Κείμενο της El Pais (Απόδοση κειμένου Δανάη Μπάφα)
Δέκα χρόνια μετά την κατάρρευση του αμερικανικού κολοσσού της Lehman Brothers, η Ισπανία δεν  έχει ανταποκριθεί ούτε επαρκώς, ούτε εγκαίρως στη Μεγάλη Ύφεση και δυστυχώς δεν έχουν ληφθεί αρκετά μέτρα για την αντιμετώπιση  μιας μελλοντικής κρίσης ή μιας νέας επιβράδυνσης της οικονομίας.

Μια δεκαετία μετά την πτώχευση στον τομέα των ακινήτων, οι κυβερνήσεις προχώρησαν σε ορισμένες μεταρρυθμίσεις, αλλά η χώρα εξακολουθεί να επιβαρύνεται από το υπερβολικό χρέος, τη δυαδικότητα της αγοράς εργασίας, την έλλειψη ανταγωνιστικότητας και τα υψηλά ποσοστά εγκατάλειψης του σχολείου.

Αυτό είναι το νέο πρόσωπο της Ισπανίας: οι οικοδομικοί γερανοί δεν συνωστίζονται πλέον στον ορίζοντα, οι ανισότητες και οι επισφαλείς συνθήκες εργασίας έχουν αυξηθεί και το χειρότερο είναι ότι πολλοί πολίτες έχουν χάσει την ελπίδα να βελτιώσουν τη ζωή τους, όπως συνήθιζαν κάποτε.

Όπως και στο μυθιστόρημα του John Steinbeck, The Pearl, η έκρηξη των τιμών των ακινήτων ήταν ένα δώρο που μετατράπηκε σε κατάρα. Αλλά πώς συνέβη αυτό; Γιατί δεν σήμανε ο συναγερμός της φούσκας των ακινήτων;

Η Ισπανία καταναλώνει πολύ περισσότερα από όσα παράγει. Για να χρηματοδοτήσει αυτόν τον τρόπο ζωής, αναγκάστηκε να δανειστεί 100 δισεκατομμύρια ευρώ από το εξωτερικό μόνο το 2007. Αυτό το πρωτοφανές χρέος υποστηρίχθηκε από τα περιουσιακά στοιχεία της χώρας. Πιστεύοντας ότι οι τιμές των ακινήτων θα μπορούσαν να ακολουθήσουν μόνο ανοδική πορεία, οι Ισπανοί υπερχρεώθηκαν και δη προς τον έξω κόσμο.

Σήμερα, το ισπανικό ΑΕΠ έχει ανακάμψει, αλλά η οικονομία παραμένει ευάλωτη. Ο δυαδικός χαρακτήρας της αγοράς εργασίας δεν έχει διορθωθεί και το ποσοστό πρόωρης εγκατάλειψης των σπουδών σημαίνει ότι μέρος μιας ολόκληρης γενιάς δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένο για το σημερινό κλίμα.

Τα επίπεδα ανισότητας βελτιώνονται πολύ αργά και η ενυπάρχουσα κρίση δημιουργεί έλλειψη ανταγωνιστικότητας. Η μετατόπιση του ιδιωτικού χρέους στη δημόσια σφαίρα σημαίνει ότι υπάρχουν ελάχιστα χρήματα στο κρατικό ταμείο. Επιπλέον το ασφαλιστικό δέχεται πιέσεις, καθώς οι «baby boomers» φτάνουν στην ηλικία συνταξιοδότησης. Εν ολίγοις, απαιτούνται νέες, πολύ πιο σημαντικές μεταρρυθμίσεις.

Το φαινόμενο αυτό τροφοδοτήθηκε επίσης από την έλλειψη ανταγωνιστικότητας – όταν τεράστια χρηματικά ποσά εισάγονται στην οικονομία, αλλά η παραγωγή δεν συμβαδίζει, οι τιμές εκτοξεύονται. Η ισπανική οικονομία έχασε την ανταγωνιστικότητά της και συνέχισε να αγοράζει περισσότερα ξένα αγαθά και υπηρεσίες. Στο παρελθόν, το φαινόμενο αυτό είχε αντιμετωπιστεί με την υποτίμηση της πεσέτας, αλλά με το ευρώ, δεν ήταν αδύνατον να ξανασυμβεί.Οι τιμές στην Ισπανία αυξήθηξαν κατά 4% και οι μισθοί κατά 3.5% ενώ στη Γερμανία αντίστοιχα είχαμε 1% και 0.5%.Τα κέρδη από την αγοραστική δύναμη ήταν τα ίδια, αλλά οι Γερμανοί ήταν μπροστά από άποψη ανταγωνιστικότητας», λέει ο Álvaro Nadal, πρώην Υπουργός Ενέργειας της κυβέρνησης Rajoy.

Σύμφωνα με τον οικονομολόγο José Carlos Díez, “ένας ισπανός παραγωγός κρασιού ήταν καλύτερο να πουλάει τα προϊόντα του εντός ισπανικής επικράτειας από ό, τι στη Γερμανία, γιατί έτσι εξασφάλιζε υψηλότερες τιμές” Και όπως λέει ο οικονομολόγος Florentino Felgueroso, ακριβώς σε αυτή τη λογιή, οι ανειδίκευτοι εργάτες έβγαζαν καλά λεφτά, ιδίως στον τομέα των κατασκευών, επισκιάζοντας έτσι το αυξημένο ποσοστό πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου και το αυξανόμενο χάσμα της ισότητας που γινόταν όλο και πιο εμφανές σε ολόκληρο τον ανεπτυγμένο κόσμο.

“Τα βιβλία οικονομικών μας επισημαίνουν ότι αν η εγχώρια ζήτηση είναι έντονη, ο δημόσιος τομέας θα πρέπει να πατήσει λίγο φρένο”, δηλώνει ο Miguel Ángel García, πρώην οικονομολόγος της ισπανικής εργατικής ένωσης Comisiones Obreras. Ωστόσο, το αντίθετο συνέβη.
Από το 1998, υπό τη συντηρητική κυβέρνηση του José María Aznar, η δημοσιονομική πολιτική ήταν επεκτατική. “Η μείωση των φόρων είναι μια αριστερή πολιτική”, δήλωσε ο σοσιαλιστής José Luis Rodríguez Zapatero, ο οποίος αντικατέστησε τον Aznar το 2004.

Η ελευθέρωση των χωροταξικών νόμων και οι φορολογικές ελαφρύνσεις του Aznar για τους ιδιοκτήτες ακινήτων δημιούργησαν φούσκα στον χώρο των κτηματομεσιτικών συναλλαγών. Η κρίση θα είχε συμβεί ούτως ή άλλως στην Ισπανία. Η σπίθα που την έκανε να ξεσπάσει ήταν η Lehman Brothers. Αλλά κάθε χρόνο το βαρέλι ήταν γεμάτο με περισσότερη πυρίτιδα», λέει ο García.

Παρ ‘όλα αυτά, υπήρξαν ελάχιστες προειδοποιήσεις από ντόπιους ή διεθνείς παρατηρητές.
Υποστηρίχθηκε ότι η εισροή χρημάτων στην Ισπανία ήταν φυσιολογική, καθώς η οικονομία της συγχωνεύθηκε με αυτές των πλουσιότερων χωρών του κόσμου. Λέγεται ακόμη ότι οι ελλείψεις ισορροπιών μεταξύ των μελών της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης δεν είχαν σημασία, με τον ίδιο τρόπο που δεν είχαν σημασία μεταξύ της Αλαμπάμα και της Καλιφόρνια. Η μοναδική περίπτωση προειδοποίησης, ήταν το 2003, όταν η Τράπεζα της Ισπανίας επεσήμανε τις διογκωμένες τιμές στην αγορά κατοικίας. Αλλά ο κυβερνήτης της τράπεζας, Jaime Caruana, δεν έκανε τίποτα για αυτό. Και οι δανειστές συνέχισαν να εκδίδουν μεγαλύτερα δάνεια.

Η φούσκα ήταν η χρυσοφόρος κότα και κανείς δεν ήθελε να την σφάξει. Και έτσι είναι ακόμα υπό συζήτηση το εάν η ευφορία θα μπορούσε να είχε σταματήσει. Προσαρμόζοντας τον πληθωρισμό, τα πραγματικά επιτόκια ήταν αρνητικά, οπότε η “είσοδος” στο χρέος ήταν ελεύθερη επειδή τα επιτόκια πληρώνονταν από τον πληθωρισμό. Αυτό που ίσως θα είχε ενδιαφέρον για έναν ιδιώτη, μετατράπηκε σε συλλογική τρέλα. “Αυτό συνέβη σε όλες τις νότιες χώρες της ευρωζώνη και στην Ιρλανδία (Περιφερειακές χώρες της ΕΕ) Ο πληθωρισμός ήταν υψηλότερος και αυτό σήμαινε ότι οι επενδύσεις συγκεντρώνονταν στο Νότο με στόχο την αναζήτηση υψηλότερων αποδόσεων», λέει ο José Manuel Campa, πρώην υπουργός Οικονομίας της κυβέρνησης Zapatero.

Το εξωτερικό έλλειμμα θα έπρεπε να έχει σημάνει συναγερμό για τις τράπεζες και τις βορειότερες [ευρωπαϊκές] ρυθμιστικές αρχές που δάνειζαν τα χρήματα. Με την πεσέτα θα είχαν υποτιμήσει το νόμισμα με έλλειμμα 3% του ΑΕΠ, ωστόσο το έλλειμμα έφτασε το 10% “, λέει ο Nadal. Σύμφωνα με την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, οι ξένες τράπεζες δάνεισαν στην Ισπανία περισσότερα από 750 δισ. ευρώ. Και όταν η Lehman Brothers κατέρρευσε, η πίστωση στέγνωσε εν μία νυκτί, όπως και οι εργασίες στους τομείς των κατασκευών και των συναφών τομέων, όπου χάθηκαν 2,1 εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Συνολικά, η οικονομία κατήργησε 3,8 εκατομμύρια θέσεις εργασίας μεταξύ του τρίτου τριμήνου του 2008 και των τριών πρώτων μηνών του 2014.

Αυτό οφειλόταν σε τρεις διαφορετικούς παράγοντες.
Πρώτον, η κρίση στην Ισπανία δεν αναγνωρίστηκε εγκαίρως. Το 2008, η ομάδα G20 συνέστησε επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές και η ισπανική κυβέρνηση απολάμβανε πλεόνασμα. Αμέσως, το Σχέδιο Ε σχεδιάστηκε για να προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει εκείνους που απολύθηκαν από τον κατασκευαστικό τομέα, πιστεύοντας ότι οι απώλειες θέσεων εργασίας ήταν καθαρά περιστασιακές και μπορούσαν να αντιμετωπιστούν από το δημόσιο ταμείο. Ωστόσο, αυτή η διάγνωση αποδείχθηκε λανθασμένη. “Το πλεόνασμα δεν ήταν διαρθρωτικό. Η ελαστικότητα των εσόδων από την κατασκευή ήταν πολύ μεγαλύτερη από ό, τι σε κάθε άλλο τομέα. Όταν αγοράζετε ένα σπίτι, πληρώνετε περισσότερους φόρους από ποτέ», λέει ο Campa. «Όταν η φούσκα έσκασε, η κυβέρνηση έχασε περίπου 70 δισ. Ευρώ σε φορολογικά έσοδα και δεν έχουν ακόμη περάσει μια μεταρρύθμιση για να αντιμετωπιστεί αυτή η ανισορροπία στο φορολογικό σύστημα».

Σύμφωνα με τον Nadal, “Αν εκδώσω χαρτονομίσματα των 500 ευρώ, οι Ισπανοί θα τα ξοδέψουν σε αμερικανικά κινητά τηλέφωνα, κορεατικές τηλεοράσεις και γερμανικά αυτοκίνητα.  Και οι ξένες οικονομίες ενισχύονται. Γι ‘αυτό το πρόβλημα είναι πάντα η ανταγωνιστικότητα. Φορτωθήκαμε χρέη για να χρηματοδοτήσουμε μια επέκταση που πήγαινε εν μέρει στο εξωτερικό”.

Η έλλειψη δημοσιονομικού ελέγχου από τις περιφερειακές κυβερνήσεις ήταν επίσης ένας παράγοντας που συνέβαλε, όπως και η έλλειψη ανακεφαλαιοποίησης τραπεζών για να ταιριάξει με εκείνη άλλων χωρών της ευρωζώνης. Έχοντας αποφύγει την απόκτηση τοξικών χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και έχοντας το δίχτυ ασφαλείας για πρόσθετο κεφάλαιο, θεωρήθηκε ότι οι ισπανοί δανειστές θα ήταν σε καλύτερη θέση να αντιμετωπίσουν την κρίση.

Ο δεύτερος παράγοντας που επιδείνωσε την ανεργία ήταν μια άκαμπτη και εξαιρετικά εποχιακή αγορά εργασίας που προσαρμόστηκε στην κατάσταση με την απολύση των εργαζομένων αντί να μειώσει τους μισθούς και τις ώρες τους, όπως έγινε στη Γερμανία. “Εάν είχαν εγκρίνει συμφωνία για την προσαρμογή των μισθών το 2009 όπως έκαναν το 2012, θα είχαν σώσει, όχι εκατομμύρια, αλλά τουλάχιστον εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας”, λέει ο Fernando Moreno, δικηγόρος ειδικός στις εργασιακές σχέσεις.

Και μόλις φάνηκε ότι υπήρχε κάποια ανάκαμψη, η επιβίωση του ευρώ τέθηκε σε κίνδυνο, που ήταν ο τρίτος και ίσως ο πιο επιβλαβής παράγοντας.

Το 2010, στη Ντοβίλ, η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ και ο γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί έθεσαν τις νότιες περιφέρειες της ευρωζώνης στο έλεος των αγορών, ανακοινώνοντας τις συνθήκες αναδιάρθρωσης του χρέους για υπερχρεωμένες χώρες.
Δεν υπήρξε μια οριστική λύση για την υπερχρεωμένη Ελλάδα. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν εφάρμοσε μέτρα έκτακτης ανάγκης έως ότου ο πρόεδρός της, Mario Draghi, δήλωσε τον Ιούλιο του 2012 ότι θα κάνει “ό, τι χρειάζεται” για την προστασία του ευρώ.

Μέχρι να επιτευχθεί ένας πολιτικός συμβιβασμός για την ενίσχυση του ευρώ, η Ισπανία κινδύνευσε να επιστρέψει στην πεσέτα καθώς οι επενδυτές την εγκατέλειψαν. «Γίναμε ένα είδος αναδυόμενης χώρας στο έλεος της διαθεσιμότητας για χρηματοδότηση», λέει ο Campa. Και αυτό έφερε την κρίση σε επίπεδα προ-πολεμικά.

Οι περικοπές και η πτώση των μισθών ήταν αναπόφευκτες και τροφοδότησαν περαιτέρω την κρίση. Τα επίπεδα ανεργίας έφτασαν το 26,94% το πρώτο τρίμηνο του 2013. Οι εξώσεις έγιναν καθημερινότητα, αγγίζοντας στις 230.000 για τις πρωτεύουσες κατοικίες, σύμφωνα με εκτιμήσεις. Σε απάντηση, κινητοποιήθηκαν οι Indignados, κίνημα που σχηματίστηκε από φοιτητές και εκτοπισμένους

Δουλεύοντας με το σκεπτικό “ανεξαρτήτως κόστους”, ο τότε πρωθυπουργός Zapatero μπόρεσε να αποφύγει ένα ισχυρό σχέδιο διάσωσης. Ανησυχία εκδηλώθηκε στις Βρυξέλλες με τη μονομερή ανακοίνωση ότι η Ισπανία δεν θα επιτύχει τους στόχους της για το έλλειμμα, ότι θα καθυστερήσει να καταρτιστεί σχέδιο προϋπολογισμού λόγω των ανδαλουσιανών εκλογών και ότι μία από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Ισπανίας, η Bankia, αντιμετώπιζε κρίση, ενώ ο πρόεδρός της Rodrigo Rato αρνήθηκε να παραιτηθεί. Κάθε Παρασκευή, το Υπουργικό Συμβούλιο συναντιόταν για να εκπονήσει νέα και επώδυνα μέτρα προσαρμογής. “Οι επιχειρήσεις έχουν τέσσερις δαπάνες: εργατικές, φορολογικές, οικονομικές και ενεργειακές”, λέει ο Nadal. «Είτε κάναμε καλή, είτε κακή δουλειά είναι συζητήσιμο, αλλά κάναμε μεταρρυθμίσεις που αφορούσαν αυτά τα τέσσερα κόστη».

Εν μέσω αβεβαιότητας, με διαφορά πάνω από 500 μονάδες βάσης μεταξύ των αποδόσεων των ομολόγων της Ισπανίας και της Γερμανίας, υπήρχε ο φόβος ότι ο τραπεζικός τομέας θα μπορούσε να παρασύρει μαζί του και το ισπανικό κράτος. Όλη η προσοχή επικεντρώθηκε στην Bankia. Οι τράπεζες έπρεπε να αναδιοργανωθούν, απομονωμένες από τις αγορές, και τα χρήματα έπρεπε να προέρχονται από την Ευρώπη.

Στις 9 Ιουνίου 2012, η κυβέρνηση ζήτησε ένα πακέτο διάσωσης για τις ισπανικές τράπεζες και οι Βρυξέλλες έδωσαν 41,3 δισ. Ευρώ. Παρά το γεγονός ότι οι συνθήκες ήταν λιγότερο σκληρές από ό, τι για άλλες χώρες που είχαν αποκατασταθεί, η δέσμη αυτή εξαρτάτο από την εφαρμογή ενός ευρέος προγράμματος μακροοικονομικών μέτρων. “Προσωπικά, δεν ήμουν πεπεισμένος ότι μια διάσωση τύπου ΔΝΤ θα μπορούσε να λειτουργήσει σε μια μεγάλη οικονομία. Αλλά το έκανε”, λέει ένας από τους “άνδρες με τα μαύρα” που επιτηρούσαν τη συμμόρφωση.

“Η έκπληξη ήταν πόσο καλά πήγε ο τομέας των εξαγωγών”, προσθέτει η Campa. Η ουρά της νομισματικής πολιτικής, μαζί με τις χαμηλές τιμές πετρελαίου και τις φορολογικές περικοπές, έδωσαν στην ισπανική οικονομία πρόσθετη ώθηση.

Δεδομένου ότι ο Ντράγκι δήλωσε ότι θα κάνει ό, τι είναι δυνατόν για να σώσει το ευρώ, το ασφάλιστρο κινδύνου άρχισε να μειώνεται αφού έφτασε το μέγιστο των 638 μονάδων. Χάρη στα προγράμματα ανάκαμψης, η Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα έχει αγοράσει πλέον σχεδόν το ένα τέταρτο του ισπανικού δημόσιου χρέους.

Δέκα χρόνια μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, το ισπανικό ΑΕΠ έχει ανακάμψει, αλλά η οικονομία παραμένει ευάλωτη. Ο δυαδικός χαρακτήρας της αγοράς εργασίας δεν έχει διορθωθεί και το ποσοστό πρόωρης εγκατάλειψης των σπουδών σημαίνει ότι ένα μέρος μιας ολόκληρης γενιάς δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένο για το σημερινό κλίμα.

Επιπλέον, τα επίπεδα ανισότητας βελτιώνονται πολύ αργά και η κρίση έχει δημιουργήσει έλλειψη ανταγωνιστικότητας. Η μετατόπιση του ιδιωτικού χρέους στη δημόσια σφαίρα σημαίνει ότι υπάρχουν ελάχιστα χρήματα στο κρατικό ταμείο. Επιπλέον το ασφαλιστικό όλο και περισσότερο ζορίζεται, καθώς οι «baby boomers», εκείνοι που γεννήθηκαν κατά την ανάκαμψη της γεννητικότητας, φτάνουν στην ηλικία συνταξιοδότησης. Εν ολίγοις, απαιτούνται ακόμη σημαντικές μεταρρυθμίσεις.