκε ωστόσο, να αναβιώσει το φάντασμα της κουρδικής αυτονομίας και εξέγερσης στα νοτιανατολικά της χώρας, να καταρριφθεί ένα ρωσικό αεροσκάφος και να παγώσουν οι σχέσεις με τη Ρωσία, να αναδειχθούν οι Κούρδοι του YPG στον πλέον σημαντικό σύμμαχο των ΗΠΑ στην περιοχή, παραγκωνίζοντας την Τουρκία και προετοιμάζοντας το δικό τους κράτος, υπο την ανοχή του καθεστώτος Ασαντ και να επιχειρηθεί η πραξικοπηματική ανατροπή του Ταγίπ Ερντογάν, για να γίνει αυτό πλήρως κατανοητό απο τον Τούρκο πρόεδρο.

Ο έλεγχος των ζημιών, ξεκίνησε απο την αποπομπή του εως τότε πανίσχυρου πρωθυπουργού και alter ego του Ερντογάν, Μεχμέτ Νταβούτογλου, ο οποίος χρεώθηκε τον σχεδιασμό και την αποτυχημένη πορεία της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Στη συνέχεια, η Τουρκία, άρχισε να κλείνει όσο το το δυνατόν πιο γρήγορα, τα μέτωπα που είχε ανοίξει με όλα σχεδόν τα κράτη στην περίμετρό της, το Ισραήλ, τη Ρωσία, το Ιράν, αποδέχθηκε την παραμονή πρός το παρόν του Ασαντ στην εξουσία και άνοιξε διαύλους επικοινωνίας με την συριακή κυβέρνηση, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη και η επιχείρηση αναθέρμανσης των σχέσεων με την Αίγυπτο, που απο ότι φαίνεται σε πρώτη φάση αναμένεται να εστιασθεί στην επανέρξη των οικονομικών σχέσεων και σε θέματα χαμηλής πολιτικής.

Το αποτυχημένο πραξικόπημα, πρόσφερε μια θαυμάσια ευκαιρία στην Τουρκία, να αυξήσει την ταχύτητα της προσέγγισης με τη Ρωσία, η οποία ανησύχησε τόσο τις ΗΠΑ, οι οποίες φαίνεται ότι συμφώνησαν στην ανάπτυξη τουρκικών στρατευμάτων στην βόρεια Συρία, υπό την προστασία της αμερικανικής αεροπορίας, ενώ παράλληλα διαμύνησαν στους μέχρι πρότινος Κούρδους συμμάχους τους ότι θα πρέπει να αναδιπλώθούν ανατολικά του Ευφράτη, πράγμα που αποτελούσε πάγια απαίτηση της Τουρκίας και να ξεχάσουν κάθε σχέδιο αυτονόμησης πόσο μάλλον ανεξαρτητοποίησης των Κουρδικών περιοχών της Συρίας. Ετσι τώρα, οι ΗΠΑ βρίσκονται με δύο συμμάχους στην Συρία, έτοιμους να αλληλοσκοτωθούν, ο ένας εκ των οποίων (οι Κούρδοι) απο εδώ και το εξής, μάλλον θα προσπαθήσει να διατηρήσει τα εδαφικά του κεκτημένα δυτικά του Ευφράτη, αντί να συνεχίσει να μάχεται κάτα του ISIS, ιδίως σε καθαρά αραβικές περιοχές, πλησίον της Ράκα, αφού πλέον δεν προσδοκούν να κερδίσουν τίποτα. Εν τω μεταξύ, μετά την επαναπροσέγγιση Τουρκίας και Ασαντ και το άνοιγμα διαύλων επικοινωνίας μεταξύ τους και η Συρία φαίνεται να εγκαταλείπει τους Κούρδους συμμάχους της, σε μια προσπάθεια να διατηρήσει την εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Πιθανότατα, η σύναψη αυτής της συμμαχίας και η φαινομενική ανοχή στα σχέδια των Κούρδων, είχε απο την αρχή, αυτόν τον σκοπό, να εκβιάσει την εμπλοκή της Τουρκίας. Η εργαλειακή χρησιμοποίηση των Κούρδων, απο το Συριακό καθεστώς, δεν είναι κάτι νέο. Επί της εποχής του πατέρα Άσαντ, είχε δοθεί καταφύγιο στο PKK, στην κοιλάδα Μπεκάα του Λιβάνου, η οποία τότε βρισκόταν υπό συριακή κατοχή. Το PKK, χρησιμοποιούνταν, απο το Συριακό καθεστώς, ως μοχλός πίεσης απέναντι στην Τουρκία. Ωστόσο, όταν το 1998, η Τουρκία, εκμεταλλευόμενη για μια ακόμη φορά, αριστοτεχνικά τις διεθνείς εξελίξεις και το περιβάλλον ασφαλείας, απείλησε την Συρία με πόλεμο, εφόσον συνεχιστεί η στήριξη αυτή, η Συρία εξεδίωξε τους κούρδους, ο αρχηγός των οποίων, Αμπντουλά Οτσαλάν, όπως όλοι γνωρίζουμε κατέληξε με τον γνωστό τρόπο, στις τουρκικές φυλακές.

Η προσέγγιση της Τουρκίας με το Ιράν ήταν πολύ πιο εύκολη, καθώς ούτε το Ιράν, στο οποίο επίσης υπάρχει μια μεγάλη κουρδική κοινότητα, επιθυμεί το άνοιγμα του Κουρδικού, καθώς θα αποτελέσει προηγούμενο για διεκδικήσεις απο την επίσης μεγάλη κουρδική μειονότητα στο Ιράν. Παράλληλα, η δημιουργία ενός κουρδικού σουνιτικού κράτους, θα αποδυνάμωνε τις σιιτικές δυνάμεις στην περιοχή, θα μείωνε την δυνατότητα της Τεχεράνης να έχει λόγο και επιρροή στην μεταπολεμική Συρία και θα έθετε σε κίνδυνο την φιλοιρανική οργάνωση Χεσμπολά, στο Λίβανο. Και επειδή, πολλοί θα αναρωτιούνται για τον ρόλο του Ισραήλ, σε όλο αυτό, να υπενθυμίσουμε ότι ο κύριος φόβος του Ισραήλ δεν είναι το ISIS, αλλά η ανάδυση μιας ισχυροποιημένης Χεσμπολά, η οποία θα δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας στα σύνορα με το Λίβανο και τη Συρία. Ετσι, η είσοδος στην εικόνα της Τουρκίας, μιας σουνιτικής χώρας, η οποία θα περιορίσει την επιρροή και την ισχυροποίηση του Ιράν, εξυπηρετεί και τα ισραηλινά συμφέροντα.

Αν τώρα αναρωτιέστε γιατί, μια μικρή τρομοκρατική ομάδα, η ISIS, χωρίς εξελιγμένο οπλισμό, ανεπτυγμένη οικονομία και σύγχρονο κράτος, κατάφερε να επιβιώσει και να νικήσει τους αντιπάλους της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται το ισχυρότερο και μερικά απο τα ισχυρότερα κράτη του κόσμου, θα πρέπει να πούμε ότι κανείς απο όλους αυτούς δεν είχε ως πρώτη και απόλυτη προτεραιότητα της εξωτερικής πολιτικής του, την καταστροφή του ISIS. Οι ΗΠΑ, μετά την αποτυχία των επεμβάσεων τους σε Ιράκ και Αφγανιστάν, ως πρώτη προτεραιότητα είχαν την αποφυγή της άμεσης εμπλοκής τους στην σύγκρουση και την αποφυγή αποστολής αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων. Η Τουρκία, ως πρώτη προτεραιότητα είχε την ανατροπή του Άσαντ και την αποτροπή του σχηματισμού ανεξάρτητου ή και αυτόνομου κουρδικού κρατιδίου στη Βόρεια Συρία. Η Σαουδική Αραβία και οι λοιπές σουνιτικές αραβικές χώρες, ως πρώτη προτεραιότητα είχαν την αποτροπή της μετατροπής του Ιράν σε περιφερειακή δύναμη, ενώ η Ρωσία ως πρώτη προτεραιότητα είχε την διατήρηση της επιρροής της και των στρατιωτικών της βάσεων στη Μέση Ανατολή. Το ISIS, όπως βλέπουμε δεν απασχόλησε σοβαρά κανένα και ως εκ τούτου, ο συριακός εμφύλιος συνεχίζεται και θα συνεχίζεται, διότι πρός το παρόν, οι προτεραιότητες δεν έχουν αλλάξει και δεν διαφαίνεται να αλλάξουν, οπότε η δυνατότητα συνεννόησης και συμφωνίας επι του πρακτέου όλων των δρώντων, δεν φαντάζει πιθανή.

Η Τουρκία, όσον αφορά την εισβολή στην Συρία, διαθέτει ένα ακόμα όπλο, τους Σύρους πρόσφυγες στο έδαφός της, οι οποίοι αριθμούν περίπου 2.7 εκατομμύρια άτομα και οι οποίοι θα χρησιμοποιηθούν ως διαπραγματευτικό χαρτί εναντίον της ΕΕ και όλων των υπολοίπων, για να συναινέσουν στην δημιουργία μιας ασφαλούς ζώνης στην Βόρεια Συρία, ώστε να μετεγκατασταθούν εκεί, δημιουργώντας ένα συμπαγή αραβικό πληθυσμό , φίλα προσκείμενο στην Αγκυρα. Εάν η Τουρκία, καταφέρει να ειρηνεύσει την βόρεια περιοχή, τότε πιθανόν η ΕΕ και οι άλλοι δρώντες να συναινέσουν στην ανακήρυξή της ως ασφαλή περιοχή, κατάλληλης για την προώθηση και επανεισδοχή Σύρων προσφύγων

Είναι ειρωνικό μεν, αλλά φαίνεται ότι το πραξικόπημα που σχεδιάστηκε για να εκδιωχθεί ο Ερντογάν, τελικά κατέληξε να αυξήσει την εξουσία και την επιρροή του τόσο στο εσωτερικό της Τουρκίας όσο και στο εξωτερικό. Ο Ερντογάν, φρόντισε να ισχυροποιήσει την θέση του, αρνούμενος να επαναπαυτεί στην υψηλή δημοτικότητα και γόητρο που απέκτησε μετά το πραξικόπημα. Ελέγχει πλέον πλήρως όλο τον τουρκικό κρατικό μηχανισμό και προχωρεί στην εκκαθάρισή και απομάκρυνση των αντιπάλων του, όχι μόνο απο τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις, αλλά και απο το δικαστικό σώμα και την εκπαιδευτική κοινότητα. Παράλληλα, έχει προσδέσει στο άρμα της πολιτικής του, τα υπόλοιπα τουρκικά κόμματα, πλήν του φιλοκουρδικού HDP, χρησιμοποιώντας το χαρτί του εκδημοκρατισμού αλλά και του εθνικισμού, υποδαυλίζοντας τα σύνδρομα καταδίωξης και διαμελισμού που κατατρύχουν την τουρκική κοινωνία.

Οι Τούρκοι, κατάφεραν να αλλάξουν επιτυχώς την εξωτερική τους πολιτική και πιθανόν να δούμε να μάχονται ή να υποστηρίζουν ακόμα και τις δυνάμεις του Άσαντ, ενάντια στους Κούρδους. Ωστόσο, το Κουρδικό είναι ένα θέμα που θα πρέπει να το επιλύσουν στη χώρα τους. Η νοτιοανατολική Τουρκία, βράζει και η πρόσφατη δήλωση Ερντογάν, ότι θα διατεθούν περίπου 4 δισεκατομύρια δολάρια για την ανοοικοδόμηση των κουρδικών πόλεων που καταστράφηκαν το καλοκαίρι στις συγκρούσεις της Κουρδικής νεολαίας με τις τουρκικές δυνάμεις ασφαλείας, φαίνεται ότι είναι η απαρχή μιας παρόμοιας προσπάθειας. Μια τέτοια πρωτοβουλία, δεν βοηθά το ISIS, οποίο θα κάνει ότι μπορεί για να δυναμιτίσει το κλίμα. Οι πρόσφατες βομβιστικές επιθέσεις του, στις κουρδικές περιοχές, μάλλον αυτό το σκοπό εξυπηρετούν. Εδώ, πιθανώς να δούμε να ενεργοποιούνται οι ΗΠΑ, οι οποίες νοιώθουν να απειλούνται απο τη ρωσοτουρκική προσέγγιση, η οποία αποδυναμώνει την στρατηγική ανάσχεσης της Ρωσίας, ενώ παράλληλα, διακυβεύεται η ελεύθερη χρήση της αεροπορικής βάσης στο Ιντσιρλικ, η οποία είναι κρίσιμη για την δυνατότητα προβολής ισχύος των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή. Οι ΗΠΑ, μπορούν να πιέσουν τους Κούρδους και Τούρκους συμμάχους τους, να επανεκκινήσουν τις συνομιλίες που κατέρρευσαν το καλοκαίρι που μας πέρασε.

Η ειρήνευση στην Τουρκία, θα μεταφερθεί και στη Συρία, πιθανώς διατηρώντας τους Κούρδους στη μάχη στο πλευρό των Αμερικανών. Τα ανταλλάγματα, που μπορεί να ζητήσει η Τουρκία απο τις ΗΠΑ, αφορούν στην έκδοση του Fetoullah Gullen, του ιεροκήρυκα, παλαιού συμμάχου και πλέον ορκισμένου έχθρού του Ερντογάν, ο οποίος τον κατηγορεί πως υπήρξε ο ηθικός αυτουργός του αποτυχημένου πραξικοπήματος. Η μεταφορά, στρατιωτικής τεχνογνωσίας και τεχνολογίας, σε κρίσιμα πεδία, είναι ακόμα κάτι που μπορεί να εξεταστεί, ιδίως τώρα που η εναλλακτική του Ισραήλ, είναι ακόμα κλειστή, παρά την επαναπροσέγγιση.

Τι θα γίνει λοιπόν το επόμενο χρονικό διάστημα; Αραγε, η απομάκρυνση Νταβούτογλου και η στροφή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, σημαίνει την εγκατάλειψη απο τον Ερντογάν των νεοοθωμανικών ονείρων του ; Και βέβαια όχι. Στην πρώτη φάση του σχεδίου, ως εργαλείο προώθησης του μεγαλόπνοου αυτού σχεδίου επιλέχθηκε η σύγκρουση με το Ισραήλ και η ανάδειξή του ως το κράτος του απόλυτου κακού στην περιοχή, με την Τουρκία στον ρόλο του καλού και του υπέρμαχου των μουσουλμάνων. Τον ρόλο αυτό τώρα, του εργαλειακού «κακού», ο οποίος θα προσφέρει την απαραίτητη νομιμοποίηση στις ακολουθούμενες πολιτικές της Τουρκίας, παίζει το ISIS και δευτερευόντως οι Κούρδοι της Συρίας. Ο τελικός σκοπός της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής παραμένει ο ίδιος, απλά οι τακτικές που χρησιμοποιούνται για την επίτευξή του, αλλάζουν.

Η Τουρκία, δεν πρόκειται να αποσυρθεί σύντομα απο τη Βόρεια Συρία. Οι σουνίτες αντάρτες που υποστηρίζει και χρησιμοποιεί ως «αντιπροσώπους» της δεν μπορούν να σταθούν χωρίς την υποστήριξή της. Η επιδίωξη να κηρυχθεί, η λωρίδα αυτή στη βόρεια Συρία, ως ασφαλής περιοχή, υποκρύπτει την προσπάθεια της Αγκυρας, να νομιμοποιήσει στο σύνολο της διεθνούς κοινότητας, την επί μακρόν de facto κατοχή και παρουσία που σχεδιάζει στη Συρία, στα πρότυπα πιθανώς της παρουσίας της στην κουρδική οντότητα, στο Βόρειο Ιράκ. Εάν, μάλιστα, δούμε ότι οι Κούρδοι, εγκαταλείψουν τις περιοχές ανατολικά του Ευφράτη και αρχίσουν να κινούνται προς την Ράκα, την «πρωτεύουσα» του Ισλαμικού κράτους, ενώ ταυτόχρονα υπάρξουν ενδείξεις επανέναρξης των ειρηνευτικών συνομιλιών, μεταξύ της τουρκικής κυβέρνησης και του φιλοκουρδικού κόμματος HDP, πιθανόν αυτό να σημαίνει και την έναρξη μιας προσέγγισης και των Κούρδων της Συρίας, απο την Τουρκία, με την μεσολάβηση των ΗΠΑ.

Μετά απο όλα αυτά, πιστεύουμε ότι ο τίτλος του άρθρου γίνεται κατανοητός, η Ρωσία, αποτέλεσε τον απο μηχανής θεό, που έσωσε τόσο τον Ερντογάν, όσο και το ναυάγιο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, (για μια ακόμη φορά), ενώ παράλληλα, ο Ερντογάν διεκδικεί δίκαια τον τίτλο του αλεξίσφαιρου σουλτάνου, ο οποίος στην πολιτική του καριέρα, έχει επιβιώσει τόσο του σχεδιασμού των εχθρών του, όσο και των δικών του λαθών